Πολιτική

Παύλος Μπακογιάννης: Το τελευταίο αίμα

Παύλος Μπακογιάννης


«Κράτα λοιπόν όσο μπορείς ελεύθερη την ψυχή και το μυαλό σου, ανοιχτά και για τις αυριανές σκέψεις και ιδέες σου»

Κάπου 800 μέτρα υψόμετρο. Στη μέση της Ελλάδας. Εκεί που οι άνθρωποι μιλάνε λίγο, ανασαίνουν κρύο αέρα, μαθαίνουν να κοιτάνε από ψηλά, βλέπουν πρώτοι τον ήλιο το πρωί και τελευταίοι το βράδυ.

Βελωτά Ευρυτανίας, 1935. Δεν υπάρχει ρεύμα και αλίμονο. Νερό για τα πέτρινα, με πλάκες στη στέγη, σπίτια, φέρνουν με κανάτες απ’ τις κρυστάλλινες φυσικές πηγές. Βοσκοί! Γράμματα για τα παιδιά, συχνά γραμμένα απ’ τους δάσκαλους τα καλοκαίρια στις φλούδες των κορμών απ’ τα έλατα, τις καρυδιές και τις καστανιές.

Στις 10 Φεβρουαρίου σε ένα πολύ παγωμένο χειμώνα, ο παπά Κώστας, υπεύθυνος για τα τυπικά και τα ουσιαστικά της σωτηρίας των ψυχών εκεί, στην ψηλή αυτή κορυφή, που αν και πιο κοντά στο Θεό, έμοιαζε αφημένη σε μια σκληροτράχηλη μοίρα αγώνα επιβίωσης, αποκτά απ’ τη νεαρή παπαδιά του, τον πρώτο του γιο.

Είναι ο Παύλος Μπακογιάννης. Ένας γελαστός, πάντα περήφανος ορεσίβιος, που με πίστη πως το καλό θα νικήσει ξεκινά μια ζωή, σε ταραγμένα χρόνια, θυελλώδη, με πολέμους, εμφυλίους, χούντες, να δουλεύει για συναίνεση, δημοκρατία, για γέφυρες και σημεία επαφής.

54 χρόνια από εκείνο τον Φεβρουάριο, πέφτει νεκρός, δολοφονημένος μπροστά απ’ το ασανσέρ, λίγο μετά την είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Ομήρου στην Αθήνα, όπου στεγαζόταν το πολιτικό του γραφείο του.

Τέσσερις σφαίρες από δύο 45άρια Κολτ. Πέρα από ιδιότητες, επάγγελμα, σπουδές, επιτεύγματα, ήταν γιος, σύζυγος, αδελφός, πατέρας, αγαπημένος, χαϊδεμένος, φιλημένος από τους ανθρώπους του.

Η πολιτική του δολοφονία δεν ξεπεράστηκε ποτέ.

Το παιδί που ζούσε μόνο του στο Θέρμο για να μάθει γράμματα και έγινε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου

Ο Παύλος Μπακογιάννης δεν ανήκε σε «τζάκια», σε μεγάλες οικογένειες απ’ αυτές που κυριαρχούν στην ηγεσία και αυτής της χώρας, στους τυχερούς πρίγκιπες της ζωής που είναι εξασφαλισμένες οι ευκολίες και ανοιχτοί οι δρόμοι τους.

Ήταν εκείνο το παιδί απ’ τα άγρια βουνά της Στερεάς Ελλάδας, που με κόπο και στέρηση οι δικοί του θα του εξασφάλιζαν το μεγάλο αγαθό των γραμμάτων, για τα οποία είχε φανερή κλίση και προσήλωση, τα ρούχα, τα παπούτσια, τα βιβλία και τα τετράδια.

Μόνο του, μικρό παιδί, όπως τόσα άλλα, εκείνης της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, απ’ τα ορεινά χωριά της περιοχής, θα βρεθεί στο Θέρμο Τριχωνίδας, την αρχαία πόλη που στέκεται εκεί, απ’ το «κοινό των Αιτωλών» χρόνο μέχρι σήμερα, ατενίζοντας από ψηλά την μπλε βαθύ Τριχωνίδα, για το Γυμνάσιο.

Και πώς να γράψεις και να βρεις λέξεις για τον αγώνα της μάθησης σε μοναχά παιδιά, με τα ξυρισμένα κεφάλια και τα μαθητικά πηλήκια, που ‘μέναν χωρίς γονιούς και αν είχαν έτρωγαν και αν όχι, πεινούσαν.

Που κρύωναν, που διάβαζαν στο φως από λάμπες πετρελαίου και μεγαλώνοντας όλα τους είχαν προβλήματα με τα μάτια. Κάποτε δανεικά τα βιβλία και αιτία θαυμασμού οι πλάκες για γράψιμο και τα κονδύλια!

Και η όρεξη για μάθηση ακόρεστη και πεισμωμένη. Ορεινή! Να μην πτοείται με τίποτα, να μην υποχωρεί, να μη κοπάζει.

Μετά στη μεγάλη, αστική και κομψή Πάτρα, στο Β Γυμνάσιο, τελειώνουν οι δευτεροβάθμιες σπουδές και ο Παύλος θα περάσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και θα σπουδάσει τις τόσο νέες και μοντέρνες Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες.

Με τη ψυχή του στα ψηλά βουνά και στην ελευθερία τους, με τις προσευχές του πάντα στην Παναγιά των Βοσκών, την Προυσώτισσα, που εικονίτσα της είχε πάντα στο χώρο του, ακόμα και η πτυχιακή εργασία του έχει ως θέμα το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ευρυτανίας!

Παύλος Μπακογιάννης

Θα κάνει τη θητεία του ως λιμενοφύλακας στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς. Θα αναλάβει αδέλφια και θα στηρίξει την οικογένεια με όλες του τις δυνάμεις. Θα συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία, κάνοντας κάθε δουλειά που θα μπορούσε να τον ζήσει και να στηρίξει τις σπουδές του και τελικά παίρνοντας πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, Τύμπιγκεν και Konstanz, θα ανακηρυχθεί Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών.

Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας.

Η ανάληψη της θέσης του Διευθύνοντα Συμβούλου στο ελληνικό πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας του Μονάχου τον έφερε σε καθημερινή επαφή με τους Έλληνες της Γερμανίας. Εκείνους τους ξενιτεμένους που σαν και τον ίδιο, πάλευαν για μια αξιοπρεπή ζωή.

Έγραψε στίχους για τραγούδια της ξενιτιάς και της εργατιάς για τους ομογενείς μαζί με το φίλο του Μπάμπη Πραγματευτάκη. Έγραψε και ένα παιδικό βιβλίο με τίτλο «Οι από πάνω» στα γερμανικά και ελληνικά.

Ατέλειωτες ώρες δουλείας. Κοιμάται στο γραφείο. Σημειώσεις παντού, χαρτιά, βιβλία και έλεγχος και διπλό τσεκάρισμα για κάθε είδηση. Η χούντα βρίσκει τον Μπακογιάννη στο αεροδρόμιο για την Ελλάδα. Παρατάει το εισιτήριό του και επιστρέφει αμέσως στο ραδιόφωνο για να ξεκινήσει έναν πύρινο αγώνα εναντίον της δικτατορίας.

Επαφές με πολιτικές ομάδες του εξωτερικού, συναδέλφους από άλλες χώρες, συνεντεύξεις σε έντυπα και τηλεόραση είναι μερικές από τις κινήσεις του.

Αυτά όλα τα επίσημα των βιογραφικών στοιχείων, κρύβουν από πίσω μέρες και νύχτες και εποχές που φτιάχνουν τη ζωή ενός ανθρώπου. Τους φόβους, την επιμονή, τις ανησυχίες, τα όνειρα του.

Και ο Παύλος Μπακογιάννης θα μπορούσε να ήταν ήρωας βιογραφικού μυθιστορήματος, αν δεν ήταν τόσο ανθρώπινος, σε μια εποχή που έπαψε «η πολιτική είναι η πρώτη των τεχνών και η τελευταία των επαγγελμάτων», ως ο Βολτέρος αφόριζε στις αρχές του Διαφωτισμού.

Η Ντόρα, η ζωή τους και ένα βράδυ ο… Μακάριος

«Η ζωή δεν σε πάει πάντα εκεί που θες εσύ», λέει η Ντόρα Μπακογιάννη για τον σύζυγό της, χρόνια πολλά μετά τη δολοφονία του, «εγώ ερωτεύτηκα πολύ μικρή. Εκείνη την εποχή παντρευόντουσαν οι άνθρωποι. Παντρεύτηκα. Και ο Παύλος και ο πατέρας μου επέμεναν ασφυκτικά να τελειώσω τις σπουδές μου. Έκανα τα δύο παιδιά γιατί λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας με τον Παύλο θεωρούσα ότι έπρεπε να κάνω παιδιά γρήγορα για να τα ζήσει ο Παύλος. Δεν υπολόγιζα βέβαια τη 17 Νοέμβρη. Με το γνωστό αισιόδοξο τρόπο έλεγα θα κάνω 2 στην αρχή και θα κάνω άλλα 2 στα 35. Νόμιζα, είχα την ψευδαίσθηση, ότι ο άνθρωπος προγραμματίζει τη ζωή του. Βεβαίως όταν ο άνθρωπος προγραμματίζει, ο θεός γελάει».

Η πολύ ψηλή, ωραία, μελαχρινή, έφηβη κόρη του Κώστα Μητσοτάκη, η Ντόρα, γνωρίζεται με τον Παύλο Μπακογιάννη στο Παρίσι, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας. Εκείνος, ως δημοσιογράφος, επικεφαλής στο ελληνικό τμήμα της Deutsche Welle είχε πάει στο Παρίσι για να συναντήσει τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που έλειπε απ’ το σπίτι όταν έφτασε.

Πιάνει κουβέντα, περιμένοντας, με την όμορφη έφηβη με την έντονη προσωπικότητα.

«Μεταξύ σοβαρού και αστείου μού πέταξε κάτι για την Αποστασία», θυμάται δεκαετίες αργότερα η κυρία Μπακογιάννη, «για να δει πώς θα αντιδράσω. Φυσικά του απάντησα: ‘Ποιος είσαι εσύ που ήρθες μέσα στο σπίτι μας για να μου βρίσεις τον μπαμπά μου;’. Ο Μπακογιάννης κατάλαβε ότι τσιμπάω και συνέχισε την πλάκα, αν και όσα μου έλεγε δεν ήταν όλα πλάκα. Τέλος πάντων, μετά έπιασα τον μπαμπά μου και τον συμβούλευσα ότι πρέπει να αποφεύγει τον Παύλο… Κατάλαβες; Αυτή ήμουν. Τα ήξερα όλα. Έδινα συμβουλές από μικρή».

1974. Εκείνη είναι φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το κορίτσι γυρνά με τζιν, με μαλλί έξαλλο, με πουκάμισο δεμένο, με ταγάρι.

Εκείνος ο σοβαρός, ο δημοσιογράφος, ο αυτιστικός. Ερωτεύονται. Ζούνε μαζί. Την λατρεύει, όπως έχει η ίδια εκμυστηρευτεί, και δεν της χαλά ποτέ χατίρι.

Ο αγώνας εκείνου ενάντια στη δικτατορία, η βαθύτατη πολιτική φύση εκείνης έχουν να κάνουν με ένα σωρό περιστατικά ιστορικά πλέον, στη καθημερινότητα τους.

Το καλοκαίρι του 1974, κατά την εισβολή στην Κύπρο, η Ντόρα Μπακογιάννη θυμάται στην Καθημερινή πως «ο Παύλος κι εγώ ήμασταν σίγουροι ότι ο Μακάριος πέθανε. Πέφτουμε για ύπνο τη νύχτα, αλλά μας ξυπνάει ένα τηλεφώνημα. Σηκώνω το ακουστικό και ακούω μια φωνή σε μια γραμμή με παράσιτα και θορύβους: ‘Τον Μπακογιάννη’. ‘Ποιος είναι;’. ‘Ο Μακάριος’. Και τότε εγώ, που φυσικά τα ξέρω όλα, λέω το αμίμητο: ‘Ο Μακάριος πέθανε’. Η φωνή επιμένει: ‘Εγώ είμαι ο Μακάριος. Δώσε μου τον Μπακογιάννη’. Γυρίζω και λέω του Παύλου: ‘Παύλο, υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ που λέει ότι είναι ο Μακάριος. Δεν του μιλάς;’. Παίρνει ο Παύλος το ακουστικό και του λέει: ‘Ο Μακάριος δεν ζει’. Και τότε η φωνή λέει το εξής: ‘Εγώ δεν σου έστειλα ένα μήνυμα με τον Ανδρέα τον Χριστοφίδη μέσα σε μια οδοντόπαστα πριν από ενάμιση μήνα;’. ‘Ναι’, απαντά ο Παύλος. ‘Ποιος το ξέρει αυτό; Το ξέρει ο Ανδρέας Χριστοφίδης κι εσύ. Βγες και πες ότι ζω’. Και έτσι ο Παύλος βγήκε στο ραδιόφωνο και είπε ότι ο Μακάριος ζει».

μπακογιαννη
Παύλος και Ντόρα Μπακογιάννη

Στέρηση ελληνικής υπηκοότητας και μια βόμβα στο σπίτι

Με την χούντα να βυθίζει την Ελλάδα στην σιωπή και στο φόβο, ο Παύλος Μπακογιάννης, ο περήφανος ορεινός, ο αυτοδημιούργητος άνδρας, ο με κόπους και θυσίες μορφωμένος διανοούμενος, αντιτάσσεται στο καθεστώς των συνταγματαρχών με όλες τους τις δυνάμεις.

Ανάμεσα στα αλλά οι εκπομπές του, τα σχόλια και οι ειδήσεις που αναμεταδίδονταν από την «Ντόιτσε Βέλλε» όπου ήταν στέλεχος έγιναν σημείο αναφοράς του αντιδικτατορικού αγώνα. Οι συνταγματάρχες όμως, γεμάτοι μνησικακία δεν συγχωρούν.

Του στερούν την ελληνική υπηκοότητα. Η Δυτική Γερμανία, ακόμα τότε, του παρέχει πολιτικό άσυλο. Επικροτεί την απάντηση για την ίδια στέρηση της υπηκοότητας που είχε δώσει αυθόρμητα η Μελίνα Μερκούρη. «Εγώ Ελληνίδα γεννήθηκα και Ελληνίδα θα πεθάνω. Εσείς φασίστες γεννηθήκατε και φασίστες θα πεθάνετε».

Το 1970 τοποθετείται βόμβα στο σπίτι του Παύλου και της Ντόρας Μπακογιάννη στο Μόναχο. Η γερμανική αστυνομία θεωρεί υπεύθυνες τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες της χούντας. Ο Μπακογιάννης ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Στρατοκρατία στην Ελλάδα». Μεταπολίτευση. Επιστροφή στη πατρίδα. Τον Δεκέμβριο του 1974 ο Παύλος και η Ντόρα παντρεύονται. Το ζευγάρι αποκτά δύο παιδιά, την Αλεξία, το 1976 και τον Κώστα το 1978. Η ζωή, επιτέλους, δείχνει για λίγο ειρηνική, γαλήνια και ωραία…

Παύλος Μπακογιάννης και Κώστας Μητσοτάκης

Με τον Χορν, στο Βήμα και στο ΕΝΑ, στην πολιτική για την Ευρυτανία

Ο ίδιος ο Κωσταντίνος Καραμανλής ορίζει τον Παύλο Μπακογιάννη ως αναπληρωτή διευθυντή της ΕΙΡΤ, με διευθυντή τον Δημήτρη Χορν.

Η παραμονή του, όμως, ήταν μικρή. Σύντομα αποχωρεί: «Νομίζω πως η καλύτερη υπηρεσία που προσφέραμε, ο κ. Χορν και εγώ, ήταν να κρατήσουμε το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση μακριά από κομματικούς επηρεασμούς και κομματικές επιδράσεις».

Εργάσθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» και το 1982 ανέλαβε εκδότης – διευθυντής του εβδομαδιαίου περιοδικού «ΕΝΑ» ως το Φεβρουάριο του 1985. Αρθρογραφεί και γράφει βιβλία με θέματα την πολιτική, την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας, την παιδεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την αναδιοργάνωση της διοίκησης, την οικονομία, το περιβάλλον κ.α.

Ο λόγος του τις περισσότερες φορές επικριτικός. Η δημοκρατία δε φαίνεται να βαδίζει προς μια θετική πορεία, αλλά γίνεται κακέκτυπο της Χούντας.

Επικρίνει τον τρόπο άσκησης της δημοσιογραφίας: «πρώην υμνητές της Χούντας έχουν μεταβληθεί σήμερα από τις στήλες εφημερίδων σε κήνσορες της δημοκρατίας και των δημοκρατών. Έτσι, έχει αναπτυχθεί ένα είδος υποδημοσιογραφίας, που δυστυχώς καλλιεργείται και κατευθύνεται ακόμα από αξιωματούχους του κόμματος που κυβερνάει».

Θέλει μια δημοσιογραφία με κανόνες. Ο δημοσιογράφος να κάνει ενδελεχή έλεγχο και διαρκή έρευνα για να μπορεί να παρουσιάσει ένα θέμα. Με διαύγεια αναλύει πως «Ο Έλληνας ψηφοφόρος γνωρίζει την αδυναμία του να επιβάλλει τη θέλησή του στο κόμμα και γι’ αυτό χρησιμοποιεί τις εκλογές ως επιχείρηση τιμωρίας ή εκδίκησης. Χρησιμοποιεί τη ψήφο περισσότερο με αρνητική έννοια παρά με πολιτική».

Παύλος Μπακογιάννης

Το περιοδικό «Ένα» είναι εκδοτική επιτυχία, αλλά ο Γιώργος Κοσκωτάς που του ανήκει ο τίτλος, κάνει σαφή επιλογή για να υποστηρίξει τότε το ΠΑΣΟΚ και απομακρύνει από το περιοδικό τον διευθυντή του, Παύλο Μπακογιάννη. Εκείνος, από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1989 διατελεί πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου της Ν.Δ. Κώστα Μητσοτάκη, ενώ τον Ιούνιο του 1989 εκλέχθηκε βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας Ευρυτανίας. Άλλωστε εντάχθηκε στην πολιτική από αυτή τη μεγάλη λατρεία που είχε για την γενέτειρά του.

Έκανε έρευνες και συνέθεσε ένα πρόγραμμα ανάπτυξης για της Ευρυτανία, θέλοντας πραγματικά να την αλλάξει και να την κάνει να αναπτυχθεί εκμεταλλευόμενη κάθε πηγή εισοδημάτων της, κάθε ομορφιά και την μοναδικότητα της φύσης της.

Ήταν αυτός που εισηγήθηκε στη Βουλή την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου. «Είναι η Ελλάδα, είναι ο Λαός μας, είναι η Δημοκρατία. Για την πορείας μας στο μέλλον θα πρέπει, οριστικά να αρθούν όλες οι συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και να απαλλαγούμε από δουλείες… να ψηφίσουμε ένα νόμο – μνημείο και ορόσημο – μεταξύ δύο εποχών», έλεγε στη Βουλή σε μια απ’ τις πρώτες του τοποθετήσεις.

Και μετά; Για τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ έρχεται το «Βρώμικο ’89», καθώς θεωρούν σκευωρία την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου Συνασπισμού να διερευνήσουν και να αποδώσουν ευθύνες για τα σκάνδαλα της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα για το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Για τους υπόλοιπους, εκτός ΠΑΣΟΚ, ήταν μια προσπάθεια για την κάθαρση της πολιτικής ζωής της οκταετίας 1981 – 1989. Η μεταπολίτευση μοιάζει να διαρκεί ατελείωτα. Κυβέρνηση Τζαννετάκη. Στο σχηματισμό της ενεργό ρόλο, ως διαπραγματευτής μεταξύ του κόμματός της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού, ο γεφυροποιός, ο άνθρωπος που αναζητούσε τις ραφές και όχι τα κοψίματα, είναι ο Παύλος Μπακογιάννης.

Παύλος και Ντόρα Μπακογιάννη

«O μπαμπάς σας δεν κατάφερε να ζήσει και η ζωή μας άλλαξε»

Και πως ο καιρός περνά! Σα φωτογραφίες πολυκαιρισμένες, οι μνήμες, σε ξεχασμένο κουτί. Να ο μπαμπάς με το μωρό να κυλιέται στη μοκέτα κάποια Χριστούγεννα. Μια βόλτα και των τεσσάρων, να κοιτάνε όλο εμπιστοσύνη το μέλλον στο φακό, μέσα από μια κυριακάτικη λιακάδα. Βαφτίσεις και γλέντια. Γέλια δυνατά και χαμόγελα.

Μια πόζα στην άκρη της φώτο που εκείνος της κρατά, απαλά, τρυφερά το χέρι. Η ζωή. Ο Παύλος δίνει στον πιτσιρικά Κυριάκο, που του είχε παθολογική αδυναμία χαρτζιλίκι. Ο Κυριάκος επέστρεφε από τη βόλτα με τους φίλους του ρέστα. Αυτό έκανε έξαλλο τον Παύλο.

«Κράτα τα, ρε, θα σου χρειαστούν αύριο», του φώναζε γελώντας.

Και κυριακάτικα τραπέζια με όλη την οικογένεια μαζί σε αυτές τις συναντήσεις που ξεγελούν πως θα κρατήσουν για πάντα. Και λουλούδια στη γυναίκα, αλλά και στη κόρη του. Και διακοπές στην Ευρυτανία και στη Κρήτη.

Το φιλί στο μάγουλο της μάνας που από το καιρό έγινε το δέρμα της λεπτεπίλεπτο σα χάρτινο. Και η αγκαλιά του πατέρα. Η τελευταία φορά που δεν ξέρεις ότι είναι τέτοια, για να γαντζωθείς από πάνω της να την κάνεις να μη περάσει ποτέ ή να την αποτυπώσεις να τη θυμάσαι σε κάθε λεπτομέρεια για πάντα.

«Εκείνη την ημέρα για κάποιον λόγο ο πατέρας μας έφαγε πρωινό μαζί μας. Κάτι που, αν και πήγαινε πολύ νωρίς στο γραφείο του, δεν το έκανε σχεδόν ποτέ. Συνήθως μας έδινε ένα φιλί και φεύγαμε για το σχολείο», θυμάται ο Κώστας Μπακογιάννης.

Τότε, σε ένα άλμα στο χρόνο πίσω, είναι 11 χρονών και με την 13χρονη αδελφή του, μέσα στο σχολικό λεωφορείο, ακούνε για την επίθεση της 17Ν κατά του Παύλου Μπακογιάννη, του βουλευτή, του γαμπρού του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Του πατέρα τους! «Ακούσαμε τον Τέρενς Κουίκ στο ραδιόφωνο να λέει ότι χτυπήθηκε. Όταν φτάσαμε στο σχολείο μάς πήρε ο γυμνασιάρχης και μας πήγε στον Ευαγγελισμό. Περιμέναμε σε ένα σκοτεινό δωματιάκι. Έπειτα από λίγο ήρθε η μητέρα μας. Φορούσε, θυμάμαι, το αγαπημένο της πουλόβερ, ένα πολύχρωμο, από αυτά τα φαντεζί που φορούσαν πολύ τη δεκαετία του 1980.

Μας είπε: «O μπαμπάς σας δεν κατάφερε να ζήσει και η ζωή μας άλλαξε»… Το ξεχασμένο κουτί δεν θα ‘χει άλλες φωτογραφίες. Τέλος οι μνήμες! Εκτελέστηκαν με τέσσερις σφαίρες από δύο 45άρια Κολτ… και εκείνη φορούσε ένα πολύχρωμο πουλόβερ, από ‘κείνα τα φανταζί…

μπακογιαννης
Κώστας και Παύλος Μπακογιάννης

Γιατί;

Μπροστά από τις κάμερες που ήταν συγκεντρωμένες στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός ένας «παγωμένος» Μιλτιάδης Έβερτ, υπουργός Υγείας στην τότε κυβέρνηση συνεργασίας Τζαννή Τζαννετάκη, έβγαλε την πράσινη ρόμπα του χειρουργείου και επωμίστηκε το επώδυνο έργο.

«Ο Παύλος εξέπνευσε δυστυχώς ύστερα από χτυπήματα άνανδρων δολοφόνων…»…

Την δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη στις 7.58 το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου του 1989, μπροστά στο ασανσέρ του γραφείου του, ανέλαβε η 17 Νοέμβρη. Ήταν τρεις οι ένοπλοι, που τον περιμέναν, τον πυροβόλησαν, τον τραυμάτισαν θανάσιμα και έφυγαν με τα όπλα προτεταμένα.

Η ανάληψη της ευθύνης απ’ την τρομοκρατική οργάνωση σοκάρει. Η επιλογή του προσώπου είναι παράλογη. Μέχρι τότε η οργάνωση αυτή δολοφονούσε βασανιστές της χούντας, όσους θεωρούσε συνεργάτες της ή μεγαλοεπιχειρηματίες. Ο Μπακογιάννης, όμως ήταν μία απ’ τις φωνές – σύμβολο του αντί-δικτατορικού αγώνα, και κάνει αγώνα για την Εθνική Συμφιλίωση, και την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου και του μεγάλου Διχασμού.

Ο Στέλιος Κούλογλου δέκα χρόνια μετά από ‘κείνη την αιματοβαμμένη, απάνθρωπη δολοφονία του Μπακογιάννη έγραψε:

«Το καλοκαίρι του ’89 ο Παύλος Μπακογιάννης έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις ΝΔ- ΣΥΝασπισμού για τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τζαννετάκη. Όποια άποψη κι αν έχει κανείς για το ‘βρώμικο ’89’, η εθνική συνεννόηση ήταν απολύτως μέσα στο πνεύμα του Μπακογιάννη, που μερικές εβδομάδες πριν την δολοφονία του εισηγήθηκε ως βουλευτής της ΝΔ το νομοσχέδιο για την απάλειψη των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου.

Γιατί η 17 Νοέμβρη επέλεξε να δολοφονήσει αυτόν τον άνθρωπο στις 26 Σεπτεμβρίου του 1989, την ημέρα που η Βουλή επρόκειτο να αποφασίσει αν θα παρέπεμπε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά;». Γιατί;

Δεκαετίες αργότερα το ερώτημα παραμένει. Γιατί από όλους τους φίλο-χουντικούς πολιτικούς που κυβέρνησαν, που απάτησαν, που κορόιδεψαν, που φέρθηκαν ανέντιμα στον ελληνικό λαό, η οργάνωση αυτή βρήκε να τιμωρήσει κάποιον νεοεκλεγέντα βουλευτή, με αντιδικτατορικό αγώνα, μετριοπαθή, όχι από μεγάλο «τζάκι», αλλά ένα παιδί του πιο παραμελημένου κομματιού της χώρας, αυτό της ορεινής υπαίθρου; Γιατί;

δολοφονια μπακογιαννη

Ο τότε Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σε μια από τις ομιλίες που χειροκρότησε όλο το σώμα, πολύ συγκινημένος μίλησε για τον βουλευτή του κόμματος του δολοφονήθηκε, όπως επιβαλλόταν: «Είναι μία πολιτική δολοφονία που προστίθεται σε μια μακρά αλυσίδα δολοφονιών που προηγήθηκαν. Αποτελεί σκληρό πλήγμα για τη Νέα Δημοκρατία. Κι αποτελεί δεινή δοκιμασία για μένα και την οικογένειά μου.

Πρέπει όμως αυτή την ώρα της μεγάλης δοκιμασίας να σταθούμε όλοι μας όρθιοι. Να προστατέψουμε τη Δημοκρατία και τους Θεσμούς της. Σε ό,τι με αφορά, εγώ μια ευχή έχω να εκφράσω. Να είναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτό τον τόπο».

Την ημέρα που δολοφονήθηκε είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η χρηματοδότηση του προγράμματος για την Ευρυτανία, που ο ίδιος είχε καταρτίσει. Η κηδεία του έγινε στο Καρπενήσι στις 29 Σεπτεμβρίου 1989 παρουσία πολύ κόσμου, που φώναζαν συνθήματα κατά της τρομοκρατίας, με τους γονείς του σκιές της ύπαρξής του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του να τρέμουν απ’ τα αναφιλητά, τα πεθερικά του λυγισμένα.

Απ’ όλες τις δραματικές στροφές της ζωής του Κώστα Μητσοτάκη, μοιάζει να τον πλήγωσε βαθιά, εκείνη η εν ψυχρώ εκτέλεση του γαμπρού του, του Παύλου Μπακογιάννη, στα γραφείου του στην οδό Ομήρου, το πρωί εκείνης της Τρίτης.

Η κόρη του στα μαύρα! Τα δυο του εγγόνια ορφανά! Ένας άνδρας, με γέλιο στο βλέμμα και περίσσευμα ονείρων, νεκρός από σφαίρες τόσο δα, μικρούλες, σε μια άσφαλτο που έμοιασε με ωκεανό πικρίας!

Η γνωστή αυτοκυριαρχία κλονίζεται αλλά δε χάνεται, πάρα μόνο όταν στην νεκρώσιμη ακολουθία του Μπακογιάννη, πάνω στα άγρια βουνά της Ευρυτανίας, η μικρή του εγγονή Αλεξία, φωνάζει με λυγμό, μόλις τον βλέπει: «παππού; Παππού; Ο μπαμπάς μου!»… Ακόμη και τα πιο μεγάλα δέντρα, ραγίζουν απ’ το κεραυνό! «Να είναι το δικό του, το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτόν τον τόπο», λοιπόν και η ζωή, κάποτε, συνεχίζεται…

μπακογιαννης

Η ζωή χωρίς εκείνον

Και κάποτε, ναι, η ζωή συνεχίζεται, ο κόσμος συνέχισε να υπάρχει και η Γη να περιστρέφεται γύρω απ’ τον άξονά της.

«Είχα πολύ μεγάλο θυμό, ανεξέλεγκτο θυμό μετά τη δολοφονία του Παύλου. Και, επίσης, είχα φόβο. Ήταν η πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής μου. Δεν μπορείς να διαχειριστείς εύκολα την απώλεια, δημιουργούνται μέσα σου πολλά συναισθήματα και κανένα από αυτά δεν είναι καλό», παραδέχεται η Ντόρα Μπακογιάννη δεκαετίες μετά. Και ακόμα «…έχεις δύο συναισθήματα. Από τη μια θέλεις να μείνεις μόνος σου σε μια γωνία και να κλείσεις τις πόρτες. Από την άλλη αισθάνεσαι οργή. Εγώ κλείστηκα στον εαυτό μου. Δεν μιλούσα σε κανέναν για όσα μου συνέβαιναν και ταυτόχρονα, με τη μεγάλη οργή που είχα, βγήκα στη μάχη. Δεν πήρα τον χρόνο που χρειαζόμουν για να πενθήσω κανονικά κι έτσι το πένθος μέσα μου παρέμεινε για πολύ περισσότερο χρόνο…».

Η εξίσου λιγομίλητη με την μητέρα της για το συγκεκριμένο θέμα Αλεξία Μπακογιάννη έχει εξομολογηθεί: «Ζούμε πάντα με το άγχος εάν είμαστε αρκετά καλοί για εκείνον, εάν τιμούμε το όνομά του, και όλο αυτό είναι μια μάχη που δεν μπορούμε να κερδίσουμε ποτέ, γιατί ακόμη και αν θεωρητικά κάνουμε κάτι καλό, ο μπαμπάς δεν είναι εδώ για να μας πει ‘μπράβο σας, καλά τα καταφέρατε’».

Και κάποτε, ο Κώστας Μπακογιάννης, ο δήμαρχος όπως η μητέρα του πιο πριν, της Αθήνας και αγαπημένο παιδί της Ευρυτανίας λέει στο BHMAgazino: «Δεν αισθάνθηκα ποτέ φόβο. Αισθάνθηκα πολύ μεγάλη οργή. Οργή για το γεγονός ότι κάποιοι πήραν τον πατέρα τον δικό μου και της Αλεξίας, τον άνδρα της μάνας μου, τον γιο του παππού και της γιαγιάς μου…».

Παύλος Μπακογιάννης, Ντόρα Μπακογιάννη, Κώστας Μπακογιάννης και Κώστας Μητσοτάκης

Η δικαιοσύνη και μια ταμπέλα στο μετρό

Χρειάστηκε η κοινή αίσθηση δίκαιου για τη δολοφονία να περιμένει μέχρι το 2002 όπου μπήκαν τίτλοι τέλους στη δράση της οργάνωσης 17η Νοέμβρη, η όποια βαρύνεται από βομβιστικές επιθέσεις, αρπαγές οπλισμού και σημαντικό αριθμό ληστειών και προκάλεσε το θάνατο 23 Ελλήνων και ξένων πολιτικών, στρατιωτικών, αστυνομικών, διπλωματών, οικονομικών παραγόντων και πολιτών.

Ο Βασίλης Τζωρτζάτος από την προανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία, θα ομολογήσει πως πήρε μέρος στη λήψη απόφασης της δολοφονίας του Παύλου Μπακογιάννη και βάσει της κατάθεσής του, με τη δολοφονία εμπλέκονται ακόμη οι Αλέκος Γιωτόπουλος, Δημήτρης Κουφοντίνας, Σάββας Ξηρός και Ηρακλής Κωστάρης που την είχαν συμφωνήσει και οργανώσει από τα μέσα Αυγούστου του 1989.

Την δολοφονία έκαναν ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο Σάββας Ξηρός και ο Ηρακλής Κωστάρης ενώ ο Τζωτζάτος περίμενε στο αυτοκίνητο.

«Μπορούμε και διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε», έγραφε ο Παύλος Μπακογιάννης και ας στέρησαν στον ίδιο την δική του ύπαρξη. Εκεί ψηλά στην αγαπημένη Ευρυτανία, στον ίσκιο των ελάτων, μάλλον θα συμφώνησε με την οικογένεια του που δεν δέχτηκε για τον άνθρωπό της την ονομασία μιας στάσης του μετρό με το όνομα του και τις λογιών αντιρρήσεις που εκφράστηκαν με καθόλου κομψό κάποιες φορές τρόπο.

«Η απόφαση έχει προκαλέσει συζητήσεις. Για ευνόητους λόγους δεν θέλουμε το όνομα του Παύλου Μπακογιάννη να μπει σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα πρόσβαλε την μνήμη ενός ανθρώπου που αγωνίστηκε για την συμφιλίωση και την ενότητα. Η σύζυγος, τα αδέλφια του, τα παιδιά και τα εγγόνια του τον θέλαμε στο σπίτι κι όχι σε μια ταμπέλα. Το ότι η μνήμη του είναι ζωντανή και οι ιδέες του εξακολουθούν να εμπνέουν 30 χρόνια μετά, μας αρκεί. Και πάλι ευχαριστούμε πάρα πολύ», είπε η οικογένεια.

Άλλωστε η Ευρυτανία τον έχει τιμήσει, δίνοντας το όνομά του σε κεντρική πλατεία του Καρπενησίου και φτιάχνοντάς του εκεί ανδριάντα. Ίσως ο Ευαγγελισμός, που πέφτει λίγο πιο πάνω απ’ το Κολωνάκι, να μην ήταν και του περήφανου γούστου του…

Η οικογένεια Μπακογιάννη
Παύλος Μπακογιάννης


ΣΧΟΛΙΑ