Άρθρα

Το άκρον άωτον του «Ναι μεν Αλλά»


Δύο εκθέσεις που μόλις δημοσιεύτηκαν, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, δίνουν μία ευνοϊκή εικόνα της ελληνικής οικονομίας – τόσο όσο για να χαμογελάσουν στην κυβέρνηση και να σφίξουν τα δόντια στην αντιπολίτευση.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ένα και απλό: με δεδομένα τα προβλήματα που έχουν προκύψει από την πανδημία του κορωνοϊού, την κρίση με την Τουρκία και τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης σχεδίασε και υλοποίησε μία ορθή πολιτική που επέτρεψε:

  • Την αποφυγή δημοσιονομικού εκτροχιασμού
  • Την ταχεία επαναφορά σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης
  • Την μείωση της ανεργίας

Ειδικά, η έκθεση του (μισητού σε πολλούς) ΔΝΤ αποδίδει εύσημα στην κυβέρνηση που συνέχισε το μεταρρυθμιστικό της έργο παρά τις κρίσεις.

Αυτά είναι τα καλά νέα. Αν, δε, θεωρούσαμε ότι οι εξελίξεις του Α΄ τριμήνου του 2022 προδικάζουν αυτές για όλο τον χρόνο, τότε θα καταλήγαμε ότι η χώρα διάγει χρυσή εποχή.

Και οι δύο εκθέσεις, όμως, προειδοποιούν για τους κινδύνους που ελλοχεύουν – αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν downside risks. Ο κατάλογος τους ισοδυναμεί με λιτανεία Μεγάλης Τετάρτης, σε μήκος και εύρος.

Το συμπέρασμα είναι και πάλι απλό: μέχρι εδώ καλά. Για το μέλλον δεν ξέρουμε, χρειάζεται προσοχή.

Στη βάση αυτή, οι δύο εκθέσεις δεν προσφέρουν κάτι το καινούργιο. Ο κατάλογος των κινδύνων που μπορούν να ανατρέψουν την ευνοϊκή πορεία της χώρας περιλαμβάνει όλους τους γνωστούς ύποπτους:  τις τιμές της ενέργειας, την αύξηση των επιτοκίων, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, την αυστηροποίηση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, την εμφάνιση νέων μεταλλάξεων του κορωνοϊού, την βραδύτερη από την αναμενόμενη απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και, φυσικά, τους γεωπολιτικούς κινδύνους.

Η αύξηση των επιτοκίων, π.χ., πιθανόν να οδηγήσει σε εκροή κεφαλαίων και σε μείωση των επενδύσεων και της κατανάλωσης. Οι νέες μεταλλάξεις του κορωνοϊού (που ήδη εμφανίστηκαν) εύκολα οδηγούν σε επιβράδυνση των εισπράξεων από τον τουρισμό. Το ενεργειακό κόστος εντείνει τον πληθωρισμό (ήδη τον Μάιο τρέχει με ρυθμό 11,3% (10,5% με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη καταναλωτή) και εύκολα μπορεί να καταλήξει σ’ ένα σπιράλ αύξησης τιμών-αύξησης αμοιβών- αύξησης τιμών.

Όχι πως δεν υπάρχουν θετικά στοιχεία, βέβαια. Για παράδειγμα, ο πληθωρισμός αυξάνει τα δημόσια έσοδα (οπότε βοηθά στην συγκράτηση του δημοσιονομικού ελλείμματος) και, ταυτόχρονα, μέσω της ταχύτερης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ μειώνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι, παρά την μεταρρυθμιστική πίεση της κυβέρνησης, σε σημαντικό βαθμό η τριετία των κρίσεων εμπόδισε να αντιμετωπιστούν αρκετές από τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.  Η αναφορά είναι, π.χ., την υψηλή διαρθρωτική ανεργία, στο υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, στις διαρθρωτικές αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος (που δεν κρύβονται με την ταχεία μείωση των κόκκινων δανείων), στον αδύναμο εξωτερικό τομέα.

Το ισοζύγιο πληρωμών εύκολα αποτελεί και πάλι περιοριστικό της ανάπτυξης παράγοντα.  Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση μας είναι έντονα αρνητική. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι προβληματικό: στο Α΄ τρίμηνο του 2022 και σε σύγκριση με αυτό του 2021 αυξήθηκε από τα 2,6 σε 6,4 δισ. ευρώ. Η αύξηση των επιτοκίων θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και θα απαιτηθεί μάλλον η επέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα. Όπως παρατηρεί το ΔΝΤ το ελληνικό ευρώ σε πραγματική ισοτιμία είναι κατά 5% υπερτιμημένο – γεγονός που καθιστά την χώρα ευάλωτη σε ξαφνικές εκροές κεφαλαίων.

Αν ο αναγνώστης έχει μπερδευτεί για το παρόν και το μέλλον δεν είναι ο μόνος. Κι αν είναι, λοιπόν, να καταλήξουμε σ’ ένα πρακτικό συμπέρασμα αυτό θα είναι όπως ξεκίνησε η στήλη: στο περιβάλλον που έχει επικρατήσει η οικονομική διαχείριση ήταν και είναι η ορθή. Με απόθεμα 31,5 δις. ευρώ, τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, το διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος και την βοήθεια της ΕΚΤ η χώρα μπορεί να προσβλέπει στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων αν υλοποιηθούν οι κίνδυνοι που αναφέρονται.

Ο ρεαλισμός, όμως, δεν πρέπει να μας εγκαταλείψει. Ναι μεν οι κίνδυνοι είναι γνωστοί, αλλά κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει, δε, την ένταση τους και την ικανότητα διείσδυσής τους στην οικονομία, φέρνοντας αναπάντεχες ανατροπές.

Δηλαδή, Ναι μεν Αλλά.

Διαβάστε επίσης

Οι θεσμοί και το σήριαλ των εκλογών



ΣΧΟΛΙΑ