Η τοποθέτηση στελέχους του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού για τις γυναικοκτονίες δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ολίσθημα. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τον χαρακτήρα και τον πολιτικό προσανατολισμό ενός σχηματισμού που εμφανίζεται ως φορέας ανανέωσης, αλλά σε κρίσιμα ζητήματα δικαιωμάτων μοιάζει να κινείται προς τα πίσω.
Το επιχείρημα ότι ο όρος «γυναικοκτονία» εισάγει δήθεν «διάκριση» επειδή «η αξία του ανθρώπου είναι ίδια ανεξαρτήτως φύλου» καταρρέει μπροστά στη σύγχρονη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ισότητα δεν επιτυγχάνεται με την άρνηση των έμφυλων μορφών βίας αλλά με την αναγνώρισή τους. Οι γυναίκες δεν δολοφονούνται από συντρόφους, συζύγους ή πρώην συντρόφους επειδή είναι απλώς άνθρωποι. Δολοφονούνται επειδή είναι γυναίκες, μέσα σε ένα πλαίσιο έμφυλης κυριαρχίας, ελέγχου και βίας.
Αυτό ακριβώς αναγνωρίζουν διεθνείς οργανισμοί και συμβάσεις. Η Επιτροπή CEDAW του ΟΗΕ έχει καλέσει τα κράτη να αναγνωρίσουν και να καταγράφουν τις γυναικοκτονίες ως ιδιαίτερη μορφή έμφυλης βίας, ενώ η Σύμβαση του Belém do Paráστην αμερικανική ήπειρο αποτέλεσε τη βάση για τη νομοθετική κατοχύρωση του αδικήματος σε δεκάδες χώρες.
Η διεθνής τάση είναι ακριβώς η αντίθετη από όσα υποστηρίζονται στην επίμαχη δήλωση. Σήμερα δεκάδες χώρες έχουν θεσπίσει ειδικές διατάξεις για τη γυναικοκτονία, μεταξύ αυτών το Μεξικό, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Κολομβία, το Περού, η Χιλή, το Βέλγιο, η Μάλτα, η Κροατία και πρόσφατα η Ιταλία. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ονομασία του εγκλήματος δεν αποτελεί «διάκριση», αλλά εργαλείο ορατότητας, καταγραφής και αποτελεσματικότερης απονομής δικαιοσύνης.
Όταν μια γυναίκα δολοφονείται επειδή αρνήθηκε να υπακούσει, να επιστρέψει ή να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση, η κοινωνία δεν έχει την πολυτέλεια να «σταθμίζει» επ’ αόριστον αν πρέπει να κατονομάσει το φαινόμενο. Η άρνηση της λέξης δεν είναι ουδετερότητα· είναι πολιτική επιλογή. Και σε μια εποχή όπου οι γυναικοκτονίες συγκλονίζουν την ελληνική κοινωνία, η επιλογή της σιωπής ή της σχετικοποίησης δεν συνιστά υπευθυνότητα αλλά υπεκφυγή.
Το πρόβλημα όμως γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν συνδυάζεται με τις δημόσιες τοποθετήσεις της ίδιας της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις. Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα κόμμα δικαιούται να έχει συντηρητικές ή θρησκευτικά επηρεασμένες απόψεις. Φυσικά και δικαιούται. Το ερώτημα είναι πώς ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει τη χώρα και μάλιστα να διεκδικήσει αυτοδυναμία μπορεί να εμφανίζεται τόσο ασαφές ή οπισθοδρομικό σε θεμελιώδη ζητήματα ισότητας των φύλων και ατομικών ελευθεριών.
Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να αναρωτηθούν: πρόκειται για ένα σύγχρονο δημοκρατικό κόμμα που φιλοδοξεί να εκφράσει την κοινωνική πλειοψηφία ή για έναν πολιτικό σχηματισμό που, πίσω από τη δικαιολογημένη οργή για τα Τέμπη, επιχειρεί να εισαγάγει στην πολιτική σκηνή αντιλήψεις οι οποίες βρίσκονται σε σύγκρουση με δεκαετίες αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών;
Η τραγωδία των Τεμπών δημιούργησε ένα ισχυρό κοινωνικό αίτημα για δικαιοσύνη και λογοδοσία. Όμως η ηθική νομιμοποίηση που απορρέει από έναν δίκαιο αγώνα δεν μπορεί να λειτουργεί ως λευκή επιταγή για οποιαδήποτε πολιτική θέση. Η δημοκρατία απαιτεί να κρίνονται όλες οι απόψεις με τα ίδια μέτρα. Και όταν ένα κόμμα εμφανίζεται αμήχανο απέναντι στις γυναικοκτονίες και επιφυλακτικό απέναντι στα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών, τότε η κοινωνία οφείλει να εξετάσει πολύ προσεκτικά όχι μόνο τι καταγγέλλει, αλλά και τι πραγματικά πρεσβεύει.