Τράπεζες

Η αλήθεια των αριθμών για τα έσοδα, τις προμήθειες και την κερδοφορία των τραπεζών


Δύσκολη άσκηση αποτελεί για τις τράπεζες η ενίσχυση των λειτουργικών τους εσόδων, τα οποία και συνιστούν συστατικό στοιχείο για την επιστροφή στην… κανονικότητα της βιώσιμης κερδοφορίας.

Η αλήθεια των αριθμών μαρτυρεί τα δεδομένα: Στην ετήσια χρήση του 2016, οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι της Εθνικής, της Πειραιώς, της Alpha Bank και της Eurobank, είχαν συνολικά έσοδα 8,4 δισ. ευρώ. Το 2017 τα έσοδα έπεσαν στα 8,1 δισ. και πέρσι υποχώρησαν στα 7,7 δισ. ευρώ. Για να διαμορφωθούν στα 3,8 δισ. στο εφετινό πρώτο εξάμηνο.

Μεσούσης της κρίσης και λόγω εξαγορών και συγχωνεύσεων, ο βαθμός συγκέντρωσης του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξήθηκε, με συνέπεια σήμερα οι τέσσερις συστημικές τράπεζες να έχουν φτάσει να ελέγχουν σχεδόν το 98% της αγοράς. Μιάς αγοράς όμως ,που δεν έχει την ίδια παραγωγική δυναμική με το «ανέφελο» παρελθόν της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική διαθέσιμη «πίτα» έχει απομειωθεί, καθώς τα νέα δάνεια παρέχονται με το σταγονόμετρο, ενώ υπό πίεση βρίσκεται και η ζήτηση τραπεζικών υπηρεσιών. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η αναγκαστική εκποίηση σχεδόν όλων των «ασημικών» των τραπεζών, οι οποίες περιχαρακώνονται πιά στις αμιγείς τραπεζικές εργασίες της εσωτερικής αγοράς, στη συντριπτική τους πλειονότητα. Την ίδια στιγμή βεβαίως έχουν να διαχειριστούν το μέγα ζήτημα των «κόκκινων», όπως και αυτό της εκλογίκευσης στα λειτουργικά τους κόστη.

Κύρια πηγή εσόδων για τις τράπεζες αποτελούν τα τοκοφόρα αποτελέσματα. Στο πρώτο εφετινό 6μηνο τα καθαρά έσοδα των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας, έφτασαν στα 2,78 δισ. ευρώ. Δηλαδή στο 73,1% των συνολικών τους εσόδων.

Στην όλη οικονομική εξίσωση βέβαια μπαίνουν και οι πολυσυζητημένες προμήθειες των τραπεζών. Καθώς αυτές αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία για την έφοδο και τους ενδελεχείς ελέγχους που έγιναν επί διήμερο, από το πολυμελές κλιμάκιο της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο των εναρμονισμών πρακτικών στις τραπεζικές χρεώσεις, κάτι που σαφώς νοθεύει την ορθολογική έννοια του ανταγωνισμού.

Στο 20,6% των συνολικών εσόδων οι προμήθειες

Η αλήθεια είναι ότι οι αμοιβές και οι προμήθειες των τραπεζών δεν αποτελούν μια νέα, αλλά μια διαχρονική παράμετρο άντλησης τραπεζικών εσόδων. Όχι φυσικά μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες είχαν, στο πρώτο εξάμηνο του 2019, έσοδα 574 εκατ. ευρώ από προμήθειες και αμοιβές. Στις οποίες συγκαταλέγονται οι υπηρεσίες που προσφέρονται για τις κάρτες συναλλαγών, τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, αλλά και τις κάθε είδους αμοιβές που εισπράττει μια τράπεζα. Ακόμη και τα έσοδα που μπορεί να υπάρχουν από ενοίκια, σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται…

Σε κάθε περίπτωση, τα συγκεκριμένα έσοδα των τραπεζών αντιστοιχούν στο 20,6% των καθαρών εσόδων από τόκους. Ποσοστό αρκετά χαμηλότερο σε σύγκριση με τις τραπεζικές επιδόσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.

Πέραν των καθαρών εσόδων από τόκους και από τις προμήθειες, οι συστημικές τράπεζες άντλησαν άλλα 462 εκατ. ευρώ στο πρώτο εφετινό εξάμηνο, από παράπλευρες και όχι κύριες δραστηριότητες. Οι οποίες κατά βάση αφορούν χρηματοοικονομικές πράξεις με κεντρική έμφαση στα ομόλογα, αλλά και έσοδα από αγοραπωλησίες μετοχών, μερίσματα και διάφορα συναφή. Έτσι, το τελικό «ισοζύγιο» και από τις τρεις πηγές εσόδων των τραπεζών έφτασε στα επίπεδα των 3,8 δισ. εν συνόλω. Με το σκέλος των αμοιβών και των προμηθειών να αντιστοιχεί στο 15,1% του γενικού συνόλου.

Σε ανοδική κατεύθυνση

Είναι πάντως χαρακτηριστικό, ότι στα προηγούμενα τρία χρόνια τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες κινούνται ανοδικά, ακολουθώντας αντίθετη πορεία από αυτήν των συνολικών τους εσόδων. Το 2016 οι προμήθειες ήταν 1,027 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 12,2% των συνολικών εσόδων. Το 2017 τα έσοδα από προμήθειες ήταν 1,145 δισ. (το 14,2% του συνόλου) ενώ το 2018 ανέβηκαν στα 1,232 δισ. ευρώ «εκφράζοντας» το 16,1% των συνολικών, τραπεζικών εσόδων, από όλες τους τις δραστηριότητες.

Αν μη τι άλλο, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι τράπεζες έχουν εντείνει τις κινήσεις τους προς την κατεύθυνση των εσόδων από αμοιβές και προμήθειες. Επιζητώντας προφανώς να αντισταθμίσουν ως ένα βαθμό, την κάμψη από άλλες πηγές άντλησης εσόδων. Η αλματώδης άνοδος της ηλεκτρονικής τραπεζικής έχει διευρύνει το πεδίο των χρεώσεων για προσφορά υπηρεσιών, που σαφώς και έχουν κόστη για χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το ζήτημα είναι αν αυτές οι χρεώσεις έχουν ένα ορθολογικό υπόβαθρο, ή αν τυχόν εκφεύγουν από αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις. Αφήνοντας μετέωρο το ενδεχόμενο για τυχόν εναρμονισμένες πρακτικές. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι τράπεζες, στις δύσκολες αυτές συγκυρίες δεν έχουν την… πολυτέλεια να αποποιούνται έσοδα από κάθε δυνητική πηγή και μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των προσφερόμενων υπηρεσιών τους.

Τα κόστη, οι προβλέψεις ,τα κέρδη και η «επόμενη μέρα»

Φυσικά οι τράπεζες δεν έχουν μόνο έσοδα, αλλά και μεγάλα, λειτουργικά κόστη. Από τα 3,8 δισ. των εσόδων του πρώτου εφετινού εξαμήνου, απέμειναν 1,9 δισ. μέχρι τη… γραμμή του ισολογισμού που δείχνει τα προ προβλέψεων κέρδη. Μόνο για τις αμοιβές των εργαζομένων απαιτήθηκε περί το 1 δισ. ευρώ. Ένα σημαντικό τμήμα από αυτό το κόστος, καλύφθηκε από τα έσοδα των προμηθειών.

Πέραν τούτων οι τράπεζες θυσίασαν περίπου 1,4 δισ. για προβλέψεις έναντι επισφαλών δανείων. Μετά και από ορισμένες άλλες απομειώσεις η καθαρή κερδοφορία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, διαμορφώθηκε στα 383 εκατ. ευρώ στο πρώτο εφετινό 6μηνο.

Όλα αυτά βέβαια σαν γενική εικόνα, η οποία δεν «αξιολογεί» τις επί μέρους επιδόσεις της κάθε μίας από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Αναμφίβολα, το οικονομικό προφίλ των τραπεζών έχει βελτιωθεί σε σχέση με το «ταραγμένο» παρελθόν, ενώ και η γενικότερη προοπτική ανάταξης της ελληνικής οικονομίας, δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες για καλύτερες μέρες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ειδικά μάλιστα, από τη στιγμή που το σχέδιο «Ηρακλής» θα λειτουργήσει αποτελεσματικά για την καταπολέμηση των «κόκκινων» δανείων.