Μπορεί να ήταν παντρεμένες ή άγαμες, μπορεί να ήταν πλούσιες ή φτωχιές, μπορεί να ήταν ζωγράφοι ή γλύπτριες. Ένα όμως, ήταν το κοινό τους στοιχείο: Έβλεπαν την τέχνη ως επάγγελμα και όχι ως χόμπι. Και γι΄αυτό δούλεψαν σκληρά, με επιμονή και αυτοπεποίθηση, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους, αλλά παρ΄ ότι πολλές το κατόρθωσαν, στο πέρασμα του χρόνου τα ονόματά τους χάθηκαν, για την ακρίβεια σκεπάστηκαν από τη φήμη των ανδρών συναδέλφων τους. Πέρασαν έτσι στην αφάνεια και χρειάστηκαν δεκαετίες έρευνας στην νεώτερη εποχή ώστε αυτές οι καλλιτέχνιδες του 17ου αιώνα να βγουν από το σκοτάδι και να διεκδικήσουν, έστω σήμερα, το χώρο που τους ανήκει στη δημιουργία. Μια νέα έκθεση στο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Γάνδη ανακτά την ιστορία τους και μιλά γι’ αυτές τις γυναίκες που εργάστηκαν στο Βέλγιο και την Ολλανδία μεταξύ του 1600 και 1750 παρουσιάζοντας και τους πολλούς διαφορετικούς δρόμους που ακολούθησαν για να επιδιώξουν τις καλλιτεχνικές τους φιλοδοξίες.

Μίχαϊλινα Βάουτιε «Δύο κορίτσια ως Αγίες Αγνή και Δωροθέα» (περίπου 1650)
Μίχαϊλινα Βάουτιε «Δύο κορίτσια ως Αγίες Αγνή και Δωροθέα» (περίπου 1650)

«Πολλοί εξακολουθούν να υποθέτουν, ότι μια γυναίκα καλλιτέχνης ήταν κάτι μοναδικό τον 17ο αιώνα, αλλά έχουμε εντοπίσει περισσότερες από 40, που δημιούργησαν ωραία και υψηλής ποιότητας τέχνη», όπως λέει η Φεντερίκα Βαν Νταμ, επιμελήτρια της έκθεσης με τίτλο «Αλησμόνητες -Γυναίκες καλλιτέχνιδες από την Αμβέρσα ως το Άμστερνταμ, 1600-1750» στο βελγικό μουσείο.

1

Προθήκη με δαντέλες ανώνυμων γυναικών δημιουργών στην έκθεση του Μουσείου Καλών Τεχνών Γάνδης
Προθήκη με δαντέλες ανώνυμων γυναικών δημιουργών στην έκθεση του Μουσείου Καλών Τεχνών Γάνδης

Ελευθερία για δημιουργία

Η κοινωνική τάξη ήταν αυτή που πρωτίστως έβαζε εμπόδια στον αγώνα μιας γυναίκας για καριέρα, καθώς ακόμα και αυτές που είχαν γεννηθεί στην ελίτ αντιμετώπιζαν προβλήματα. Παράδειγμα η πριγκίπισσα Λουίζ Χόλανταϊν που είχε γεννηθεί στη Χάγη το 1622 και εκπροσωπείται στην έκθεση με τρεις αυτοπροσωπογραφίες της. Η Χόλανταϊν αρχικά ενθαρρύνθηκε να ζωγραφίζει πορτρέτα της οικογένειάς της αλλά γρήγορα της έγινε σαφές, ότι μια σοβαρή καριέρα με την δημιουργία και την πώληση έργων τέχνης θα ήταν ασυμβίβαστη με την αυλική ζωή. Κρυφά έτσι, δραπέτευσε το 1657, ασπάστηκε τον Καθολικισμό και εντάχθηκε σε ένα διάσημο αβαείο στη Γαλλία, όπου τελικά έγινε ηγουμένη. Και παράλληλα όμως, η κίνησή της αυτή της παρείχε την ελευθερία να συνεχίσει να ζωγραφίζει.

Πολλές καλλιτέχνιδες της μεσαίας τάξης εξάλλου, ακολούθησαν τα βήματα των πατέρων ή των αδελφών τους. Όπως η περίπτωση της Μαρίας Σάλκεν, η οποία σπούδασε ένα τεχνικά πολύπλοκο, ψευδαισθητικό στυλ ζωγραφικής με τον αδελφό της Γοδεφρίδο, ο οποίος το είχε διδαχθεί από έναν μαθητή του Ρέμπραντ τον Γκέρριτ Ντού. Υπάρχουν όμως ενδείξεις, σε τουλάχιστον δύο από τους πίνακές της, συμπεριλαμβανομένης μιας αυτοπροσωπογραφίας της, ότι η υπογραφή της Μαρίας κάποια στιγμή τροποποιήθηκε για να δώσει την εντύπωση ότι το έργο ήταν του αδελφού της, αυξάνοντας έτσι την αγοραία αξία του. Και αυτό το είδος σκόπιμης διαγραφής είναι ένας από τους λόγους, που τόσες πολλές γυναίκες καλλιτέχνιδες έχουν ξεχαστεί.

Καριέρα ενάντια στις πιθανότητες

Την ίδια στιγμή οι γυναίκες της εργατικής τάξης, που δεν είχαν την ευκαιρία να ιδρύσουν καλλιτεχνικά στούντιο, αξιοποιούσαν το ταλέντο τους σε λιγότερο ικανοποιητικούς δημιουργικούς ρόλους, όπως η κατασκευή δαντέλας. Μια επίπονη και χρονοβόρα εργασία, που εκτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες αλλά πληρωνόταν άσχημα.

Στην έκθεση του Μουσείο Καλών Τεχνών της Γάνδης εκτίθενται τέτοια κομμάτια δαντέλας από ανώνυμους δημιουργούς που ήταν όμως απαραίτητοι για την ευρύτερη οικονομία της πολυτέλειας. Άλλωστε όπως λέει η Βαν Νταμ «Είναι σημαντικό να εξετάζουμε όχι μόνο τη ζωγραφική αλλά και άλλους κλάδους, γιατί συνδυάζοντας τις καλές τέχνες με τις εφαρμοσμένες έχουμε μια καλύτερη εικόνα του μεριδίου των γυναικών στην οικονομική άνθηση εκείνης της εποχής».

Σε σπάνιες περιπτώσεις εξάλλου, μια γυναίκα της μεσαίας τάξης χωρίς καλλιτεχνικό υπόβαθρο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια καριέρα ενάντια στις πιθανότητες. Κάτι που πέτυχε όμως η Γιούντιτ Λάιστερ, της οποίας ο πατέρας ήταν ζυθοποιός. Γεννημένη στο Χάαρλεμ το 1609, η Λάιστερ έγινε, το 1633 μέλος της τοπικής συντεχνίας και η αυτοπεποίθησή της εκείνη την εποχή είναι εμφανής στην χαμογελαστή αυτοπροσωπογραφία της που παρουσιάζεται στην έκθεση. Ένας άλλος πίνακάς της εξάλλου, με τίτλο «Νεαρή γυναίκα παρενοχλείται από άνδρα» (1631), στον οποίο ένας άνδρας χρησιμοποιεί κέρματα για να κάνει μια πρόταση σε μια γυναίκα, που ωστόσο είναι επικεντρωμένη στο ράψιμό της έχει ερμηνευτεί ως φεμινιστικό έργο.

Γιούντιτ  Λάιστερ «Νεαρή γυναίκα παρενοχλείται από έναν άνδρα» (1631)
Γιούντιτ Λάιστερ «Νεαρή γυναίκα παρενοχλείται από έναν άνδρα» (1631)

Τελικά, οι κοινωνικές προσδοκίες μιας γυναίκας εκείνη την εποχή επικράτησαν και για την Λάιστερ, όπως λέει η Βαν Νταμ, καθώς η ζωγράφος παντρεύτηκε, το 1636 τον συνάδελφό της καλλιτέχνη Γιαν Μίνσε Μόλεναρ, οπότε άρχισε να ζωγραφίζει λιγότερο. Λίγα γνωστά έργα της χρονολογούνται μετά τον γάμο της ενώ στα χρόνια μετά τον θάνατό της, ολόκληρο το έργο της αποδόθηκε ψευδώς στον σύζυγό της κυρίως, ώσπου να ανακαλυφθεί ξανά στα τέλη του 19ου αιώνα.

Εμπόδια στις φιλοδοξίες

Αν και τα επιτεύγματα των γυναικών λάμπουν όμως, στην έκθεση, δεν παύει να χαρακτηρίζεται από την απουσία αυτού, που θα μπορούσε να ήταν. Ιδιαίτερο είναι εδώ παράδειγμα της Άννας Φραντσέσκα ντε Μπρουίνς, γεννημένης στο Μοριάλμε το 1604, η οποία δεν ήθελε ποτέ να παντρευτεί, σύμφωνα με μια βιογραφία που έγραψε ο γιος της αλλά παρ’ όλα αυτά, έγινε σύζυγος στα 24 της και απέκτησε 12 παιδιά. Έκτοτε ασκούσε την τέχνη μόνον ιδιωτικά όπως φαίνεται από ένα μικρό μπλοκ σχεδίασης που εκτίθεται στο μουσείο, ένα ημερολόγιο που καταγράφει την προσπάθειά της να συνδυάσει τις καλλιτεχνικές τα φιλοδοξίες με την οικογενειακή ζωή. Και εδώ, σε μια σελίδα του ημερολογίου, που περιέχει μια αυτοπροσωπογραφία, το χέρι ενός παιδιού έχει γράψει στη λεζάντα της εικόνας «αυτή είναι η μαμά μου».

Σε άλλη περίπτωση η μητρότητα δεν εμπόδισε τις φιλοδοξίες κάποιων –ελάχιστων- γυναικών, όπως η ζωγράφος Ράις, η οποία μπορούσε να αντέξει οικονομικά τη φροντίδα των δέκα παιδιών της.

Κι αυτό, γιατί ως εργαζόμενη μητέρα, η καλλιτέχνιδα συχνά κέρδιζε περισσότερα από τον προσωπογράφο σύζυγό της, χάρη στη μεγάλη ζήτηση που είχαν οι λουλουδένιες νεκρές φύσεις της. Αντίθετα, μια ελαφρώς παλαιότερη ζωγράφος νεκρών φύσεων που έκανε επίσης όνομα στο Άμστερνταμ, η Μαρία βαν Όστερβαϊκ επέλεξε να μην παντρευτεί ποτέ. Αντ’ αυτού συντηρούσε μόνη της τον εαυτό της μέσω του έργου της. Στο έργο «Vanitas Still Life» (1668) μάλιστα παραδίδει την αυτοπροσωπογραφία της κρυμμένη στην αντανάκλαση ενός βάζου.

Μαρία βαν Όστερβαϊκ «Ματαιότητα Νεκρή φύση»  (1668)
Μαρία βαν Όστερβαϊκ «Ματαιότητα Νεκρή φύση» (1668)

Ο βιοπορισμός

Ποια προσόντα όμως, έπρεπε να διαθέτουν οι γυναίκες καλλιτέχνες για να ξεχωρίσουν; Η επιμελήτρια του Μουσείου Καλων Τεχνών της Γάνδης είναι σαφής: Κατ΄αρχάς επιχειρηματικό πνεύμα αν ήθελαν να βιοποριστούν, όπως λέει, επίσης ευαισθησία στις τάσεις καθώς και την επιβεβαίωση ενός ξεχωριστού στυλ. Για παράδειγμα η Γιοχάνα Βεργκούβεν από την Αμβέρσα εντάχθηκε σε ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορίου, παράγοντας αντίγραφα διαφόρων καλλιτεχνών, όπως του Άντονι βαν Ντάικ. Τα αντίγραφα κατασκευάζονταν σε χαλκό -ένα εύκολα μεταφερόμενο υλικό- και εξάγονταν στις ισπανικές αποικίες, όπου υπήρχε ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση.

Άλλες γυναίκες συνέβαλαν σε αναδυόμενες πρακτικές και επιστημονικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων της φυσιοδίφου Μαρία Σίμπιλα Μέριαν και της βοτανολόγου Αλίντα Γουίθος, οι οποίες συνεργάστηκαν με την εξέχουσα ολλανδέζα συλλέκτρια έργων τέχνης και κηπουρό Άγκνες Μπλοκ. Η τελευταία ήταν μια από τις πρώτες Ευρωπαίες που καλλιέργησαν με επιτυχία ανανά, ένα φρούτο που καταγράφηκε επίσης από τη Μέριαν.

Ευρεία αναγνώριση είχε εξάλλου στο Άμστερνταμ του 17ου αιώνα και η γεννημένη το 1650 Γιοχάνα Κέρτεν, για τους εξαιρετικά επιδέξιους, και περίπλοκους «σχηματισμούς σιλουέτας» που επιτύγχανε με την λεπτή κοπή σε χαρτί, τοποθετημένο σε ένα φόντο. Το αποτέλεσμα δεν διαφέρει από αυτό της χαρακτικής αλλά αυτή η τεχνική ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη τον 17ο αιώνα, έτσι τα συγκεκριμένα έργα είχαν μεγάλη αξία.

Γιοχάνα Κέρτεν «Ελευθερία» (1697)
Γιοχάνα Κέρτεν «Ελευθερία» (1697)

Στους πελάτες της Κέρτεν περιλαμβάνονταν έτσι, ο Μέγας Πέτρος, ο Φρειδερίκος εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου και ο Γουλιέλμος Γ΄ της Αγγλίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είχε παιδιά και έλαβε σημαντική υποστήριξη από τον σύζυγό της, ο οποίος προώθησε το έργο της πολύ μετά τον θάνατό της. Δυστυχώς όμως, λίγα από τα έργα της Κέρτεν έχουν διασωθεί λόγω της ευθραυστότητάς τους, συμβάλλοντας στην απουσία της από τις κυρίαρχες αφηγήσεις για την τέχνη του 17ου αιώνα. Η περίπτωσή της καταδεικνύει πώς η διαγραφή των επιτευγμάτων των γυναικών κινδυνεύει επίσης, να παραβλέψει και τις εξειδικευμένες αλλά σημαντικές μορφές τέχνης στις οποίες διέπρεψαν ιδιαίτερα.

Διαβάστε επίσης:

Aegean: Κέρδη μετά από φόρους €147,8 εκατ. αυξημένα κατά 14% – EBITDA €421,5 εκατ. και προτεινόμενο μέρισμα €0,90/μετοχή

Air New Zealand: «Πονοκέφαλος» από την τιμές των καυσίμων – Ακυρώνει 1.100 πτήσεις για τους επόμενους 2 μήνες

ΕΛΑΣ: Κλείνει ο σταθμός του μετρό «Σύνταγμα» στις 17:30