array(0) {
}
        
    
Menu
0.74%
Τζίρος: 183.27 εκατ.

Πολυτελή boutique ξενοδοχεία: Πάνω η Μύκονος, κάτω η Σαντορίνη

Comments

Όταν η προσπάθεια να επιλυθεί ένα πρόβλημα γίνεται με αποκλειστικό γνώμονα την ιδεολογία, ο ιστορικός κανόνας διδάσκει πως η λύση που προκύπτει είναι σπάνια αποτελεσματική.

Η πραγματικότητα εκδικείται τις δογματικές βεβαιότητες. Και η ακρίβεια είναι σήμερα ένα από τα πεδία όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια των αρχικών της επιλογών.

1

Από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση υιοθέτησε οικονομικές πολιτικές που, σε σημαντικό βαθμό, παρέπεμπαν στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Οι αντιρρήσεις απέναντι στη συγκεκριμένη οικονομική προσέγγιση είχαν ήδη εκδηλωθεί, αλλά παρέμεναν κυρίως εστιασμένες την ακαδημαϊκή κοινότητα και στις δεξαμενές σκέψης. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η πίστη στην σχεδόν απόλυτη ελευθερία των αγορών είχε ήδη αντικαταστήσει την περίφημη φράση του Richard Nixon «είμαι τώρα Κεϋνσυανός στα οικονομικά», που με τη σειρά της προερχόταν από την ανακριβή απόδοση της φράσης του Milton Friedman: «Κατά μία έννοια είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί τώρα, κατά μία άλλη, ουδείς είναι πλέον Κεϋνσυανός».

Η αναφορά έχει άμεση σχέση με το σημερινό πρόβλημα της ακρίβειας. Διότι αυτό που αποκαλύπτεται πλέον είναι πως η κυβέρνηση που πίστεψε ότι η αγορά μπορεί να αυτορυθμιστεί, αναγκάζεται τώρα να καταφύγει σε διοικητικές παρεμβάσεις τιμών. Και μάλιστα όχι σε παρεμβάσεις που αλλάζουν τη δομή της αγοράς, αλλά σε μέτρα αμυντικά και εν πολλοίς επικοινωνιακά.

Αφορμή είναι η κυβερνητική  πολιτική που εκφράζει ο Τάκης Θεοδωρικάκος, με την επιμονή στον έλεγχο του περιθωρίου κέρδους σε περίπου 2.000 κωδικούς — δηλαδή στις διαφορετικές μορφές με τις οποίες πωλούνται όσα προϊόντα θεωρούνται «βασικά». Στην ουσία, η κυβέρνηση λέει στα σουπερμάρκετ και συνολικά στα κανάλια διάθεσης τροφίμων ότι δεν θίγει το συνολικό περιθώριο κέρδους τους. Ό,τι ενδεχομένως χάσουν από το πάγωμα ή τον περιορισμό των τιμών στους συγκεκριμένους «βασικούς» κωδικούς, μπορούν να το ανακτήσουν αυξάνοντας τις τιμές στους χιλιάδες άλλους κωδικούς που διαθέτουν. Αυτήν ακριβώς την παρατήρηση έχει κάνει, άλλωστε, και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Η κυβέρνηση δεν περιορίζει κατ’ ανάγκην την ακρίβεια. Περιορίζει, στην καλύτερη περίπτωση, την ορατή έκφρασή της σ’ ένα μέρος του ραφιού. Δεν μειώνει συνολικά την πίεση στο καλάθι του νοικοκυριού. Απλώς μετακινεί το βάρος από ορισμένους κωδικούς σε άλλους. Δεν συγκρούεται με τον μηχανισμό που παράγει την ακρίβεια. Προσπαθεί να ελέγξει την πολιτική της εικόνα.

Το πρώτο ζήτημα αφορά τις αυξήσεις που επιβλήθηκαν όταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι αναταράξεις στις μεταφορές και η άνοδος του κόστους πρώτων υλών προσέφεραν στις επιχειρήσεις μια εύλογη  δικαιολογία για ανατιμήσεις. Σήμερα, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις οι παράγοντες που δικαιολόγησαν εκείνες τις αυξήσεις έχουν υποχωρήσει ή αντιστραφεί. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι απλό: θα επιστρέψουν οι τιμές εκεί όπου ήταν; Έξυπνος άνθρωπος ο Τάκης Θεοδωρικάκος, έκανε άμεση μνεία στο θέμα και ζήτησε από τα σουπερμάρκετ να προχωρήσουν σε αντίστοιχες μειώσεις. Καλή η πρόθεση, αλλά μέχρις εκεί. Πιστεύει κανείς σοβαρά ότι αυτό θα συμβεί; Πιστεύει κανείς ότι το κράτος διαθέτει τους μηχανισμούς για να το ελέγξει;

Το δεύτερο ζήτημα είναι ο καταναλωτικός διαχωρισμός που παράγει μια τέτοια πολιτική—που μπορεί να ερμηνευτεί ως οικονομικός ρατσισμός.  Αν συγκρατούνται τεχνητά οι τιμές μόνο στα «βασικά» προϊόντα, τότε ουσιαστικά το μήνυμα προς στα ευάλωτα νοικοκυριά είναι ότι η αξιοπρεπής κατανάλωση πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο. Η ακρίβεια έτσι δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα που πλήττει συνολικά το επίπεδο ζωής. Αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα επιβίωσης των πιο αδύναμων. Είναι μια σιωπηρή ταξική πειθαρχία στο καλάθι του νοικοκυριού: πάρε τα βασικά και μην ζητάς περισσότερα.

Το τρίτο ζήτημα είναι ότι η πολιτική αυτή δεν επηρεάζει ουσιαστικά τον πληθωρισμό όπως αποτυπώνεται στον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή,  αλλά ούτε και το κόστος ζωής –μέγεθος που ενδιαφέρει όλους τους πολίτες, καθώς καλύπτει κόστη πολύ πέραν των τροφίμων: ενέργεια, στέγη, μεταφορές, υπηρεσίες. Ακόμη κι αν το κόστος ορισμένων «βασικών» προϊόντων αυξάνεται με ρυθμό χαμηλότερο του πληθωρισμού —γιατί πραγματικό πάγωμα τιμών μάλλον απίθανο το βλέπω—αν ο συνολικός πληθωρισμός συνεχίσει την ανοδική του πορεία, δεν θα το έλεγες και κυβερνητική επιτυχία. Η καθημερινότητα του πολίτη δεν κρίνεται από 2.000 κωδικούς. Κρίνεται από το σύνολο των υποχρεώσεων που συσσωρεύονται στο τέλος του μήνα.

Το βαθύτερο πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο η εισαγωγή πληθωρισμού. Είναι και η δομή της ελληνικής αγοράς. Εδώ εμφανίζεται η δεύτερη πτυχή της ιδεολογικής επιλογής. Η κυβέρνηση θεώρησε ότι η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της μεγέθυνσης του όγκου των επιχειρήσεων. Άφησε έτσι ουσιαστικά ανεξέλεγκτη την εγγενή τάση της νεοφιλελεύθερης αγοράς να δημιουργεί ολιγοπωλιακές και μονοπωλιακές καταστάσεις. Την ίδια στιγμή, δεν ασχολήθηκε με την πραγματική πηγή της ανταγωνιστικότητας: την παραγωγικότητα, η οποία έχει κυριολεκτικά βαλτώσει.

Η μη ουσιαστική ενδυνάμωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αυτό υποδεικνύει. Η άνοδος των εξαγορών και συγχωνεύσεων αυτό αποδεικνύει. Η κυβέρνηση πίστεψε ότι μεγαλύτερες επιχειρήσεις σημαίνουν πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις. Παρέβλεψε, όμως, ότι όταν η μεγέθυνση δεν συνοδεύεται από παραγωγικότητα, καινοτομία και πραγματικό ανταγωνισμό, τότε δεν οδηγεί αναγκαστικά σε χαμηλότερες τιμές. Το αντίθετο μάλιστα: μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή της τιμής από την επιχείρηση.

Έτσι, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη σε μια διπλή αντίφαση. Ιδεολογικά δεν θέλει να συγκρουστεί με την αγορά. Πολιτικά, όμως, πιέζεται από την κοινωνία να αποδείξει ότι παρεμβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενδιάμεσο σχήμα που δεν πείθει: παρεμβαίνει αρκετά για να φαίνεται ότι κάνει κάτι, αλλά όχι αρκετά για να αλλάξει τους μηχανισμούς που αναπαράγουν την ακρίβεια.

Η εμπειρία, π.χ., της Ισπανίας δείχνει πως η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα δεν είναι ούτε δημοσιονομικά ούτε θεσμικά απαγορευμένη από την Ε. Ε.  Η κυβέρνηση Σάντσεθ, αντιμετωπίζοντας την έκρηξη της ακρίβειας, μηδένισε προσωρινά τον ΦΠΑ σε βασικά είδη διατροφής και μείωσε τον συντελεστή σε άλλα προϊόντα καθημερινής ανάγκης. Δεν το παρουσίασε ως μόνιμη δημοσιονομική εκτροπή, αλλά ως έκτακτο, κοστολογημένο και προσωρινό μέτρο κοινωνικής προστασίας,  ενταγμένο σ’ ένα ευρύτερο αντιπληθωριστικό πακέτο. Προσέγγιση απόλυτα συμβατή με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Αυτό ακριβώς είναι και το ερώτημα που τίθεται για τη χώρα μας. Εφόσον υπάρχει δημοσιονομικός χώρος περίπου 1 δισ. ευρώ, που η κυβέρνηση φέρεται να προορίζει για παροχές στη ΔΕΘ, γιατί να μη χρησιμοποιηθεί τώρα για μια προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα; Η ανάγκη δεν θα εμφανιστεί τον Σεπτέμβριο. Υπάρχει σήμερα, στο ράφι, στο ταμείο του σουπερμάρκετ, στον μηνιαίο προϋπολογισμό κάθε νοικοκυριού. Η κυβέρνηση μπορεί, βεβαίως, να υποστηρίξει ότι προτιμά άλλες φορολογικές ελαφρύνσεις. Αυτό είναι πολιτική επιλογή και θα πρέπει να ζήσει με αυτήν—ως προς τις πολιτικές της επιπτώσεις.  Ο ισχυρισμός πως δεν υπάρχει περιθώριο ή δυνατότητα για προσωρινή μείωση του ΦΠΑ δεν στέκει, όμως.

Χάρις στη Νίκη Κεραμέως, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί στην αγορά έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Ο φόβος ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν θα μετακυληθεί στις τιμές είναι τόσο ρεαλιστικός όσο η σιγουριά πως οι τιμές στους 2000 κωδικούς των «βασικών» δεν θα αυξηθούν. Κι αν η κυβέρνηση πιστεύει πως η αγορά είναι τόσο ισχυρή, τότε ίσως είναι καιρός να αναθεωρήσει τη νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία της. Η σημαντική λέξη, εξάλλου, είναι η «προσωρινή». Και η Ε.Ε. δεν απαγορεύει προσωρινές και κοστολογημένες μειώσεις φόρων. Κι ας μην ξεχνάμε ότι, επιπλέον, η κυβέρνηση Σάντσεθ είχε επιβάλει έκτακτες εισφορές σε τράπεζες και ενεργειακές εταιρείες, με νόμο του Δεκεμβρίου 2022.

Μήπως όλα αυτά κάτι λένε στην κυβέρνηση;

Διαβάστε επίσης

Το ψηφιακό κράτος του Μητσοτάκη χρειάζεται μια δεύτερη επανάσταση 

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Εθνική Συμφωνία για μειώσεις τιμών – Σε ρόλο… playmaker η Δέσποινα Τσαγγάρη
Βασίλης Κορκίδης (ΕΒΕΠ): Να προεξοφλήσουμε στις τελικές τιμές τη μείωση του ενεργειακού κόστους
Ολοκληρώθηκε η σύσκεψη στο Μαξίμου με εκπροσώπους της αγοράς για την ακρίβεια – Στις 14:00 ανακοινώσεις από τον Τάκη Θεοδωρικάκο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στέφανος Κασσελάκης και το κοκτέιλ της «κοινής λογικής»
Δυο γάμοι κι ένας αρραβώνας για τη Θεοδώρα Τζάκρη
Το ψηφιακό κράτος του Μητσοτάκη χρειάζεται μια δεύτερη επανάσταση 
Η τηλεόραση δεν πεθαίνει. «Ξέχασε» να ζει
Η μεγάλη μετάβαση χτίζεται στη μικρή κλίμακα
Πόσα ακόμη 15χρονα πρέπει να δολοφονηθούν για να σταματήσουμε να σιωπούμε;
Η Ελλάδα άφησε την υγεία στην τύχη της αγοράς
Σωκράτης Φάμελλος: Καμία αίσθηση
Πώς ο Εξάρχου αλλάζει πίστα στον όμιλο Aktor και δημιουργεί έναν εθνικό πρωταθλητή – Αρθρο παρέμβαση
Άρθρο παρέμβαση: Οι ασφαλιστικές (NN, ERGO, Interamerican, Generali) εμπορεύονται την υγεία και εκμεταλλεύονται τον κόσμο