Με αφορμή την δυσκολία της αυτοδυναμίας, ζούμε την επανάληψη της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο μεγάλες παραδόσεις της Νέας Δημοκρατίας: την καραμανλική και τη μητσοτακική.
Και οι δύο συμφωνούν στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας, στη θεσμική ομαλότητα και στην αποφυγή των άκρων. Διαφέρουν, όμως, ουσιαστικά στην αντίληψη για το κράτος, την οικονομία και τον τρόπο άσκησης εθνικής στρατηγικής, όπου από τον κρατισμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην αρχή της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας μεταβαίνουμε σήμερα στον τεχνοκρατικό φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Διόλου τυχαία πιο κοντά στον Ανδρέα Παπανδρέου βρίσκεται ο Εθνάρχης, πιο κοντά στον Κώστα Σημίτη ο νυν πρωθυπουργός.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνδύαζε τον κοινοβουλευτισμό, την εθνική συμφιλίωση, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και την πίστη σ’ ένα ισχυρό κράτος. Η βασική του αποστολή ήταν να θεμελιώσει ένα νέο πολιτικό καθεστώς. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, το Σύνταγμα του 1975 και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ συγκροτούν τον πυρήνα αυτής της αποστολής.
Η εξωτερική πολιτική του Καραμανλή εντάσσεται στην ίδια λογική. Η Τουρκία ήταν ο βασικός παράγοντας που καθιστούσε αναγκαία την εθνική θωράκιση, τη θεσμική σταθερότητα και την ευρωπαϊκή αγκύρωση της Ελλάδας. Η επιλογή της ΕΟΚ ήταν έτσι ταυτόχρονα οικονομική, πολιτισμική και γεωπολιτική.
Ο Καραμανλής, ωστόσο, δεν ήταν οικονομικά φιλελεύθερος, και σ’ αυτό συνεισέφερε ο για πολλά χρόνια διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Ξενοφών Ζολώτας. Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του (κατάλοιπό της ΕΡΕ;) ήταν κυρίως πολιτικός και θεσμικός. Στην οικονομία, το κράτος είχε κεντρικό ρόλο. Οι κρατικοποιήσεις, η ενίσχυση των δημόσιων επιχειρήσεων και η κρατική παρέμβαση σε στρατηγικούς τομείς ήταν τα βασικά συστατικά στοιχεία του καραμανλικού μοντέλου. Σε άρθρο του με τίτλο «Ο νέος τοξικός κρατισμός», ο συνάδελφος μου στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» Δημήτρης Στεργίου δείχνει πως το 1981το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε από τη Νέα Δημοκρατία πάνω από 120 δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εισάγει την πρώτη μεγάλη διόρθωση στο μοντέλο. Δεν αμφισβητεί την Ευρώπη, τη Δύση, τον κοινοβουλευτισμό ή την ανάγκη πολιτικής ομαλότητας—εδώ η συνέχεια με τον Καραμανλισμό είναι σαφής. Έχοντας, όμως, απέναντί του όχι μόνο την καραμανλική παράδοση κρατισμού, αλλά και το διογκωμένο Πασοκικό κράτος της δεκαετίας του 1980, ο Μητσοτάκης αμφισβητεί τον κρατισμό και επιχειρεί να μετακινήσει τη Νέα Δημοκρατία προς μία μορφή οικονομικού φιλελευθερισμού.
Επιδιώκει την δημοσιονομική πειθαρχία, τις αποκρατικοποιήσεις, την απελευθέρωση της αγοράς. Ο Καραμανλής έβλεπε το κράτος ως μέσο (ανα)συγκρότησης της χώρας. Ο Μητσοτάκης ως εμπόδιο που είχε πια διογκωθεί υπερβολικά. Αυτή είναι η βαθύτερη ρήξη του με τον Καραμανλισμό: ο Μητσοτάκης προσπαθεί να δώσει πιο αστικό, φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο στην οικονομική πολιτική. Ανοιχτά είχε εκφραστεί, εξάλλου, ο Καραμανλής κατά των βιομηχάνων.
Αυτό το πιο πραγματιστικό ύφος αγκαλιάζει και την εξωτερική πολιτική. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν λιγότερο πατερναλιστικός και περισσότερο ψυχρά διαχειριστικός από τον Καραμανλή—οπότε στα ελληνοτουρκικά, αυτό σήμαινε τουλάχιστον αποφυγή της ρητορικής υπερθέρμανσης. Η Τουρκία παρέμενε απειλή αλλά για τον Μητσοτάκη η απάντηση βρισκόταν στον δυτικό προσανατολισμό, στην οικονομική ισχυροποίηση και στη διπλωματική διαχείριση των διαφορών.
Η ίδια λογική φάνηκε και στο Μακεδονικό. Ο Μητσοτάκης έτεινε να βλέπει τα εθνικά θέματα μέσα από το πρίσμα του ρεαλισμού, οπότε ήρθε σε σύγκρουση με πιο εθνικο-λαϊκές ευαισθησίες της παράταξης, όπως τις εξέφρασε ο Αντώνης Σαμαράς. Η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη εκτροχίασε και την οικονομική πολιτική, που είχε ήδη αντιμετωπίσει ισχυρές συντεχνιακές συγκρούσεις και εσωκομματικές δυσκολίες. Αν δεν ήταν για την μετέπειτα εκλογή του Κώστα Σημίτη…
Με αυτές τις συνθήκες, η Μητσοτακική διόρθωση του Καραμανλισμού δεν πρόλαβε να γίνει νέο υπόδειγμα εξουσίας. Παρέμεινε όμως ως διακριτή παράδοση: φιλελεύθερη στην οικονομία, πραγματιστική στην εξωτερική πολιτική, επιφυλακτική απέναντι στον κρατικό πατερναλισμό.
Ο Κώστας Καραμανλής σηματοδοτεί μια επιστροφή σε πιο καραμανλικά πρότυπα. Η πολιτική του ταυτότητα διαμορφώθηκε με αναφορά στην ηπιότητα, την κοινωνική συνεννόηση και την αποφυγή μετωπικών συγκρούσεων. Εμφανίστηκε με μεταρρυθμιστική ρητορική –«επανίδρυση του κράτους»– ήθελε να μεταρρυθμίσει το κράτος αλλά, τελικά, έμεινε σε μεγάλο βαθμό μέσα στη λογική του.
Η διακυβέρνησή του είχε περισσότερο τον χαρακτήρα διαχείρισης του μεταπολιτευτικού συμβιβασμού παρά ρήξης με αυτόν. Έτσι, βρίσκεται ανάμεσα στις δύο παραδόσεις: πιο μεταρρυθμιστής στα λόγια από τον παλιό Καραμανλισμό, αλλά λιγότερο φιλελεύθερος και συγκρουσιακός από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Αυτή η πολιτική, όμως, έφερε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και οδήγησε στην χρεωκοπία και τα μνημόνια. Στα χέρια του Γιώργου Παπανδρέου απλά έσκασε η βόμβα. Τώρα αν η διαχείριση του Γιώργου Παπακωνσταντίνου μπορούσε να είναι διαφορετική, αυτό είναι άλλο θέμα.
Ανάλογη ήταν και η εξωτερική του πολιτική. Στα ελληνοτουρκικά, ο Κώστας Καραμανλής κινήθηκε με χαμηλούς τόνους, χωρίς ρήξεις και πρωτοβουλίες. Η Τουρκία αντιμετωπίστηκε κυρίως μέσα από το ευρωπαϊκό πλαίσιο και τη διατήρηση της ισορροπίας. Η Αθήνα δεν επεδίωξε ούτε μετωπική σύγκρουση, ούτε και μια ριζική προσέγγιση. Τα «ήπια νερά» ήταν το μότο. Η εξωτερική του πολιτική αντιστοιχούσε στο συνολικό του ύφος– την μετριοπάθεια.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναφέρει τη Μητσοτακική παράδοση, αλλά όχι ως συνέχεια του πατέρα του αλλά με την πιο ακραία, τεχνοκρατική εκδοχή του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Η δική του έμφαση δεν είναι μόνο στο «λιγότερο κράτος», αλλά στο «άλλο κράτος»: λιγότερο κράτος-ιδιοκτήτης, περισσότερο κράτος-μάνατζερ.
Το επιτελικό κράτος, η ψηφιοποίηση, η αξιολόγηση, οι επενδύσεις, οι αποκρατικοποιήσεις, η μείωση φόρων και η ευρωπαϊκή αξιοπιστία αποτελούν βασικά στοιχεία της πολιτικής του ταυτότητας. Σε αντίθεση με τον κλασικό Καραμανλισμό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βλέπει το Δημόσιο ως βασικό παραγωγικό παίκτη, αλλά ως ρυθμιστή, συντονιστή και πλατφόρμα αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Ταυτόχρονα, όμως, η διακυβέρνησή του είναι έντονα συγκεντρωτική, με ισχυρό τον ρόλο του πρωθυπουργικού κέντρου. Απορρίπτει μεν τον οικονομικό κρατισμό του Καραμανλισμού, αλλά διατηρεί την καραμανλική εμμονή στη σταθερότητα, στην Ευρώπη και στον κεντρικό έλεγχο.
Στην εξωτερική πολιτική, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εφαρμόζει μια αντίστοιχη σύνθεση: αποτροπή και διάλογος, εξοπλιστική ενίσχυση και ευρωπαϊκή νομιμοποίηση, αμερικανικές σχέσεις και περιφερειακές συμμαχίες. Η Τουρκία αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως απειλή και ως αναγκαίος συνομιλητής υπό το πρίσμα όμως της Ελλάδας -μέλους της Ε.Ε. . Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εγκαταλείπει την καραμανλική λογική της σταθερότητας, αλλά την μεταφράζει σε ικανότητα διαχείρισης ρίσκου, προβολής διεθνούς εικόνας και συμμαχικής ισχύος. Η πολιτική απέναντι στην Τουρκία είναι προσπάθεια ελεγχόμενης έντασης, με ισχυρή αποτροπή αλλά ανοικτούς διαύλους.
Συμπερασματικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι αντι-καραμανλικός: διατηρεί αλώβητα τρία βασικά στοιχεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή: τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, την πολιτική σταθερότητα, τον επιτελικό συγκεντρωτισμό. Διαφέρει ως προς την οικονομική πολιτική, αλλά ίσως στο αβέβαιο περιβάλλον του 21ου αιώνα που είναι απαραίτητος ο επανασχεδιασμός του ρόλου του κράτους— φαίνεται πως ο Μητσοτάκης τώρα το επιδιώκει. Κατά μία έννοια, λοιπόν, μπορεί να λεχθεί πως δεν είναι αντι-καραμανλικός όπως ισχυρίζονται πολλοί, αλλά μετά-Καραμανλικός.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Kavita Patel (Roche): Η νέα «σιδηρά κυρία» του PIF έχει στρατηγική – Οι προτεραιότητες και η αγάπη για την Ελλάδα
- Γιατί η Ελλάδα αγόρασε τις φρεγάτες Bergamini – Τα πλεονεκτήματα και πόσο θα κοστίσουν
- OnlyFans: Η πλατφόρμα ενηλίκων που έγινε «σωσίβιο» για εκατοντάδες Ολυμπιονίκες, διεθνείς αθλητές και επαγγελματίες
- Eurobank: Άντληση 700 εκατ. ευρώ με υπερκάλυψη σχεδόν 4 φορές στο ομόλογο Senior Preferred