Άρθρα

Ένα μεγάλο «όχι» στην κατανάλωση

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Εδώ και μερικούς μήνες, πολλοί υποστηρίζουν ότι η αύξηση που έχει σημειωθεί στις τραπεζικές καταθέσεις θα μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης. Η σκέψη είναι πως μετά από περίοδο αποχής από την κατανάλωση – κυρίως λόγω των κλειστών μαγαζιών – οι πολίτες θα…ξεσαλώσουν!

Μπορεί να είναι έτσι. Μπορεί, όμως, και να μην είναι.

Καταρχάς, η υπόθεση ότι η Έλληνας πολίτης εμμένει στο καταναλωτικό πρότυπο της περιόδου 1990-2010 είναι μάλλον παρακινδυνευμένη. Διένυσε δύο δεκαετίες όπου πίστευε πως δεν χρειάζεται να αποταμιεύει γιατί η ροή εισοδημάτων δεν θα σταματούσε. Πέρασε στην επόμενη δεκαετία όπου κι αν ήθελε δεν μπορούσε να αποταμιεύσει, γιατί το εισόδημα μειώθηκε. Και κατέληξε σε μία πανδημία που τον βρήκε περίπου πανί-με-πανί.

Τώρα, κυριαρχεί η αβεβαιότητα—οπότε η ανάγκη προφύλαξης για το αναπάντεχο της επόμενης ημέρας. Με το σύστημα υγείας στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ο πολίτης μπορεί να θέλει να αισθανθεί ξανά εκείνο το παραδοσιακό και χαμένο αίσθημα της ασφάλειας που προσφέρει η κλασσική αποταμίευση.

Οπωσδήποτε, στην αρχή του ανοίγματος θα δούμε αυξημένη κίνηση στα μαγαζιά. Αποκλείεται, όμως, να δούμε και την εκτόνωση της, αμέσως μετά την ικανοποίηση ορισμένων αναγκών που πήγαν πίσω λόγω της καραντίνας;

Δεν αποκλείεται καθόλου.

Κατά δεύτερο λόγο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την εμφάνιση έστω αδύναμων πληθωριστικών πιέσεων που θα πηγάζουν από σειρά παραγόντων, όπως:

-Την αναστάτωση που ήδη συμβαίνει στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και την διαφαινόμενη τάση να μην ακολουθείται πάντα το μοντέλο του just in time delivery και της συνεχούς υπεργολαβίας—οπότε αύξηση του κόστους.

-Την αναβίωση του οικονομικού εθνικισμού, τουλάχιστον με αναφορά σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που θεωρούνται πρώτης ανάγκης στους τομείς της υγείας και της άμυνας.

-Την σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας, που σε συνδυασμό με τον οικονομικό εθνικισμό, ενέχει πλέον την μεγάλη πιθανότητα να επιβραδύνει την διαδικασία παγκοσμιοποίησης.

-Την άνοδο που έχει ήδη σημειωθεί στις τιμές αρκετών πρώτων υλών, που σχετίζεται τόσο με τις εξελίξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού όσο και με τον οικονομικό εθνικισμό και την διαμάχη ΗΠΑ-Κίνας.

Τρίτο, βλέποντας την άνοδο στις καταθέσεις, σχηματίζουμε λάθος συνολική εικόνα. Ας θεωρήσουμε ότι αυτή είναι εξολοκλήρου θετική για την οικονομία—με την έννοια ότι πράγματι μπορεί να χρησιμεύσει για να προωθήσει την ανάπτυξη. Δεν λαμβάνουμε υπόψιν, όμως, ότι υπάρχει και η αρνητική πλευρά. Σήμερα, επιχειρήσεις και άτομα συντηρούνται με τα μέτρα στήριξης –και σ’ αυτόν τον βαθμό συνεισφέρουν στην τρέχουσα κατανάλωση.

Τι θα γίνει, όμως, όταν τα μέτρα θα αποσυρθούν, πολλές επιχειρήσεις θα κλείσουν, πολλά άτομα θα πάρουνε τον δρόμο για την ανεργία; Δεν θα υπάρξει τότε αρνητική επίπτωση στην κατανάλωση – που μπορεί κάλλιστα να αντισταθμίσει την θετική επίπτωση που θα υπάρξει από την κατανάλωση των …καταθέσεων;

Ας σοβαρευτούμε. Πανηγυρίζουμε για την άνοδο των καταθέσεων και περιμένουμε την ανάπτυξη από την κατανάλωση. Την επιστροφή, δηλαδή, στο μοντέλο που μας χρεοκόπησε.

Αν επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε ξανά αξία και πλούτο, οφείλουμε να παρακαλούμε να πάει πουθενά η άνοδος των καταθέσεων. Να μείνει στις τράπεζες και οι τράπεζες να υιοθετήσουν, επιτέλους, σύγχρονη νοοτροπία και σύγχρονα εργαλεία χρηματοδότησης επενδύσεων.

Για την Ελλάδα του αύριο, η καταναλωτική λιτότητα στην οποία έμαθε ο πολίτης της πανδημίας, πρέπει να συνεχιστεί. Βλέποντας επιτέλους αύξηση στις καταθέσεις οι τράπεζες οφείλουν να μοχλεύσουν τα κεφάλαια αυτά για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις – όχι στεγαστικά,  όχι καταναλωτικά δάνεια.

Φαντάζομαι ότι το λιανεμπόριο θα διαφωνεί. Δυστυχώς γι’ αυτό, το μέλλον της χώρας βρίσκεται στις επενδύσεις. Αν το λιανεμπόριο μπορεί να συμμετάσχει τόσο το καλύτερο. Αλλά αυτές είναι επενδύσεις για το αύριο. Όχι για το σήμερα και την τσάρκα στην Ερμού.


ΣΧΟΛΙΑ