Watches

Τι ώρα είναι; Η ιστορία πίσω από τα ρολόγια

  • Της Μαρίας Θερμού

Το Patek Philippe του 1932


Από χρυσό, πλατίνα, τιτάνιο, απλό μέταλλο ή πλαστικό. Στολισμένο με διαμάντια, ρουμπίνια, ζαφείρια ή τίποτε. Με περίτεχνο σχεδιασμό υψηλής αισθητικής ή απλώς μια λευκή πλάκα. Κόσμημα, εργαλείο ή αξεσουάρ καθημερινή χρήσης. Με υπογραφή συνώνυμη της αξίας του ή του στάτους του κατόχου του. Με κόστος πολλών …χιλιάδων ή μερικών ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, με αξιοπιστία και ακρίβεια! Γιατί αυτό είναι, εν τέλει, το ζητούμενο από ένα ρολόι.

Είτε πανάκριβο είτε ευτελές, σε κάθε εποχή και από όλους του κατόχους του. Είτε πρόκειται για ένα Patek Philippe Supercomplication του 1932 των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων δολαρίων, είτε για το σύγχρονο Hublot Diamond με 1.200 διαμάντια 140 καρατίων και λευκό χρυσό 18 καρατίων, αξίας πέντε εκατομμυρίων δολαρίων, είτε όμως και για έναν μικρό χάλκινο δίσκο με χαραγμένα ονόματα μηνών, πόλεων και γεωγραφικά πλάτη από τον μακρινό 4ο μ.Χ. αιώνα. Από μια εποχή δηλαδή, που ένα τέτοιο αντικείμενο αποτελούσε την απόλυτη πολυτέλεια και σαφώς ένδειξη μεγάλου πλούτου.

Γιατί, μπορεί οι προσπάθειες μέτρησης του χρόνου να άρχισαν μερικές χιλιετίες πριν -πρώτοι , όπως λένε οι ιστορικοί, πρέπει να ήταν οι Κινέζοι και οι Χαλδαίοι, περί το 2.500 π.Χ.- ωστόσο το ρολόι άργησε πολύ να γίνει κοινό κτήμα όλων. Ειδικά στην Ελλάδα, η καθολική εξάπλωσή του αρχίζει από την δεκαετία του ΄50 και μετά.
Το διαμαντένιο Hublot Diamond

«Η φύση δεν βιάζεται ποτέ κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους», είχε πει ο Kινέζος φιλόσοφος, Λάο Τσε. Και πάντως, παρατηρώντας την φύση αντιλήφθηκαν οι αρχαίοι Κινέζοι το ρόλο, που έπαιζε ένας κατακόρυφος στύλος (ο γνώμονας) τοποθετημένος πάνω σε μία επίπεδη επιφάνεια. Γιατί από εκεί άρχισαν όλα. Έτσι, πρώτα χάραξαν την μεσημβρινή γραμμή (διεύθυνση βορρά – νότου) από την σκιά του γνώμονα, τη στιγμή που είναι μεσημέρι, και μετά απ΄ αυτήν καθόρισαν και τα άλλα σημεία του ορίζοντα. Προσδιόρισαν τις τροπές, τη διάρκεια του έτους και την απόκλιση του Ήλιου.

Και, με όλα αυτά, οδηγήθηκαν στα πρώτα ρολόγια της ανθρωπότητας, τα ηλιακά ρολόγια, που μετρούσαν τον αληθινό ηλιακό χρόνο! Στο μεταξύ, στο παιχνίδι είχαν μπει, περί το 2000 π.Χ. και οι Βαβυλώνιοι, χρησιμοποιώντας το εξηκoνταδικό σύστημα, έναν προπομπό του δωδεκαδικού συστήματος μέτρησης, που ισχύει σήμερα για την μέτρηση του χρόνου.

Την χρήση του γνώμονα γνώριζαν, όμως και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, κατασκευάζοντας κι αυτοί ηλιακά ρολόγια. Μάλιστα, οβελίσκοι που τοποθετούνταν σε διάφορα σημεία των πόλεων, είχαν και την χρήση γνωμόνων. Επίπεδες ή κατακόρυφες πλάκες, με βαθμολογημένες κλίμακες, ήταν οι συνηθέστεροι τύποι ηλιακών ρολογιών, υπήρχαν όμως και οι κύβοι, οι κοίλες σφαίρες κ. ά.

Στην αρχαία Ελλάδα

Ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (610-540 π.X.) ήταν, σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο πρώτος που κατασκεύασε ηλιακό ρολόι στην αρχαία Ελλάδα. Λέγεται, μάλιστα, ότι έστησε έναν γνώμονα σε μορφή πυραμίδας στην Σπάρτη. Απ΄ αυτόν πήρε την σκυτάλη ο Aναξιμένης (586-525 π.X.), που το τελειοποίησε, ενώ το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο Aναξαγόρας (περ.500-428 π.Χ) είχε σχήμα σκάφης. Και έτσι το ονόμασε.

Ιδιαίτερη, εξάλλου, ήταν η περίπτωση του διάσημου αστρονόμου, αρχιτέκτονα και γεωμέτρη Mέτονα (5ος π.X. αιώνας), που το «ηλιοτρόπιό» του ήταν ένα είδος τελειοποιημένου γνώμονα, με τον οποίο ανακάλυψε ότι οι ισημερίες και οι τροπές δεν διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις ίσες εποχές.

Πολύ αργότερα, περί το 50 π.Χ., χρονολογείται το μνημείο του Kυρρήστου, ο γνωστός μας Πύργος των Ανέμων στην Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας, το οποίο, εκτός από υδραυλικό χρονόμετρο για να υπολογίζει την ώρα στις μέρες χωρίς ηλιοφάνεια, φέρει στις οκτώ πλευρές του ισάριθμα ηλιακά ρολόγια.

Αλλά και οι Ρωμαίοι, όταν γνώρισαν τα ηλιακά ρολόγια από τους Έλληνες της Mεγάλης Eλλάδας, τα λάτρεψαν κυριολεκτικά. Κοσμούσαν πάντα τις επαύλεις τους με αυτά, χαράσσοντας μάλιστα πάνω τους τρία κεφαλαία S, που είναι τα αρχικά των λέξεων Sine, Sole, Sileo, δηλαδή «Χωρίς Ήλιο Σιωπώ».

Το Ωρολόγιον του Κυρρήστου ή Πύργος των Ανέμων σε φωτογραφία του 1853- 1854

Οι κλεψύδρες

Με εντελώς διαφορετική λογική λειτουργίας, αφού δεν εξαρτώνταν από τον ήλιο, οι κλεψύδρες χρησιμοποιήθηκαν κι αυτές ευρύτατα στην αρχαία Ελλάδα, από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αιγύπτιους, ήταν εφεύρεση του θεού χρονομέτρη Θωθ, αλλά οι Έλληνες πίστευαν ότι πατέρας της ήταν ο Ερμής, ως διαιρέτης του χρόνου και πατέρας των επιστημών και μάλιστα της Αστρονομίας. Η χρήση της στα αθηναϊκά δικαστήρια, όπως είναι γνωστό άλλωστε, ήταν καθοριστική για την τέλεση μιας δίκης.

Μια τέτοια κλεψύδρα του 400 π.Χ -σπάνιο εύρημα- μπορεί να δει κανείς σήμερα στο μουσείο της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών.

Πολύ σύντομα, όμως, οι απλές υδάτινες κλεψύδρες εξελίχτηκαν σε υδραυλικά όργανα, που συχνά ήταν πολύπλοκα. Ο Πλάτωνας (427- 347 π.Χ.), για παράδειγμα, είχε κατασκευάσει μια σύνθετη κλεψύδρα, που, μέσω πίεσης του αέρα, προκαλούσε σε καθορισμένη ώρα έναν συριγμό, λειτουργώντας έτσι σαν ξυπνητήρι!

Όσο για τον σπουδαίο μηχανικό της αρχαιότητας, τον Κτησίβιο τον Αλεξανδρέα (285-222 π.Χ.), υπήρξε ο εφευρέτης της «υδραυλίδας», ενός πολύ σύνθετου οργάνου, που χρησιμοποιούσε οδοντωτό τροχό, τύμπανα και μηχανισμούς, εκτελώντας πολύπλοκες κινήσεις, που τελικά έδειχναν την ώρα.

Ξεχωριστό ήταν και το Ωρολόγιον του Αρχιμήδη(287-212 π.Χ.), ένας πρώιμος μηχανισμός ρολογιού, όπου, αντί του σημερινού ελατηρίου, χρησιμοποιούσε ροή ύδατος.

Μια διαφοροποίηση της κλεψύδρας, εξάλλου, με τη χρήση άμμου αντί για νερό, χρησιμοποιήθηκε κατά τον Μεσαίωνα στην Ευρώπη. Είναι τα λεγόμενα «αμμωτά» ή «αμμομετρικά ρολόγια» ή ακόμη «αμμοκλεψύδρες».

Τα φορητά ρολόγια

Δεδομένου, όμως, ότι οι άνθρωποι, ειδικά όταν ταξίδευαν, είχαν την ανάγκη ενός οργάνου, ώστε να γνωρίζουν την ώρα, τα φορητά ρολόγια ήταν ο επόμενος στόχος των εφευρετών. Άλλωστε, αυτά τα ρολόγια δεν κατέγραφαν μόνον την κίνηση του ήλιου, αλλά παράλληλα λειτουργούσαν και ως αστρονομικά όργανα, προκειμένου να εντοπίζει ο κάτοχός τους την θέση στην οποία βρισκόταν.

Από τα πιο σημαντικά, έτσι, ηλιακά φορητά ρολόγια, που έχουν διασωθεί ως σήμερα, είναι αυτό που βρέθηκε στους Φιλίππους της Μακεδονίας και χρονολογήθηκε μεταξύ 250-350 μ.Χ. Είναι ένα χάλκινο, κυκλικό αντικείμενο, που αποτελείται από τρεις δακτυλίους, τον ένα μέσα στον άλλον, στους οποίους ήταν σημειωμένοι οι μήνες, αλλά και οι τέσσερις πόλεις, για τις οποίες ίσχυε η μέτρηση.

Φορητό ηλιακό ρολόι του 250-350 μ.Χ. από τους Φιλίππους της Μακεδονίας

Ξεχωριστό είναι και το ρολόι που βρέθηκε στη Σάμο (φυλάσσεται στο μουσείο της), παρ΄ ό,τι δεν σώζεται σε καλή κατάσταση. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι χρονολογείται από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (324 μ.Χ.) και μετά, αφού μία από τις πόλεις που αναφέρονται σ΄αυτό είναι η Κωνσταντινούπολη. Φτιαγμένο από ορείχαλκο, με διάμετρο 6,8 εκατοστά έχει χαραγμένους πάνω του ελληνικούς αριθμούς, μήνες του Ιουλιανού ημερολογίου, καθώς και τις ονομασίες δώδεκα πόλεων με το γεωγραφικό πλάτος καθεμιάς.

Από το Βυζάντιο του 5ου με αρχές του 6ου αιώνα προέρχεται και το μπρούτζινο ρολόι – ημερολόγιο, που βρίσκεται στο Μουσείο Επιστημών του Λονδίνου. Έχει σχήμα δίσκου με διάμετρο 13,5 εκατοστά και στην μπροστινή επιφάνειά του έχει χαραγμένους τους μήνες του Ιουλιανού Ημερολογίου, τα σύμβολα των ημερών της εβδομάδας, αλλά και τα ονόματα δεκαέξι πόλεων και επαρχιών της Αυτοκρατορίας (όμως Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Ρόδος) με το γεωγραφικό τους πλάτος. Ιδιομορφία του, ότι περιλαμβάνει και ένα μηχανικό ημερολόγιο, το οποίο λειτουργούσε με γρανάζια

Να σημειωθεί, πάντως, ότι, μέσω του Βυζαντίου, η εφεύρεση των φορητών ηλιακών ρολογιών πέρασε στους Άραβες και, βέβαια, στη Δύση.

Παλιά Αθήνα

Από το Μουσείο της Ακρόπολης, η θέα προς τον ιερό βράχο είναι απρόσκοπτη, λίγοι όμως γνωρίζουν -ή μπορούν να αναγνωρίσουν- το μεγάλο, μαρμάρινο ρολόι, που βρίσκεται ακόμη στη θέση του, στο νότιο τείχος, κάτω από τον Παρθενώνα. Είναι ένα ηλιακό ρολόι, ασφαλώς, από τα πολλά που βρίσκονταν στους δημόσιους χώρους της αρχαίας πόλης.

Το γνωστότερο ηλιακό ρολόι της Αθήνας, όμως, σήμερα είναι αυτό που βρίσκεται στον Εθνικό Κήπο.
Το ηλιακό ρολόι του Εθνικού Κήπου

«Tο παρόν ηλιακόν ωρολόγιον εστήθη το πρώτον εις την παρά την μεσημβρινήν πλευράν των ανακτόρων μαρμαρίνη κλίμακα του Eθνικού Kήπου, επί βασιλέως Όθωνος. Mετεφέρθη, δε, ενταύθα κατά μήνα Aπρίλιον του 1929», όπως αναγράφεται στην μία πλευρά του.

Εκείνη την εποχή, οι Αθηναίοι που δεν είχαν δικά τους ρολόγια -κι ήταν πολλοί- μάθαιναν την ακριβή ώρα από μία σφαίρα σαν μπαλόνι, που υψωνόταν το μεσημέρι από το Αστεροσκοπείο. Από εκεί έπαιρναν το σήμα και οι καμπάνες των εκκλησιών και κτυπούσαν.

Σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας «Πρωΐα», το 1927: «Άλλοτε ο αρμόδιος υπάλληλος του Αστεροσκοπείου έδιδε το σημείον της μεσημβρίας σείων μίαν χρωματιστήν σημαίαν και φωνάζων συγχρόνως: -Δώδεκα! Εις ημέρας όμως σκοτεινάς ή όταν έβρεχεν, οι νεωκόροι των εκκλησιών εδυσκολεύοντο να διακρίνουν την σειομένην σημαίαν και δι΄αυτό πολλές φορές εγίνοντο λάθη, τα οποία είχον σοβαρόν αντίκτυπον εις την ακρίβειαν της αθηναϊκής ώρας. Κατά τα τελευταία έτη, η σημαία αντικατεστάθη με μίαν μεγάλην ερυθρόλευκον σφαίραν. Εις τας 12 παρά 5, η σφαίρα υψώνεται παρά του υπαλλήλου μέχρι της κορυφής σχεδόν του τρούλλου και εις τας 12 ακριβώς καταβιβάζεται. Η σφαίρα αυτή είναι ευδιάκριτος από όλα σχεδόν τα κωδωνοστάσια των εκκλησιών».

Από εκεί ως τα σημερινά ρολόγια υψηλής ακριβείας, τα χρονόμετρα, η απόσταση μοιάζει δυσθεώρητη. Όπως και από τη χρήση του λίθου και, αργότερα, των μετάλλων, στην μπαταρία, στους κρυστάλλους χαλαζία και στα ατομικά ρολόγια. Μπορεί ο Γκράχαμ Γκριν να ήταν απολύτως απορριπτικός όταν έλεγε πως «Στην Ελβετία, πεντακόσια χρόνια δημοκρατίας και ειρήνης, και ποιο ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά τους; Το ρολόι-κούκος!», όμως κούκος ή όχι, το ρολόι και ο χρόνος καθόριζε πάντα τη ζωή.