ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Χρυσά κοσμήματα, χρυσές πόρπες και χρυσά στολίδια για ζώνες με κόσμηση από σμαράγδια, ρουμπίνια και μαργαριτάρια, χρυσά νομίσματα κι ένα χρυσό δαχτυλίδι αυτοκρατορικό.
Με σφραγίδα που θα μπορούσε να ανήκει μόνον σε έναν ανώτατο αξιωματούχο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το βυζαντινό ναυάγιο που ανακαλύφθηκε ανοιχτά της Κροατίας έχει αποκαλύψει έναν θησαυρό που θεωρείται ο σημαντικότερος αυτής της εποχής, που έχει βρεθεί ποτέ στη Μεσόγειο.
Γιατί δεν είναι μόνον η ποσότητα των χρυσών ευρημάτων, τα οποία όπως ανακοινώθηκε ζυγίζουν πάνω από 600 γραμμάρια, δεν είναι η εκλεπτυσμένη κατασκευή τους και η καλλιτεχνική τους αξία, είναι πέρα από αυτά και η ιστορική τους σημασία. Γιατί σ΄αυτό το πλοίο δεν βρίσκονταν μόνον εμπορεύματα αλλά επέβαιναν υψηλόβαθμα στελέχη της αυτοκρατορίας, που άγνωστο πώς γιατί έκαναν αυτό το σημαντικό ταξίδι.
Ειδικά μάλιστα, το σφραγιστικό δαχτυλίδι δεν είναι απλώς κόσμημα, αλλά ένα μέσο εξουσίας. Παραπέμπει σε κάποιον που μπορούσε να σφραγίζει έγγραφα, να εκπροσωπεί διοίκηση ή στρατό, να ηγείται αποστολής και να κινείται μέσα σε έναν κόσμο όπου η εικόνα του αυτοκράτορα ταξίδευε μαζί με την εξουσία του. Έναν ανώτερο στρατιωτικό διοικητή δηλαδή, αυτοκρατορικό εκπρόσωπο ή διπλωμάτη.

Στα τέλη του 7ου με αρχές του 8ου αιώνα βυθίστηκε το πλοίο, όπως αναφέρει το Κροατικό Ινστιτούτο Συντήρησης, σε μία περίοδο βαθιάς πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Κυρίαρχη δύναμη της ανατολικής Μεσογείου, το Βυζάντιο έχανε εδάφη σ΄αυτούς τους αιώνες και αγωνιζόταν να διατηρήσει την επικοινωνία μεταξύ απομακρυσμένων παράκτιων περιοχών του.
Από την άλλη και παρά τις πιέσεις αυτές το φορτίο του πλοίου φανερώνει, ότι άνθρωποι, είδη πολυτελείας και εμπορικά φορτία εξακολουθούσαν να διακινούνται μέσω των θαλάσσιων οδών της Αδριατικής.

Ένας θαλάσσιος δρόμος
Το ναυάγιο εντοπίσθηκε κοντά στο νησί Μλιετ, στα ανοικτά των νότιων ακτών της Κροατίας στην Αδριατική όπου οι ανασκαφές διεξάγονται το Τμήμα Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του Κροατικού Ινστιτούτου Συντήρησης.
Το σημείο μόνο τυχαίο δεν είναι, καθώς το νησί βρισκόταν πάνω στις θαλάσσιες οδούς, που συνέδεαν την ανατολική με τη δυτική Μεσόγειο, την Κωνσταντινούπολη και τα λιμάνια της Ανατολής με τις ιταλικές ακτές και τη Ραβέννα. Δεν είναι το μοναδικό ναυάγιο που έχει εντοπισθεί άλλωστε στην θαλάσσια περιοχή γύρω από το νησί καθώς και άλλα πλοία από την Ρωμαϊκή εποχή ως και την εποχή της Βενετικής κυριαρχίας βρίσκονται στο βυθό.
Τα εντυπωσιακά ευρήματα όμως – τέσσερα χρυσά σετ ζωνών, χρυσές αγκράφες και διακοσμητικές μύτες ζωνών στολισμένες με πολύτιμους λίθους – δεν ήταν απλώς προσωπικά κοσμήματα. Όπως διευκρινίζουν οι αρχαιολόγοι αποτελούσαν μέρος των περίτεχνων δερμάτινων ζωνών που φορούσαν ανώτεροι βυζαντινοί αξιωματούχοι, των οποίων η ένδυση αντιπροσώπευε τη θέση τους στη βυζαντινή αυτοκρατορική ιεραρχία.
Το Κροατικό Ινστιτούτο Συντήρησης αναφέρει μάλιστα, ότι παρόμοια πολυτελή εξαρτήματα ζωνών δεν έχουν ανακαλυφθεί ποτέ προηγουμένως σε υποβρύχιο αρχαιολογικό πλαίσιο στη Μεσόγειο ενώ τόσο η παρουσία των πολύτιμων λίθων και η εξελιγμένη μεταλλουργία όσο και ο τελετουργικός χαρακτήρας των αντικειμένων υποδηλώνουν άμεσες συνδέσεις με το πολιτικό ή στρατιωτικό κατεστημένο της αυτοκρατορίας.

Το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι
Συνδεδεμένο με την αυτοκρατορική εξουσία είναι εξάλλου, το σφραγιστικό δαχτυλίδι με την εικόνα ενός αυτοκράτορα από τη δυναστεία που ίδρυσε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος. Οι εκδοχές ποικίλουν σχετικά με τον κάτοχό του, με την παραδοχή ωστόσο, ότι θα ανήκε σίγουρα στην ελίτ του Βυζαντίου, στην αυτοκρατορική αυλή ή στον στρατό.
Το τεχνούργημα θα μπορούσε επίσης, να προοριζόταν ως διπλωματικό δώρο ή ακόμη να βρισκόταν στην προσωπική κατοχή ενός ανώτερου αξιωματούχου που ταξίδευε για αυτοκρατορικές υποθέσεις. «Σίγουρα δεν θα φοριόταν από οποιονδήποτε», όπως δήλωσε στο Reuters ο Pavle Dugonjić, επικεφαλής του Τμήματος Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του Κροατικού Ινστιτούτου Συντήρησης.
Τα αυτοκρατορικά νομίσματα εξάλλου, 14 τον αριθμό, βοηθούν στη χρονολόγηση του ναυαγίου, καθώς αυτά που βρέθηκαν είναι εκδόσεις τεσσάρων αυτοκρατόρων της δυναστείας του Ηρακλείου στα τέλη του 7ου αιώνα.

Παρ΄όλο όμως, που τα χρυσά αντικείμενα έχουν προσελκύσει τη μεγαλύτερη προσοχή, το πλοίο μετέφερε επίσης ένα σημαντικό εμπορικό φορτίο. Οι αρχαιολόγοι ανέκτησαν αμφορείς, εμπορικές ζυγαριές, ελεφαντόδοντο, κεραμικά αγγεία, όπως μπολ, πιάτα, κανάτες και άλλα επιτραπέζια σκεύη, ακόμη και παιχνίδια. Αντικείμενα που δείχνουν ότι το πλοίο μπορεί να είχε για επιβάτες, μέλη της βυζαντινής ελίτ αλλά ταυτόχρονα συνδύαζε και εμπορική δραστηριότητα.
Εναλλακτικά έτσι, σύμφωνα με τους ερευνητές, το πλοίο μπορεί να μετέφερε προμήθειες, πληρωμές και πολύτιμα δώρα που συνδέονται με διπλωματική ή στρατιωτική αποστολή. Η μελέτη του κεραμικού φορτίου μάλιστα, μπορεί να προσδιορίσει την προέλευση των αμφορέων και των άλλων αγγείων ώστε να εντοπισθούν και τα λιμάνια από τα οποία είχε περάσει το πλοίο.
Για τον καθηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Τζάστιν Λάιντβάνγκερ, του οποίου η ομάδα συνεργάζεται με τους κροάτες ερευνητές, το ναυάγιο προσφέρει σπάνια στοιχεία για την κατανόηση των θαλάσσιων δρόμων της Μεσογείου και πώς αυτοί επέζησαν – ή άρχισαν να χάνονται – κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού από τον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο στη μεσαιωνική Ευρώπη.

Το ναυάγιο
Πώς ναυάγησε όμως το πλοίο; Μπορεί να αναζητούσε καταφύγιο πριν βυθιστεί είναι μία εκδοχή, συγκεκριμένα στον κόλπο του Πόλατσε,ένα αρχαίο λιμάνι του Μλιετ. Φυσικά προστατευμένος αυτός το κόλπος χρησίμευε άλλωστε επί αιώνες ως καταφύγιο για τα πλοία κατά τη διάρκεια κακοκαιρίας.
Η σημασία του μάλιστα είχε ενισχυθεί από ένα σημαντικό συγκρότημα μεγάρων της ύστερης αρχαιότητας που κατασκευάστηκε δίπλα στο λιμάνι. Το προστατευμένο αγκυροβόλιο, η μνημειώδης αρχιτεκτονική και η τοποθεσία κατά μήκος ενός στρατηγικού θαλάσσιου διαδρόμου καθιστούσαν το Πόλατσε φυσικό σημείο στάσης για τα πλοία που διέσχιζαν την Αδριατική.
Ο ακριβής λόγος για τον οποίο το βυζαντινό πλοίο δεν κατάφερε να φτάσει με ασφάλεια σ΄αυτό το λιμάνι παραμένει όμως, άγνωστος. Μια ξαφνική καταιγίδα ίσως, ένα ναυτικό λάθος, μια βλάβη ή ένα άλλο ναυτικό ατύχημα μπορεί να έστειλαν το πλοίο και τους υψηλούς επιβάτες του στον βυθό της θάλασσας.
Η ανακάλυψη πάντως, αποτελεί μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου προγράμματος υποβρύχιας αρχαιολογίας γύρω από το Μλιετ, καθώς τα τελευταία 19 χρόνια, αρχαιολογικές ομάδες έχουν εντοπίσει 20 προηγουμένως άγνωστα ναυάγια γύρω από το νησί με χρονολόγηση από τον 2ο αιώνα π.Χ. έως τον 16ο αιώνα, αποκαλύπτοντας τον μακρύ ρόλο του νησιού στη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο της Μεσογείου. Το συγκεκριμένο είναι σαφώς το σπουδαιότερο όλων.
Περισσότερα από 1.300 χρόνια μετά την εξαφάνιση του πλοίου στο βυθό της Αδριατικής, το φορτίο του αρχίζει τώρα να αποκαλύπτει τους ανθρώπους που επέβαιναν σ΄αυτό και να φωτίζει τις εύθραυστες διαδρομές που συνέχιζαν να κρατούν ενωμένη τη βυζαντινή Μεσόγειο.

Διαβάστε επίσης:
Η διάσωση ενός αρχιτεκτονικού και θρησκευτικού μνημείου – Ναός Αγίου Ιωσήφ στην Τήνο
Σπάνιο κυπριακό νόμισμα 2.500 ετών εντοπίστηκε σε παραλία του Ισραήλ
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.