Άρθρα

Γρίφος το ποσοστό αύξησης του κατώτατου μισθού – Όλες οι προτάσεις που θα πέσουν στο τραπέζι

Αργυρώ Μαυρούλη


Την έναρξη της τετράμηνης διαπραγμάτευσης για την αύξηση του κατώτατου μισθού των 650 ευρώ στον ιδιωτικό τομέα κήρυξε χθες στη Βουλή ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.

Εντός των επόμενων ημερών η διοίκηση του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας θα στείλει τα απαραίτητα έγγραφα σε εξειδικευμένους φορείς και κοινωνικούς εταίρους για να ξεκινήσει ο διάλογος, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο ο νέος κατώτατος με διάρκεια ενός έτους.

Ήδη βέβαια το ποσοστό αύξησής του έχει γίνει προϊόν σκληρής αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όσο και μεταξύ εκπροσώπων εργοδοτών και εργαζομένων. Και χωρίς κανείς να αναγνωρίζει ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι διασταυρώνουν τα ξίφη τους για μια αύξηση που βαραίνει αποκλειστικά και μόνο τις επιχειρήσεις και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία ανάπτυξης της οικονομίας και τη μείωση του μισθολογικού κόστους.

Την ίδια στιγμή, στην αγορά εργασίας οι περισσότερες από τις μισές νέες συμβάσεις που υπογράφονται – το 54,8% σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος Εργάνη για τον Ιανουάριο – είναι με ευέλικτες μορφές απασχόλησης (εκ περιτροπή και μερική απασχόληση) με αμοιβή μικρότερη των 350 ευρώ το μήνα.

Οι προτάσεις της κάθε πλευράς

Η προεκλογική πρόταση της κυβέρνησης το 2018 προέβλεπε αύξηση του κατώτατου μισθού με ρυθμό διπλάσιο από αυτόν της ανάπτυξης, φτάνοντας τα 703 ευρώ σε βάθος τριετίας. Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη φέτος θα κινηθεί κοντά στο 3% (σ.σ.: η εκτίμηση του προϋπολογισμού κάνει λόγο για 2,8%), η αύξηση του μισθού θα ανέλθει κοντά στο 6%.

Υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη δεν αποκλείουν μια αύξηση της τάξεως του 4-5%, δηλαδή από 26 έως 32 ευρώ το μήνα, με το κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται από 676 έως 682 ευρώ. Ο νέος κατώτατος μισθός θα επηρεάσει 500.000 εργαζόμενους με μερική ή πλήρη απασχόληση, αλλά και περισσότερα από 20 επιδόματα.

Η αξιωματική αντιπολίτευση (ΣΥΡΙΖΑ) ζητά να συνεχιστεί «η δυναμική αύξηση του κατώτατου μισθού» και προτείνει:
• Αύξηση 7,5% φέτος και μισθό 698,75 ευρώ
• Αύξηση 7,5% από 1/1/2021 και μισθό 751,16 ευρώ
• Καθολική καταβολή του επιδόματος γάμου 10% (σήμερα ισχύει μόνο για επιχειρήσεις μέλη οργανώσεων που υπογράφουν ΕΓΣΣΕ)
• Ξεπάγωμα επιδομάτων προϋπηρεσίας ανά 3ετία και έως 30%
• Επιστροφή της αρμοδιότητας καθορισμού του κατώτατου μισθού στους κοινωνικούς εταίρους από το 2022.

Ωστόσο, η πλειοψηφία των εργοδοτικών οργανώσεων επισημαίνουν ότι πέρσι αιφνιδιάστηκαν με την αύξηση κατά 11% του κατώτατου μισθού και ταυτόχρονα την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού που οδήγησε σε αύξηση κατά 27% του μισθολογικού κόστους για νέους κάτω των 25 ετών.

Ο ΣΕΒ έχει ήδη εκφράσει επίσημα την θέση του ότι είναι απαραίτητο «να επιδειχθεί σύνεση από την πολιτεία στην αύξηση του κατώτατου μισθού το 2020, καθώς μια επανάληψη της μαξιμαλιστικής πολιτικής του 2019 θα έχει αρνητικές συνέπειες για την οικονομία», τονίζοντας ότι καταγράφεται επιβράδυνση της απασχόλησης. Οι εκπρόσωποι των βιομηχάνων λόγω της περυσινής αύξησης κατά 11% θεωρούν ότι οι νέες αυξήσεις δεν μπορεί να είναι πάνω από 3%.

Από την πλευρά τους, ΓΣΕΒΕΕ και ΕΣΕΕ τάσσονται υπέρ της σταδιακής αύξησης του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ με ταυτόχρονη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και της υπερφορόληγησης. Η ΕΣΕΕ θα προτείνει σταδιακή αύξηση του κατώτατου στα 751 ευρώ έως το 2022, ενώ η ΓΣΕΒΕΕ θα επιμείνει για άλλη μια φορά στην επαναφορά διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού αποκλειστικά στους κοινωνικούς εταίρους.

Η ΓΣΕΕ –μοναδικός εκπρόσωπος των εργαζομένων- τελεί υπό διορισμένη Διοίκηση, στοχεύει στην πραγματοποιήσει του συνεδρίου της μέχρι τα μέσα Μαρτίου, ώστε να αποφασίσει η εκλεγμένη Διοίκηση για τη διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού.

Πάγια θέση των εργαζομένων είναι η επιστροφή του κατώτατου σε προμνημονιακά επίπεδα, δηλαδή στα 751 ευρώ και επαναφορά της ρύθμισής του στα χέρια των κοινωνικών εταίρων. Υψηλόβαθμα συνδικαλιστικά στελέχη της Συνομοσπονδίας κάνουν λόγο για ανατολίτικο παζάρι και παιχνίδι εντυπώσεων σε βάρος των εργαζομένων.