ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μιχάλης Σάλλας, μια ζωή σε πρώτο πλάνο: Οι μεγάλες αποφάσεις, οι επιτυχίες, οι συγκρούσεις και ένας απολογισμός πέντε δεκαετιών με ισχυρό αποτύπωμα στην οικονομία και στις επιχειρήσεις
Τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη διοίκηση της Παγκρήτιας Τράπεζας, αποκαλύπτεται η κόντρα του Γιώργου Σάλλα (του 45χρονου σήμερα γιου του εμβληματικού τραπεζίτη, Μιχάλη Σάλλα), με την Τράπεζα της Ελλάδος αυτή τη φορά στα δικαστικά έδρανα, καθώς ο τελευταίος έχει προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση της απόφασης που τον είχε κρίνει ακατάλληλο για τη θέση του εκτελεστικού αντιπροέδρου λόγω ανεπαρκούς επαγγελματικής εμπειρίας.
Το ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι η αρνητική αξιολόγηση εκδόθηκε στις 26 Αυγούστου 2022, ενώ ο Γιώργος Σάλλας είχε ήδη παραιτηθεί 20 ημέρες πριν. Αυτή ακριβώς η χρονική ακολουθία βρίσκεται στον πυρήνα της δικαστικής διαφοράς, καθώς τίθεται το ερώτημα εάν μια εποπτική αρχή, όπως είναι η ΤτΕ, μπορεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση τραπεζικού στελέχους που έχει ήδη αποχωρήσει από τα καθήκοντά του.
Καθώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αλλά και πολύπλοκο νομικά ερώτημα με βάση το ενωσιακό δίκαιο, το ΣτΕ αποφάσισε να ζητήσει την ερμηνεία του ευρωπαϊκού δικαίου από το Δικαστήριο της ΕΕ, στο οποίο αυτή τη στιγμή εκκρεμεί προδικαστικό ερώτημα. Η απάντηση δεν θα καθορίσει μόνο την περαιτέρω πορεία της προσφυγής του Γιώργου Σάλλα, αλλά θα αποσαφηνίσει και τα όρια των εξουσιών των εποπτικών αρχών απέναντι σε τραπεζικά στελέχη που έχουν ήδη παραιτηθεί.
Η παραίτηση από την Παγκρήτια και η αρνητική αξιολόγηση της ΤτΕ
Η υπόθεση ξεκινά τον Ιούνιο του 2022, όταν ο Γιώργος Σάλλας ανέλαβε καθήκοντα εκτελεστικού αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Παγκρήτιας Τράπεζας.
Ήταν μια περίοδος ιδιαίτερα σημαντικών εξελίξεων για την Παγκρήτια, η οποία αντιμετώπιζε κεφαλαιακές προκλήσεις, υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και βρισκόταν σε διαδικασία εταιρικού μετασχηματισμού. Η επιλογή των προσώπων που θα αναλάμβαναν θέσεις ευθύνης στη διοίκησή της είχε, συνεπώς, βαρύνουσα σημασία και για την αρμόδια εποπτική αρχή.
Ο Γιώργος Σάλλας ανέλαβε επισήμως καθήκοντα στις 29 Ιουνίου 2022, οπότε και η τοποθέτησή του αποτέλεσε αντικείμενο αξιολόγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας ελέγχου καταλληλότητας των μελών διοίκησης πιστωτικών ιδρυμάτων.
Στις 2 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Τράπεζας της Ελλάδος, της διοίκησης της Παγκρήτιας και του ίδιου του στελέχους. Δύο ημέρες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, ο Γιώργος Σάλλας υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία έγινε αποδεκτή από το Διοικητικό Συμβούλιο στις 5 Αυγούστου.
Η αποχώρησή του, ωστόσο, δεν σήμανε και το τέλος της εποπτικής διαδικασίας. Στις 26 Αυγούστου 2022, ήτοι 22 ημέρες μετά την παραίτηση, η Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος εξέδωσε αρνητική αξιολόγηση της καταλληλότητάς του, κρίνοντας ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική εμπειρία για τη συγκεκριμένη θέση.
Το ζήτημα είχε απασχολήσει ήδη τότε τη δημοσιότητα, με τον πατέρα του, Μιχάλη Σάλλα, να αναφέρεται στην αρνητική αξιολόγηση του γιου του, εκφράζοντας τη διαφωνία του με τον χειρισμό της υπόθεσης από την εποπτική αρχή. Αυτό, όμως, που δεν γνώριζε κανείς ήταν ότι η εν λόγω δυσαρέσκεια δεν είχε περιοριστεί σε μερικές δηλώσεις, αλλά είχε πάρει δικαστική τροπή, η οποία 4 χρόνια μετά δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά αντιθέτως απέκτησε και ευρωπαϊκή διάσταση.
Γιατί ο Γιώργος Σάλλας προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας
Στο επίκεντρο της αίτησης ακύρωσης κατά της ΤτΕ βρίσκεται το γεγονός ότι η εποπτική αρχή ολοκλήρωσε τη διαδικασία αξιολόγησης και εξέδωσε δυσμενή απόφαση σε χρόνο κατά τον οποίο ο Γιώργος Σάλλας δεν κατείχε πλέον τη θέση για την οποία αξιολογούνταν. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του αιτούντος, η παραίτηση είχε ως συνέπεια να εκλείψει το αντικείμενο της αξιολόγησης, καθώς η διαδικασία αποσκοπεί στη διαπίστωση της καταλληλότητας προσώπων που πρόκειται να ασκήσουν ή ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε πιστωτικό ίδρυμα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, από την άλλη, υποστηρίζει ότι η παραίτηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια της αρμοδιότητάς της να ολοκληρώσει την εποπτική διαδικασία, αφού η ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίθηκε αναγκαία για λόγους διαφάνειας και χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης, αλλά και προκειμένου να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ανάληψη καθηκόντων από το συγκεκριμένο στέλεχος είχε γίνει σιωπηρά αποδεκτή από την εποπτική αρχή.
Η ΤτΕ επικαλείται, επομένως, έναν ευρύτερο εποπτικό σκοπό, ο οποίος δεν εξαντλείται στην παρουσία ή μη του αξιολογούμενου προσώπου στη διοίκηση της τράπεζας. Και αυτό ακριβώς το ζήτημα καλείται πλέον να αποσαφηνίσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα δύο ερωτήματα του ΣτΕ προς το Δικαστήριο της ΕΕ
Η αξιολόγηση της καταλληλότητας των διοικήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι υποχρέωση που προβλέπεται από το ευρωπαϊκό και το ελληνικό τραπεζικό δίκαιο, με το άρθρο 91 της Οδηγίας 2013/36 να θέτει τις βασικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα μέλη των διοικητικών οργάνων των τραπεζών, μεταξύ των οποίων η επαρκής επαγγελματική εμπειρία, οι γνώσεις, οι δεξιότητες και η αξιοπιστία τους.
Στην ελληνική έννομη τάξη, το σχετικό πλαίσιο περιλαμβάνεται στον νόμο 4261/2014, ενώ οι ειδικότερες διαδικασίες αξιολόγησης εξειδικεύονται με κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εξετάζοντας την αίτηση ακύρωσης, διαπίστωσε ότι ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου και, με την απόφαση 2193/2025, υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ.
Το πρώτο και σημαντικότερο αφορά την ίδια τη δυνατότητα συνέχισης της αξιολόγησης μετά την παραίτηση. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ ζητά να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 91 της Οδηγίας 2013/36 επιτρέπει στην αρμόδια εποπτική αρχή να ολοκληρώνει την αξιολόγηση καταλληλότητας ενός μέλους διοίκησης πιστωτικού ιδρύματος, ακόμη και όταν το πρόσωπο αυτό έχει ήδη παραιτηθεί. Το ερώτημα είναι καίριο για τις περιπτώσεις όπου η αξιολόγηση αφορά στέλεχος που έχει ήδη ασκήσει καθήκοντα και το πιστωτικό ίδρυμα αντιμετωπίζει σοβαρούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους, γεγονός που μπορεί να δικαιολογεί κατά την εποπτική αρχή την ολοκλήρωση του ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κανονιστικό πλαίσιο βάσει του οποίου διενεργείται η αξιολόγηση. Ειδικότερα, το ΣτΕ ζητά να διευκρινιστεί εάν η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την αξιολόγηση μελών διοίκησης λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων, υποχρεούται να εφαρμόζει και τον Οδηγό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας, πέρα από τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών.
Το ζήτημα δεν είναι αμιγώς θεωρητικό, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος είχε διευκρινίσει ότι δεν εφάρμοσε τον συγκεκριμένο Οδηγό κατά την αξιολόγηση. Συνεπώς, η απάντηση του ΔΕΕ θα μπορούσε να επηρεάσει και το πλαίσιο βάσει του οποίου θα ελεγχθεί δικαστικά η νομιμότητα της απόφασής της.
Τι διακυβεύεται για τον Σάλλα και την τραπεζική εποπτεία
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το καθοριστικότερο βήμα για την εξέλιξη της δικαστικής διαφοράς.
Εάν το ΔΕΕ κρίνει ότι η παραίτηση στελέχους εμποδίζει την εποπτική αρχή να ολοκληρώσει τη διαδικασία αξιολόγησής του, θα δημιουργηθεί ισχυρό νομικό έρεισμα για την ακύρωση της αρνητικής απόφασης που εκδόθηκε εις βάρος του Γιώργου Σάλλα.
Αντίθετα, εάν γίνει δεκτό ότι η αξιολόγηση μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και μετά την αποχώρηση του στελέχους, το Συμβούλιο της Επικρατείας θα κληθεί να εξετάσει τη νομιμότητα της συγκεκριμένης πράξης υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που θα θέσει το ευρωπαϊκό δικαστήριο.
Σε κάθε περίπτωση, το ΔΕΕ δεν πρόκειται να αποφανθεί εάν ο Γιώργος Σάλλας διέθετε ή όχι την απαιτούμενη εμπειρία για τη θέση του εκτελεστικού αντιπροέδρου της Παγκρήτιας. Ούτε θα ακυρώσει το ίδιο την απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς η τελική κρίση επί της αίτησης ακύρωσης ανήκει στο ΣτΕ.
Για τον Γιώργο Σάλλα, πάντως, το περιεχόμενο της δικαστικής διαμάχης δεν περιορίζεται προφανώς σε ένα ζήτημα ερμηνείας του ευρωπαϊκού δικαίου. Παρότι είχε ήδη αποχωρήσει από την Παγκρήτια, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στην έκδοση μιας αρνητικής αξιολόγησης, η οποία παραμένει καταγεγραμμένη ως επίσημη εποπτική κρίση για την επαγγελματική του επάρκεια. Η ακύρωσή της είναι, επομένως, για τον ίδιο ένα προσωπικό και επαγγελματικό στοίχημα, ώστε να εξαλειφθεί μια δυσμενής διοικητική πράξη που θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί σε ενδεχόμενη μελλοντική αξιολόγησή του για θέση στη διοίκηση πιστωτικού ιδρύματος.
Διαβάστε επίσης:
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κρεμλίνο: Ανοιχτός ο Πούτιν σε συνομιλίες με ΗΠΑ και Ουκρανία τον Νοέμβριο
- CNL Capital: Έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου έως €150.000
- Αίγυπτος για τουρκολιβυκό μνημόνιο: Το απορρίπτει κατηγορηματικά – «Απολύτως άκυρο και χωρίς νομική ισχύ»
- Πάρος: 21χρονη σε κώμα μετά τη χορήγηση ναρκωτικής ουσίας – Συνελήφθη ο 23χρονος σύντροφος της
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.