Πολιτισμός

Νίκος Σταμπολίδης: Οι Times παίρνουν θέση εγκαίρως και δείχνουν το δρόμο

Ο διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης Νίκος Σταμπολίδης


Κάποτε ήταν κοσμοκράτειρα και θαλασσοκράτειρα. Με τις εποχές των αυτοκρατοριών όμως να έχουν παρέλθει, η αναζήτηση ενός νέου οράματος για τη Βρετανία, που μπορεί να ανυψώσει το ηθικό μιας χώρας, η οποία ταλαντεύεται τα τελευταία χρόνια ως προς τον προσανατολισμό της –Ευρώπη ή όχι και τελικά Brexit– μπορεί να περνάει και μέσα από τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Μεγάλη απόδειξη και καθόλου τυχαία η στροφή υπέρ της επανένωσής τους, όπως εκφράστηκε με τον πλέον ηχηρό τρόπο από τους Times του Λονδίνου, κορυφαίας εφημερίδας αλλά και παραδοσιακής φωνής του συντηρητικού τμήματος της βρετανικής κοινωνίας, με αυτό το τελευταίο να έχει το ειδικό βάρος που προσμετρείται για τη συγκυρία.

«Είναι μία μεγάλη εφημερίδα που κοιτάζει προς το μέλλον, που έχει αντιληφθεί τις αλλαγές εντός και εκτός Βρετανίας και γνωρίζει πού πρέπει να στοχεύσει, όχι μόνον στην παρούσα στιγμή αλλά σε βάθος χρόνου», λέει στο mononews ο καθηγητής Νίκος Σταμπολίδης, διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, σχολιάζοντας την ιστορική αλλαγή πλεύσης των Times.

Ο διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης Νίκος Σταμπολίδης κατά την τοποθέτηση θραύσματος στη ζωφόρο

Και τι μπορεί να σημαίνει αυτό; «Οι κεραίες των ανθρώπων είναι ανοιχτές», απαντά. «Αντιλαμβανόμενοι την νέα δυναμική του ελληνικού αιτήματος και υπολογίζοντας την βούληση της κοινής γνώμης στη Βρετανία, όπου το 60% είναι υπέρ της επιστροφής των αρχιτεκτονικών Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα ενώ μόνον το 18% έχει εκφραστεί κατά, οι Times, ευφυώς αλλά και ορθολογικά σκεπτόμενοι, αποφασίζουν να πάρουν θέση εγκαίρως με την πλευρά του καλού και της ηθικής. Γιατί στόχος τους είναι η αποκατάσταση της εικόνας της χώρας στο παγκόσμιο στερέωμα αλλά και στο εσωτερικό της».

Πρόκειται άλλωστε για το καλύτερο άλλοθι, που θα μπορούσε να δοθεί επισήμως στους Βρετανούς, ακόμη και στους αρνητές της επιστροφής των Γλυπτών. Ένα άρθρο, που θα μπορούσε να διαβαστεί ως προετοιμασία της κοινής γνώμης για ό,τι ελπίζουμε οι Έλληνες να ακολουθήσει και που επ΄ουδενί θα επιθυμούσε η βρετανική πλευρά να φανεί ως ήττα της.

Η βρετανική κυβέρνηση αποφασίζει

Έχοντας υποδεχθεί στο Μουσείο Ακρόπολης, σε διάστημα λιγότερο των δέκα ημερών, δύο «αποστολές» τμημάτων της ζωφόρου του Παρθενώνα –από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και κυρίως βέβαια από το Αρχαιολογικό Μουσείο Antonio Salinas του Παλέρμο– ο κ. Σταμπολίδης βρέθηκε αμέσως από την έναρξη της θητείας του τον περασμένο Σεπτέμβριο, στην δίνη αυτών των μεγάλων εξελίξεων γύρω από την επιστροφή των Γλυπτών, που είναι ένα εθνικό ζήτημα. Ποια όμως μπορεί να είναι η εξέλιξή του;

«Όταν το 1816 θέλησε ο Έλγιν να πουλήσει τα Γλυπτά στο Βρετανικό Μουσείο η αποδοχή έγινε από το Βρετανικό Κοινοβούλιο για 35.000 λίρες», θυμίζει ο ίδιος. «Το Βρετανικό Κοινοβούλιο επίσης, ήταν αυτό, που το 1963 με μία νομοθετική πράξη που ψήφισε, είχε απαγορεύσει τότε στο Βρετανικό Μουσείο την παραχώρηση έργων των συλλογών του, γενικώς. Τώρα λοιπόν με μία νέα πράξη του μπορεί να αποφασίσει το αντίθετο, αίροντας αυτόν τον περιοριστικό όρο».

Τόσο απλά και χωρίς την υποκριτική επιχειρηματολογία, που έχει επικρατήσει από την εποχή της σύγχρονης διατύπωσης του ελληνικού αιτήματος από την Μελίνα Μερκούρη. Όταν η μεν βρετανική κυβέρνηση έλεγε –και βαρεθήκαμε να ακούμε–, ότι αρμόδιο για το θέμα είναι το Βρετανικό Μουσείο και εκείνο από τη μεριά του, ότι είναι η κυβέρνηση.

«Το Βρετανικό Μουσείο δεν είναι ανεξάρτητο, δεν είναι κράτος εν κράτει, όπως υποστηρίζουν οι Βρετανοί. Είναι υποχρεωμένο να τηρεί τις πράξεις του Κοινοβουλίου», τονίζει όμως ο κ. Σταμπολίδης. «Και αυτό σημαίνει, ότι δεν μπορούν για πολύ ακόμη να πετούν το μπαλάκι ο ένας στον άλλο, κάτι που αντιλήφθηκε η βρετανική εφημερίδα, που θέλησε να προλάβει τα γεγονότα».

Βανδαλισμός

Το ισχυρότερο επιχείρημα σε μία σοβαρή συζήτηση είναι όμως η ιδιαιτερότητα των αυτών των γλυπτών. Το τονίζει με έμφαση ο κ. Σταμπολίδης.

«Το γεγονός, ότι τόσο τα αετώματα, όσο οι μετόπες και η ζωφόρος αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του μνημείου κι ότι έκοψαν τις πέτρες στο 1/3 τους για να μπορέσουν να τις αποσπάσουν, αυτό από μόνο του είναι βανδαλισμός. Πρόκειται δηλαδή για τα αρχιτεκτονικά κομμάτια του ναού, που αφαιρώντας τα, του προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή. Γιατί δεν ήταν απλώς γλυπτά, αγάλματα ή οτιδήποτε άλλο, που μπορεί να βρίσκονταν ελεύθερα στο χώρο της Ακρόπολης».

Ακόμη και οι Times αναγνώρισαν εξάλλου, αυτή την ειδοποιό διαφορά γράφοντας, ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι μια μοναδική περίπτωση, καθώς ο διαχωρισμός τους συνιστά τον διαχωρισμό ενός καλλιτεχνικού συνόλου.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο το έναυσμα για την σημαντική αυτή εξέλιξη δόθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου με την απόφαση της UNESCO –και όχι απλή σύσταση όπως γινόταν ως τώρα– για την έναρξη συζητήσεων σε κυβερνητικό επίπεδο μεταξύ των δύο χωρών. Μία απόφαση, που είχε πέσει ως κεραυνός εν αιθρία στους Βρετανούς, που ενώ ανέμεναν για μία ακόμη φορά την επαναλαμβανόμενη εδώ και χρόνια, τυπική συζήτηση βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία ανανεωμένη από ελληνικής πλευράς επιτροπή και με τον νεοδιορισθέντα διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης να έχει δημιουργήσει, ακόμη και το κατάλληλο οπτικό πλαίσιο μέσα στο μουσείο με τα εκθέματά του.

Η απόφαση της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Επιστροφή των Πολιτιστικών Αγαθών στις Xώρες Προέλευσης, που θα μείνει έτσι ιστορική, υπήρξε στη συνέχεια ένα ακόμη επιχείρημα στη φαρέτρα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν τον Νοέμβριο κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Βρετανία ζήτησε ευθέως την επιστροφή των Γλυπτών από τον Μπόρις Τζόνσον.

Κατάθεση και όχι δάνειο

Η «κατάθεση» στο Μουσείο Ακρόπολης εξάλλου, του «θραύσματος Fagan», όπως λέγεται, από το Παλέρμο, αποτέλεσμα μακρών και επίπονων συνεννοήσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Αυτόνομης Περιφέρειας της Σικελίας λειτούργησε προφανώς ως καθοριστικός παράγοντας για τη στιγμή, που η βρετανική εφημερίδα θα άνοιγε τα χαρτιά της.

Το θραύσμα Fagan από το Παλέρμο στο Μουσείο Ακρόπολης

«Η τριαντάχρονη φιλία, που μας συνδέει με τους Ιταλούς συναδέλφους μας και η καλή τους διάθεση στην αναγνώρισης της συγγένειας του πολιτισμού μας, που είναι ουσιαστικά ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, μπορεί να γίνει παράδειγμα και για το Βρετανικό Μουσείο στην επιστροφή και την επανένωση των αρχιτεκτονικών γλυπτών του Παρθενώνα», όπως λέει ο κ. Σταμπολίδης.

Αναφορικά μάλιστα με τον όρο «κατάθεση» του τμήματος της ζωφόρου, που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση διευκρινίζει, ότι αποδίδει απολύτως την μορφή της επιστροφής του στη χώρα μας: «Η λέξη deposit, που σημαίνει κατάθεση και απόδοση αναφέρεται στην παραμονή του στην Ελλάδα εσαεί –”sine die”– κάτι που θα επιτευχθεί με την ολοκλήρωση των συζητήσεων των αρχών της Σικελίας με το υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας. Δεν πρόκειται δηλαδή, σε καμία περίπτωση για δάνειο, κάτι με το οποίο δεν θα συμφωνούσα ποτέ, δεδομένου ότι ο όρος αναγνωρίζει την κυριότητα του άλλου».

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ο πρόεδρος του Μουσείου Ακρόπολης, Δημήτρης Παντερμαλής, και ο διευθυντής, Νίκος Σταμπολίδης

Ο βρετανός αρθρογράφος

«Για περισσότερα από 50 χρόνια, καλλιτέχνες και πολιτικοί έχουν υποστηρίξει ότι έργα τέχνης τόσο θεμελιώδη για την πολιτιστική ταυτότητα ενός έθνους πρέπει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Το Μουσείο αλλά και η Βρετανική κυβέρνηση υποστηριζόμενα από τους Times, αντιστάθηκαν στην πίεση αυτή. Αλλά τώρα οι συνθήκες άλλαξαν…», σημείωνε ο αρθρογράφος κάτω από τον τίτλο «Ενώνοντας την ελληνική κληρονομιά».

Και στην συνέντευξή του στο ΣΚΑΪ ο κ. Μπίνιον ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός:

«Η κυρίαρχη άποψη είναι, πως τα μουσεία δεν πρέπει να έχουν στην κατοχή τους πολιτιστική κληρονομιά που ανήκει σε άλλες χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν πως είναι απαραίτητη για τη δική τους πολιτιστική και πολιτική ταυτότητα. Και φυσικά, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι βασικά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας και Ιστορίας και η αίσθηση είναι, ότι η Ελλάδα έχει κάνει πολλά για να καταστήσει ευκολότερη την ανταλλαγή τους με κάποια άλλη πιθανή, εκ περιτροπής έκθεση κλασικών ελληνικών γλυπτών».

Κάτι, σημειώνουμε, που αναφέρει σε κάθε σχετική αναφορά του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης λέγοντας ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να εξετάσει, από την πλευρά της, και να επιτρέψει να εκτεθούν στο Βρετανικό Μουσείο κάποια από τα πλέον εμβληματικά δημιουργήματα παγκοσμίως, έργα τέχνης που ουδέποτε έχουν βρεθεί έξω από τη χώρα.

Κατά την τελετή για την επιστροφή του θραύσματος της ζωφόρου από τη Σικελία στο Μουσείο Ακρόπολης

Το «γαϊτανάκι»

Κατά τον βρετανό αρθρογράφο η αλλαγή στη γραμμή της εφημερίδας είναι συνακόλουθη της μεταβαλλόμενης διάθεσης σε ολόκληρο τον κόσμο σχετικά με το εκθεσιακό υλικό των μουσείων, όταν αυτό προέρχεται από άλλες χώρες.

«Εάν έχει αγοραστεί ή ακόμα και δοθεί, τότε είναι νόμιμη ιδιοκτησία. Εάν έχει κλαπεί ή λεηλατηθεί ή ληφθεί με τη βία, τότε, σαφώς, υπάρχουν ιστορικά λάθη που πρέπει να διορθωθούν. Και αυτό έχει ήδη συμβεί με μια σειρά από σημαντικά αντικείμενα που τα μουσεία έχουν παραδώσει στη χώρα προέλευσης», ήταν μία ακόμη σαφής τοποθέτηση του Μάικλ Μπίνιον.

Αλλά πέραν αυτών, τι ήταν εκείνο που παρακίνησε τους Times να αλλάξουν γνώμη τη συγκεκριμένη στιγμή; Ότι το «γαϊτανάκι» μεταξύ Βρετανικού Μουσείου και κυβέρνησης έχει γίνει «γελοίο», όπως το χαρακτήρισε: «Η κυβέρνηση προσπάθησε να ξεφύγει από τη λήψη μιας απόφασης, λέγοντας ότι είναι απόφαση του Βρετανικού Μουσείου, και εκείνοι με τη σειρά τους είπαν, ότι είναι απόφαση της κυβέρνησης, και αυτού του είδους το γαϊτανάκι έχει γίνει γελοίο. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που αποφασίσαμε ότι ήρθε η ώρα να αλλάξουμε γνώμη για αυτό».

Προσθέτοντας και την οδό που κατά τη γνώμη του πρέπει να ακολουθηθεί: «Η απόφαση πρέπει να ληφθεί από το Μουσείο. Είναι οι ιδιοκτήτες αυτή τη στιγμή αυτών των υπέροχων θησαυρών, αλλά, ταυτόχρονα, θα πρέπει να υπάρξει Νόμος του Κοινοβουλίου που θα επικυρώνει μια τέτοια συμφωνία, επειδή το Κοινοβούλιο ήταν που τους έδωσε αρχικά στο μουσείο».

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, και διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, Νίκος Σταμπολίδης

Φωνές υπεράσπισης

Στη Βρετανία πάντα ήταν να μην γίνει η αρχή. Βροχή φθάνουν στους Times του Λονδίνου οι επιστολές καθηγητών βρετανικών πανεπιστημίων και άλλων προσωπικοτήτων που συμπαρατάσσονται με τον αρθρογράφο της εφημερίδας Μάικλ Μπίνιον, ο οποίος με τη φράση που έγραψε ιστορία «Τα γλυπτά ανήκουν στην Αθήνα. Τώρα πρέπει να επιστραφούν» έδωσε το σύνθημα για την απόφαση, που καλείται να λάβει η βρετανική κυβέρνηση.

Ανάμεσα σε αυτούς που παίρνουν θέση υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών Άντριου Γουάλας-Χάντριλ, ιστορικός, κλασικός αρχαιολόγος, διευθυντής Ερευνών στη Σχολή Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, ο Ρίτσαρντ Καλβοκορέσι, ιστορικός τέχνης και διευθυντής του Ιδρύματος Χένρι Μουρ, ο Πολ Κάλτρετζ, καθηγητής αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Κέιμπτζ και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα και η ντέιμ Τζάνετ Σίζμαν, ηθοποιός, σκηνοθέτης και πρόεδρος της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών
Να θυμίσουμε εδώ εξάλλου, ότι και η εφημερίδα New York Times σε άρθρο της, τον περασμένο Δεκέμβριο, με τίτλο «Ενώ η Ευρώπη επιστρέφει τεχνουργήματα, η Βρετανία παραμένει σιωπηλή» στηλίτευε τη βρετανική στάση ως προς «τα πιο γνωστά διαφιλονικούμενα μουσειακά εκθέματα στον κόσμο», όπως χαρακτήριζε τα Γλυπτά του Παρθενώνα που εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο.

Η αίθουσα του Παρθενώνα στο Μουσείο Ακρόπολης

Η ελληνική αντίδραση

Η κυβέρνηση με πάρα πολύ συστηματικό τρόπο εργάστηκε και συνεχίζει να εργάζεται στην υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα, όπως τόνισε και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, στην Ολομέλεια της Βουλής.

«Η ελληνική κυβέρνηση είχε και συνεχίζει να έχει τη μόνιμη στάση, ότι τα Γλυπτά στο Βρετανικό Μουσείο είναι προϊόν κλοπής και δεν αναγνωρίζει νομή και κυριότητα και κατοχή» ήταν μάλιστα η απάντησή της σε τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ, ότι ο πρωθυπουργός μιλά για δανεισμό αναγνωρίζοντας έτσι την κυριότητα στους Βρετανούς. Για να επισημάνει την επί μακρόν απραξία του ΣΥΡΙΖΑ, που ως κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για την προώθηση του θέματος πέρα από κάποιες συμμετοχές σε συνέδρια.

Κάτι, που αποδεικνύεται και από το ίδιο το αρχείο του υπουργείου Πολιτισμού, όπως είπε. «Δεν φθάσαμε τυχαία στην απόφαση της UNESCO, αλλά μέσα από συστηματική δουλειά», τόνισε τέλος η υπουργός, προσθέτοντας ότι και το θραύσμα από το Παλέρμο γύρισε για να μείνει.

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, κατά την υποδοχή του θραύσματος Fagan από το Παλέρμο

Ως τον «μεγαλύτερο συνήγορο της επανένωσης των Μαρμάρων, με ένα κείμενο το οποίο δεν θα το έγραφε ούτε ο πιο ένθερμος έλληνας θιασώτης αυτής της επιστροφής» χαρακτήρισε εξάλλου και ο πρόεδρος της Βουλής κ. Κώστας Τασούλας, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ την «μεταστροφή της πιο παραδοσιακής και βαρύνουσας εφημερίδας του Λονδίνου», όπως είπε. Τονίζοντας επίσης ότι «Δεν είναι τόσο νομικό το ζήτημα, αλλά αξιακό και πολιτικό, όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης».

Για τον ίδιο μάλιστα η επιστροφή των Γλυπτών θα είναι, όπως είπε «και μία νίκη της Αγγλίας, υπό την έννοια ότι μια τέτοια χειρονομία ταιριάζει σε ένα κράτος, σε ένα έθνος, σε μια κυβέρνηση και σε ένα μουσείο που αντιμετωπίζουν το θέμα της επανένωσης των γλυπτών με μια νοοτροπία εντελώς υπερβατική και “αριστοκρατική” με την καλή έννοια. Θα είναι πολύ σημαντική κίνηση και για το γόητρο της Μ. Βρετανίας».

Διαβάστε επίσης:

Times: Υπέρ της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα – Ανήκουν στην Αθήνα

Γλυπτά Παρθενώνα: Κραυγαλέα πράξη αυτοκρατορικής λεηλασίας-Καταγγελία ελληνιστή



ΣΧΟΛΙΑ