Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις δημοκρατίες που τραυματίζονται και στις δημοκρατίες που ρίχνουν αλάτι στο τραύμα.
Η διαφορά αυτή φαίνεται καθαρά στον τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία αντιδρά σε παρόμοια περιστατικά κρατικής βίας. Στο αν ο θάνατος ενός πολίτη από κρατικό υπάλληλο αντιμετωπίζεται ως αποτυχία που βαραίνει το σύνολο της πολιτείας ή ως αναγκαίο συμβάν, μικρής σημασίας. Αυτή η διάκριση γίνεται απολύτως ορατή αν συγκρίνει κανείς τις πολιτικές αντιδράσεις μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και της Ρενέ Νικόλ Γκουντ στη Μινεσότα.
Τα σημεία όπου δολοφονήθηκαν αυτοί οι δύο άνθρωποι απέχουν περίπου ένα μίλι, όμως από τότε έως σήμερα το χάσμα είναι τεράστιο. Είναι το χάσμα ανάμεσα στις αντιδράσεις προέδρων, ανάμεσα στη συντριβή για έναν άδικο θάνατο και τη δικαιολόγηση μιας αναίτιας δολοφονίας.
Μετά τον θάνατο του Φλόιντ, ο Τζο Μπάιντεν δεν μίλησε ως αρχηγός παράταξης. Μίλησε ως πρόεδρος που όφειλε να κάνει αυτοκριτική. Δεν αμφισβήτησε το γεγονός, δεν έσπευσε να υπερασπιστεί τον αστυνομικό, δεν αναζήτησε δικαιολογίες. Θέλησε να αναλάβει την ευθύνη. Ακόμη κι όταν δεν ειπώθηκε ρητά η λέξη «συγγνώμη», η στάση ήταν απολογητική. Αναγνώρισε την αδικία, έδειξε σεβασμό στο θύμα, παραδέχτηκε ότι το κράτος απέτυχε. Η εξουσία έσκυψε το κεφάλι, έστω και προσωρινά.
Στην περίπτωση της Ρενέ Γκουντ, το μοτίβο αντιστρέφεται πλήρως. Πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε ανεξάρτητη έρευνα, ο πρόεδρος έσπευσε να κατασκευάσει αφήγημα. Αυτοάμυνα. Απειλή. Νόμος και τάξη. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μίλησε για τραγωδία, δεν εξέφρασε λύπη, δεν άφησε χώρο για αμφιβολία. Μίλησε σαν εισαγγελέας υπεράσπισης του κράτους εναντίον της νεκρής. Ακόμη κι όταν το βίντεο διαψεύδει τα επιχειρήματά του, υπερασπίζεται τον αναίτιο πυροβολισμό στο κεφάλι μιας φοβισμένης γυναίκας. Το πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι ο δολοφονία αλλά η αμφισβήτηση των πρακτόρων του.
Εδώ βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά. Ο Μπάιντεν αντιμετώπισε τη βία ως ρήγμα στη διακυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τραμπ τη μετατρέπει σε εργαλείο επιβεβαίωσης της εξουσίας. Ο πρώτος αναγνώρισε ότι η κρατική ισχύς μπορεί να εκτροχιαστεί. Ο δεύτερος επιμένει ότι, εφόσον το κράτος πυροβόλησε, είχε δίκιο. Αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο την αστυνομία ή την ICE. Αφορά τον ίδιο τον ορισμό της πολιτικής ευθύνης.
Το 2020 η στάση του προέδρου έγινε αφορμή για θεσμικές συζητήσεις. Το 2026, ο πρόεδρος δικαιολογεί τη δολοφονία και στέλνοντας μήνυμα στους πολίτες «καθίστε φρόνιμα» και στα όργανα του κράτους «πυροβολείτε ελεύθερα».
Κάπως έτσι, η σύγκριση Φλόιντ με Γκουντ παύει να είναι σύγκριση δύο περιστατικών και γίνεται σύγκριση δύο Αμερικών. Η μία, με όλες τις αντιφάσεις της, πίστεψε για λίγο ότι η κρατική βία απαιτεί εξηγήσεις, συγγνώμη, αλλαγή. Η άλλη απαιτεί σιωπή και πειθαρχία. Η πρώτη είδε τον νεκρό ως αδικημένο πολίτη. Η δεύτερη βλέπει τη νεκρή ως πρόβλημα διαχείρισης.
Ο Τραμπ δεν αισθάνεται την ανάγκη ούτε για μία φράση ανθρώπινης λύπης. Να πει «συλλυπητήρια στην οικογένεια». Σαν να μην χρειάζεται αποκατάσταση. Σαν η δολοφονία να είναι μέρος της κανονικότητας. Αυτό θα το βρούμε μπροστά μας.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κάγια Κάλας για Ιράν: Το καθεστώς φοβάται τον λαό του – Απαράδεκτη η βία κατά ειρηνικών διαδηλωτών
- Ομιλία Χαμενεΐ: Ο αλαζόνας Τραμπ θα «πέσει» σαν τον Φαραώ και τον Σάχη
- Τουσκ: Ανησυχώ πολύ για τις δηλώσεις Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία
- Κομισιόν: 620 εκατ. ευρώ στη Συρία για ανάκαμψη και ανθρωπιστική βοήθεια