Τα πρωτοσέλιδα ασχολούνται με την αγένεια, την αρχομανία και την προκλητικότητα του Τραμπ, με την επίδειξη ισχύος και την υπονόμευση της διεθνούς τάξης.
Πολύ λιγότερο ασχολούνται με τον ρόλο και την επερχόμενη κρίση του δολαρίου – κι όταν λανθασμένα το κάνουν, παραπέμπουν σχεδόν μηχανικά στην απόφαση του Νίξον να καταργήσει το καθεστώς του Bretton Woods, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη και, έμμεσα, η πολιτική σταθερότητα.
Παραβλέπεται έτσι η δεύτερη, πολύ σοβαρότερη, κρίση του δολαρίου στη διετία 1978–1979 (επί προεδρίας Κάρτερ), η οποία συγκρίνεται ανατριχιαστικά με την παρούσα φάση. Η ιστορία μπορεί να επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά επαναλαμβάνεται. Και σήμερα η παγκόσμια οικονομία προχωρά με γοργά βήματα προς μία νέα κρίση του δολαρίου – αυτή τη φορά, όμως, η δυνατότητα αντιμετώπισής της δεν είναι καθόλου δεδομένη. Διότι, όπως ακριβώς το 1978–79, το διακύβευμα είναι η αξιοπιστία του νομίσματος.
Το 1971 οι ΗΠΑ ακύρωσαν την υπόσχεσή τους ότι 35 δολάρια μπορούσαν να αγοράσουν μία ουγκιά χρυσού. Ήταν το τέλος της μετατρεψιμότητας του χαρτιού σε μέταλλο. Η «άγκυρα» του διεθνούς συστήματος άλλαξε: από επίσημη και μεταλλική έγινε ανεπίσημη και θεσμική. Τη θέση της πήραν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ως δήθεν άνευ ρίσκου περιουσιακά στοιχεία, η αξιοπιστία της Fed και η παγκόσμια ρευστότητα του δολαρίου. Το «παράθυρο του χρυσού» αντικαταστάθηκε από τη βεβαιότητα ότι το δολάριο δεν θα χάσει την αγοραστική του αξία ούτε την πολιτική του ουδετερότητα.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, όλα αυτά είχαν διαβρωθεί. Ο πληθωρισμός κάλπαζε, το δημοσιονομικό και εμπορικό έλλειμμα διογκώνονταν, το δολάριο υποτιμάτο έναντι μάρκου, φράγκου, γεν—και όχι μόνο, η νομισματική πολιτική δεχόταν πολιτικές πιέσεις. Ο χρυσός εκτοξεύθηκε από τα $35 στα $800. Η κρίση αντιμετωπίστηκε μόνο όταν ο Paul Volcker διπλασίασε τα επιτόκια (10% στο 20%), προκάλεσε συνειδητά ύφεση και αποκατέστησε την ανεξαρτησία της Fed.
Σήμερα ο πληθωρισμός ίσως ελέγχεται, αλλά η «άγκυρα» των αμερικανικών ομολόγων δεν θεωρείται πια και τόσο ασφαλής. Τα ελλείμματα αυξάνονται, οι τιμές των assets φουσκώνουν και –το κρισιμότερο– η νομισματική πολιτική φαίνεται να υποκύπτει εκ νέου σε πολιτικές πιέσεις, φτάνοντας μέχρι την εργαλειοποίηση της (weaponization). Αν ο νέος πρόεδρος της Fed οδηγήσει σε πρόωρα μεγάλη μείωση επιτοκίων—όπως επιδιώκει ο Τραμπ– την στιγμή όπου ο πληθωρισμός …κρυφοκοιτάζει πίσω από την πόρτα, οι ΗΠΑ μπορεί κάλλιστα να εισέλθουν στην τρίτη μεταπολεμική κρίση του δολαρίου, χωρίς να είναι διόλου βέβαιο ότι θα αποδεχθούν κόστος τύπου Volcker για να τη διαχειριστούν.
Ήδη, η υποχώρηση του δολαρίου κατά περίπου 10% το 2025 (βάσει DXY), σε συνδυασμό με τα δομικά προβλήματα του γεν, δείχνει ότι η παγκόσμια νομισματική άγκυρα αποδυναμώνεται χωρίς να αναδύεται εναλλακτική. Το carry trade και οι θέσεις που λαμβάνουν τα hedge funds επιβεβαιώνουν την ανισορροπία και τους κινδύνους. Η κίνηση θυμίζει το αντίστροφο του «δολαριακού κενού» του Triffin: όχι έλλειψη, αλλά υπερπροσφορά δολαρίων, πληθωρισμό στα περιουσιακά στοιχεία( από τα χρηματιστηριακά εμπορεύματα μέχρι «εξωτικά» χρηματοπιστωτικά προϊόντα) και αναζήτηση νέων καταφυγίων, με πρώτο τον χρυσό. Σύγχρονός ρεαλισμός με αταβιστική επιστροφή στο μέταλλο, ίσως!
Το πρόβλημα είναι ότι ο Τραμπ και το περιβάλλον του αγνοούν ένα απλό αξίωμα: οι ΗΠΑ δεν μπορούν ταυτόχρονα να επιβάλλουν γεωπολιτική ισχύ, να αποτελούν τη νομισματική άγκυρα, να είναι ο μεγαλύτερος χρεώστης του κόσμου και να λειτουργούν ως απόλυτα αξιόπιστο θησαυροφυλάκιο αξίας.
Διαβάστε επίσης
Μητσοτάκης – Ανδρουλάκης – Τσίπρας και η κοινωνία που δεν αντέχει άλλο
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Βαλεντίνα Μπαρτολίνι: «Η φλόγα σε καλεί να σκεφτείς»
- Γιατί έφτασε κοντά στο… κραχ η μπασκετική Μονακό! Φεύγει ο ζάπλουτος Φεντορίτσεφ, παρεμβαίνει το Πριγκιπάτο
- Νευρικότητα στις αγορές πετρελαίου, καθώς ο Τραμπ «χτίζει» πολεμικό κλίμα εναντίον του Ιράν
- Μαίνεται το μπρα ντε φερ Δήμου Αλίμου – κατασκευαστών για τις άδειες του ΝΟΚ