Οι δημοσκοπήσεις έχουν καθιερωμένη πλέον εικόνα, με το ΠΑΣΟΚ να παλεύει για την 3η ή 4η θέση με το ανύπαρκτο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Αν καταφέρει να μείνει στην 3η αυτό θα οφείλεται κυρίως στην περαιτέρω αναμενόμενη πολιτική πτώση της Χαροκαμένης Μάνας—όχι σε δική του επιτυχία. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι πως εξηγείται αυτή ακριβώς η εκλογική ευαλωτότητα ενός κόμματος εξουσίας από τα λίγα που έχει γνωρίσει η χώρα.
Ως αρχή του νήματος είναι η διαπίστωση πως το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν ήταν ποτέ ένα ιδεολογικά ομοιογενές κόμμα. Αντιθέτως, αποτελούσε μία ευρεία πολιτική συμμαχία διαφορετικών ρευμάτων, που τα κρατούσε ενωμένα καταρχήν η προσωπική ηγεμονία του Ανδρέα, που δεν επέτρεψε ποτέ να δημιουργηθεί δεύτερο αξιόμαχο κέντρο εξουσίας.
Και, κατά δεύτερο λόγο, η στρατηγική ασάφεια του ηγέτη, που του επέτρεπε αλλαγή πολιτικής στην πράξη ανάλογα με τις συνθήκες, ενώ χρησιμοποιούσε τα συνθήματα ως προπέτασμα κάλυψης της όποιας ανακολουθίας—ιδεολογικής ή σε σχέση με τις υποσχέσεις που είχε δώσει το κόμμα. Ουσιαστικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορούσε άλλα να λέει και άλλα να κάνει, ταυτόχρονα μετατρέποντας ένα κόμμα πολλών ιδεολογικών τάσεων σ’ ένα πολυσυλλεκτικό “κόμμα εξουσίας .
Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική σκηνή, οι εσωτερικές αυτές αντιθέσεις έγιναν πολύ πιο ορατές. Η ηγεσία υπό τον Κώστα Σημίτη ανέδειξε τη σύγκρουση ανάμεσα στους «εκσυγχρονιστές» και τους «παπανδρεϊκούς» – με αποκορύφωμα όταν το «βαθύ ΠΑΣΟΚ» επέβαλε, με τραγικές συνέπειες για την χώρα, την εγκατάλειψη του Σχεδίου Γιαννίτση για την μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Αυτές οι γραμμές διαίρεσης συνέχισαν να επηρεάζουν την πορεία του ΠΑΣΟΚ μέχρι που ήρθε στην εξουσία Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. συνειδητοποίησε πως η ομάδα του Κώστα Σημίτη εκπροσωπούσε • την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, τον εκσυγχρονισμό του κράτους, την δημοσιονομική πειθαρχία, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την τεχνοκρατική διακυβέρνηση. Μπορεί ο ίδιος να απέρριπτε την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία υπέρ μίας εκδοχής του νεοφιλελευθερισμού, αλλά συμφωνούσε με τις άλλες πολιτικές.
Μπόρεσε έτσι κυριολεκτικά να λεηλατήσει με άνεση του Σημιτικό ΠΑΣΟΚ και να αφήσει στις άλλοτε επάλξεις της εξουσίας μερικούς εκσυγχρονιστές να μάχονται με την παραδοσιακή Παπανδρεϊκή ιδεολογία του έντονου κρατικού παρεμβατισμού, των ισχυρών δεσμών με τις κομματικές οργανώσεις και τα συνδικάτα, της εθνοπατριωτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική, της λαϊκής κινητοποίησης και της μάχης κατά των αγορών.
Ο Μητσοτάκης δεν εκμεταλλεύτηκε μόνο τις ιδεολογικές διαφορές αλλά και το γεγονός πως το ΠΑΣΟΚ επικρατούσαν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το ίδιο το κόμμα—και η δική του δεν διέφερε ριζικά από αυτήν του Σημίτη. Κατάφερε έτσι, ειδικά το 2019, να αφήσει στην αείμνηστη Φώφη Γεννηματά ένα ουσιαστικά «άδειο πουκάμισο», με την εικόνα να αλλάζει το 2023 χωρίς να καταφέρει ο Νίκος Ανδρουλάκης να την εκφράσει με πολιτικούς όρους και να την μεταφράσει σε πολιτικό-κομματικό όφελος.
Δεν κατάφερε, δηλαδή, να εκμεταλλευτεί την τρωτότητα της Ν.Δ. στους τομείς του κράτους δικαίου (διαφάνεια και λογοδοσία) και της κοινωνικής ατζέντας (υγεία, στέγη, ακρίβεια, ανισότητες κάθε μορφής) καθώς προσωποποίησε το πρώτο και εξέφρασε το δεύτερο με την μορφή του σκληρού αντιδεξιού ενστίκτου. Απέτυχε να αναζωογονήσει την ομάδα μικρομεσαίοι- δημόσιοι υπάλληλοι- αυτοδιοίκηση- συνδικάτα, αντιμετωπίζοντας την ως δίκτυο μνήμης και όχι ως βάση για την εξουσία. Και δεν κατάφερε να πείσει, μετά την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ, για την πολιτική και κοινωνική ανάγκη ενός τρίτου πόλου εξουσίας. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση «εξ αντανακλάσεως» — όχι επειδή κέρδισε την θέση.
Σ’ αυτό το μετακινούμενο ιδεολογικό και κομματικό έδαφος, το μόνο που κατάφερε ο Ανδρουλάκης είναι να αποκτήσει το παρατσούκλι του «Θυμωμένου Νίκου» – οπότε δύσκολα θα ψηφίσουν οι πολίτες εισαγγελέα για πρωθυπουργό. Κατάφερε, πάντως, να εγκλωβιστεί ανάμεσα σε τρεις κατηγορίες: από τη μία ότι δεν θέλει τον Μητσοτάκη, από την άλλη ότι δεν πείθει πως μπορεί να τον νικήσει, από την τρίτη ότι δεν θέλει καμία πολιτική συμμαχία.
Ο Αλέξης Τσίπρας, από την πλευρά του, προσφέρει προοπτική εξουσίας—όχι ως βεβαιότητα αλλά ως πειστική πιθανότητα, καθώς ενώ ο Ανδρουλάκης μάχεται για την επιβίωση, ο Τσίπρας εμφανίζεται ως φορέας ανασύνθεσης της αριστεράς και κεντροαριστεράς. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει φθαρεί αλλά έχει το ύφος και το κεφάλαιο του ηγέτη πρώην πρωθυπουργού. Ο Ανδρουλάκης ακόμη δεν έχει πείσει ότι «κάνει» για πρωθυπουργός. Και ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας είναι βαθιά αντιδεξιοί—με την διαφορά ότι ο δεύτερος το εκφράζει συγκρουσιακά, ενώ ο πρώτος θεσμικά. Το θεσμικό, όμως, του Ανδρουλάκη δεν πείθει ως πρόταση εξουσίας.
Συμπερασματικά, ενώ ο Μητσοτάκης αφαίρεσε από το ΠΑΣΟΚ το εκσυγχρονιστικό του DNA, ο Ανδρουλάκης δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέο αφήγημα εξουσίας και έτσι ο Τσίπρας διεκδικεί πλέον τον ίδιο χώρο. Οι μεταναστευτικές βάρκες φεύγουν από το ΠΑΣΟΚ όχι επειδή ο Τσίπρας έχει τόσο διαφορετική ατζέντα, αλλά επειδή εμφανίζεται να έχει πιο ισχυρό αφήγημα, πιο αναγνωρίσιμο αρχηγικό προφίλ και μεγαλύτερη δυνατότητα ανασύνθεσης του χώρου. Δηλαδή, προοπτική εξουσίας -κι ας είναι για το 2030.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κορκίδης: Τρεις προτροπές του ΕΒΕΠ για τη μείωση των τιμών στα τρόφιμα
- Χρηματιστήριο: Παίρνουν μπροστά οι τράπεζες, πτώση 3% λόγω μερίσματος τα ΕΛΠΕ
- Γεραπετρίτης για Τουρκία: «Τα ήρεμα νερά είναι χρήσιμα, αλλά όχι αυτοσκοπός» (βίντεο)
- Ejekt Festival 2026 powered by ΔΕΗ: Δύο ημέρες γεμάτες μουσική και μοναδικές εμπειρίες με την ενέργεια της ΔΕΗ