ΥΓΕΙΑ

Μ. Δερμιτζάκης: Γιατί θεωρεί ότι χάθηκε το… παιχνίδι στη διαχείριση της επιδημίας – Διίστανται οι απόψεις για το πότε πρέπει να ξεκινήσει ο εμβολιασμός

  • Έφη Τσιβίκα

Μανώλης Δερμιτζάκης


Τη δική του εκδοχή για το πώς χάθηκε το… παιχνίδι στη διαχείριση της επιδημίας του κορονοϊού στη χώρα και οδηγηθήκαμε στο παρατεταμένο lockdown κατέθεσε ο καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, Μανώλης Δερμιτζάκης, μιλώντας στο Πανελλήνιο Συνέδριο για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας 2020.

Σύμφωνα με τον κ. Δερμιτζάκη, η αιτία βρίσκεται αρχικά στο άνοιγμα του τουρισμού και στη χαλαρότητα που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η οποία οδήγησε στην απώλεια της «αυτοσυγκέντρωσης» των πολιτών και, κατ’ επέκταση, στη μη συμμετοχή τους  στην αντιμετώπιση της επιδημίας, με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, αργότερα.

«Η αυτοσυγκέντρωση χάθηκε με πολλαπλούς τρόπους. Χάθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχαμε πολλά κρούσματα και ότι κανένας -ακόμη και από τους ανθρώπους που είχαν πιο κεντρικό ρόλο στη διαχείριση- δεν έδωσε στους πολίτες το σήμα να μείνουν σε εγρήγορση. Με την παρουσία τους σε εκδηλώσεις, τη διοργάνωση συγκεντρώσεων, διάφορες πολιτικές δυνάμεις έδιναν το σήμα ότι η πανδημία τελείωσε», ανέφερε ο καθηγητής, σημειώνοντας ότι η επιβολή μέτρων στη συνέχεια πήγαινε αντίθετα στο «κύμα», καθώς για τους πολίτες είχε κλείσει το θέμα και είχαν χάσει την αυτοσυγκέντρωση και την εγρήγορση που απαιτούνταν, ώστε να παραμείνουν συμμέτοχοι σε αυτό που γινόταν.

Την «αστοχία» αυτή αναγνώρισε σε χθεσινή συνέντευξή του στο δελτίο του Alpha και ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης:

«Έχουμε κάνει το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Έχω κι εγώ εντοπίσει πτυχές που ενδεχομένως εκ των υστέρων, με τη γνώση του χρόνου, θα κάναμε κάποια πράγματα διαφορετικά. Τον Ιούλιο θα ήμουν πιο αυστηρός στο δημόσιο μήνυμα ότι η πανδημία θα επανέλθει», τόνισε.

Ο κ. Δερμιτζάκης διευκρίνισε πως δεν θεωρεί ότι το καλοκαίρι ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας, αλλά ότι οδήγησε σε αύξηση των κρουσμάτων, εκτιμώντας ότι περίπου το 30% του κόστους σε κρούσματα προήλθε από το εξωτερικό, με τους ξένους που ήρθαν στην Ελλάδα, μετέδωσαν τον κορονοϊό και στη συνέχεια επέστρεψαν στη χώρα τους.

Ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο τουρισμός συσχετίζεται με το δεύτερο κύμα. «Χώρες που δεν άνοιξαν, όπως το Ισραήλ, χτυπήθηκαν από το δεύτερο κύμα. Περιοχές όπως η Κέρκυρα δεν έχουν χτυπηθεί, ενώ αντίθετα η Δράμα ή η Πέλλα. Αν υπήρχε τέτοια συσχέτιση θα τη βλέπαμε το Σεπτέμβριο. Καμία χώρα δεν έκανε όσα τεστ κάναμε εμείς στις πύλες εισόδου» σημείωσε.

Καθυστερημένη λήψη αυστηρών μέτρων

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο καθηγητής στην καθυστερημένη λήψη αυστηρών μέτρων αλλά και στη συνεχή αλλαγή τους, η οποία εκτιμά ότι αποσυντόνισε τους πολίτες και δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

«Με το που λαμβάνονταν κάποια μέτρα και μετά από τρεις μέρες ανακοινώνονταν καινούρια, ουσιαστικά, υπονομεύονταν τα προηγούμενα», υπογράμμισε.

Αναφορικά με την καθυστερημένη λήψη αυστηρών μέτρων, σημείωσε ότι αυτή έπρεπε να έχει γίνει από τον Σεπτέμβριο, οπότε και -σύμφωνα με τον ίδιο- ξεκίνησε η εκθετική αύξηση των κρουσμάτων.

«Η εκθετική αύξηση ξεκίνησε από της αρχές Σεπτεμβρίου και όχι λίγες μέρες πριν το lockdown. Απλώς δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή όσον αφορά στους αριθμούς. Εάν είχαν ληφθεί από τέλος Σεπτεμβρίου συντονισμένα βαριά μέτρα, με μάσκα παντού, περιορισμένη κυκλοφορία το βράδυ, τηλεργασία στο μάξιμουμ – όλα αυτά που έχουμε τώρα, εκτός από τα sms- πιστεύω ότι είχαμε μία σοβαρή πιθανότητα -χωρίς να αποκλείει κανείς τίποτα- να είχε αποφευχθεί το lockdown, γιατί θα διατηρούσαμε τον αριθμό των κρουσμάτων σε τριψήφιο αριθμό», σχολίασε ο καθηγητής.

Ο κ. Δερμιτζάκης εκτίμησε ότι η ελληνική κυβέρνηση ενδεχομένως να «παρασύρθηκε» από την τάση που είχε προαποφασιστεί, συνολικά, σε επίπεδο ΕΕ αλλά και σε άλλες χώρες να μπουν με ελαφριά μέτρα στο χειμώνα, μήπως τυχόν και καταφέρουν έτσι να συγκρατήσουν την επιδημία και, αν χρειαστεί να «κλείσουν», να το κάνουν όλοι μαζί έχοντας μικρότερο πολιτικό κόστος.

«Το ‘δεν είμαστε μόνο εμείς, είναι και οι άλλοι’ είναι το πολιτικό αφήγημα όλων των κυβερνήσεων», υπογράμμισε ο καθηγητής, προσδίδοντας στο θέμα μία πολιτική διάσταση.

Εμβολιασμός και κρούσματα

Μιλώντας σε τηλεοπτικό σταθμό χθες (7/12), ο κ. Δερμιτζάκης δήλωσε ότι ο εμβολιασμός πρέπει να γίνει αφού μειωθούν πρώτα τα κρούσματα, προκειμένου να αποφευχθεί η πιθανότητα να επικρατήσει κάποιο ανθεκτικό στέλεχος του ιού, που θα υπονομεύσει τη μέχρι τώρα προσπάθεια στο πεδίο των εμβολίων.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, στο πλαίσιο της τηλεοπτικής ενημέρωσης του υπουργείου Υγείας για την πορεία της επιδημίας στη χώρα, η καθηγήτρια Παιδιατρικής – Λοιμώξεων, Βάνα Παπαευαγγέλου, σημείωσε ότι το σύνηθες είναι να ξεκινά ο εμβολιασμός στο peak της επιδημίας, τονίζοντας ότι τα περισσότερα βιβλιογραφικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν την άποψη ότι πρέπει να προϋπάρξει ύφεση της επιδημίας.

«Δεν φαίνεται ότι ο ιός αποκτά μεταλλάξεις που είναι δυνατόν να ενοχλήσουν την εμβολιαστική αποτελεσματικότητα. Συνεπώς δεν υπάρχουν τέτοιες σκέψεις, ότι δηλαδή θα πρέπει να υπάρξει τρίτο lockdown πριν τον εμβολιασμό. Όποτε είναι το εμβόλιο εδώ, θα το χρησιμοποιήσουμε και πιστεύουμε στην αποτελεσματικότητα και στην επιτυχία του εμβολιασμού», ανέφερε σχετικά η καθηγήτρια.

Η κατάσταση σήμερα

Διανύοντας την 5η εβδομάδα του lockdown, σήμερα παρατηρείται μία σταθερή πορεία της επιδημίας στη χώρα, χωρίς μεγάλες αλλαγές από την προηγούμενη εβδομάδα, με κύρια χαρακτηριστικά τη σταδιακή μείωση των κρουσμάτων στις περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες, με εξαίρεση κάποιες περιοχές όπου η επιδημία εξακολουθεί να «βράζει».

Παράλληλα, παρατηρείται μείωση νέων εισαγωγών στα Νοσοκομεία αλλά παράλληλα και διατήρηση της πίεσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας, λόγω της πληρότητας των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.

Βάσει των στοιχείων του ΕΟΔΥ, συνεχίζεται η μείωση των ενεργών κρουσμάτων, όπως καταγράφονται από τη μείωση του αριθμού των νέων διαγνώσεων σε πανελλαδικό επίπεδο.

Εντούτοις, η συρρίκνωση φαίνεται να είναι  μικρότερη από τις δύο προηγούμενες εβδομάδες. Τα ενεργά κρούσματα τόσο στην Αττική, όσο και στη Θεσσαλονίκη, παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, αλλά πλέον υποχωρούν σταδιακά στα επίπεδα που βρίσκονταν στα τέλη Οκτωβρίου προς αρχές Νοεμβρίου.

Στην Αττική η μείωση του αριθμού των διαγνώσεων έχει επιβραδυνθεί με ποσοστό περίπου 7%-8% μεσοσταθμικά προς το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, ενώ αντίστοιχα η Θεσσαλονίκη επιτάχυνε τη μείωση του αριθμού των διαγνώσεων σε ποσοστό μέχρι και 25%. Με βάση τις μειώσεις των κρουσμάτων στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, οι ενεργοί αριθμοί αναπαραγωγής φαίνεται ότι έχουν συγκλίνει σταθερά κάτω της μονάδας και στις δύο περιοχές. Παρόλα αυτά, η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να έχει αναλογικά πολύ υψηλότερο επιδημιολογικό φορτίο από την Αττική.

Η επιβάρυνση της επιδημίας στα βόρεια της χώρας διατηρείται, αν και δείχνει κάποια μικρά σημεία υποχώρησης. Υψηλό παραμένει και το φορτίο της Λάρισας με κάποια μικρά σημεία υποχώρησης. Επιμονή επιδημικού φορτίου παρατηρείται και στη Δυτική Ελλάδα, αν και σε σχετικά χαμηλότερα επίπεδα, ενώ το επιδημιολογικό φορτίο στα νότια της χώρας παραμένει σχετικά χαμηλό.

Οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν τη βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας της χώρας «υποτονική», γεγονός που τους οδήγησε στην εισήγηση για αναβολή της έναρξης της δια ζώσης εκπαιδευτικής διαδικασίας για μετά τις γιορτές, αποδίδοντας την απόφασή τους σε δύο κυρίως λόγους:

Αφενός γιατί οποιαδήποτε αύξηση της κινητικότητας μέσα και έξω από τα σχολεία, αυξάνει τον κίνδυνο για επιβάρυνση του επιδημιολογικού φορτίου, τη στιγμή που η κατάσταση των ΜΕΘ- η οποία αποτελεί το πιο σημαντικό κριτήριο για την άρση του lockdown- δεν παρουσιάζει επαρκή βελτίωση.

Αφετέρου γιατί αμφισβητήθηκε το όφελος από το άνοιγμα των σχολείων αφού παρέμεναν μόλις 7 ημέρες διδασκαλίας μέχρι τις αργίες των Χριστουγέννων, εξ ου και υπήρξε προβληματισμός για την αναστάτωση που θα προκαλούταν στα παιδιά.

Χθες, ανακοινώθηκαν από τον ΕΟΔΥ 1.251 νέα κρούσματα και 89 θάνατοι, ενώ 600 ασθενείς με Covid νοσηλεύονται διασωληνωμένοι.

 


ΣΧΟΛΙΑ