Σε μια κρίσιμη περίοδο για την αγορά ενέργειας θα βρεθεί σήμερα στις Βρυξέλλες  ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου για να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στο οποίο θα συζητηθούν σημαντικά θέματα για την επόμενη μέρα της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.

Οι υπουργοί των κρατών-μελών θα επιχειρήσουν να βρουν κοινό έδαφος σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων που αγγίζουν τον πυρήνα της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ, όπως η λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οι διασυνδέσεις των δικτύων, η ενεργειακή ασφάλεια και οι τρόποι μείωσης του κόστους για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

1

Παρότι τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν τη σημασία των θεμάτων που θα συζητηθούν, οι θέσεις τους απέχουν σημαντικά σε κρίσιμα σημεία. Πηγές του ελληνικού υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκτιμούν ότι το Συμβούλιο αναμένεται να αποτελέσει περισσότερο πεδίο έντονων διαβουλεύσεων και πολιτικών ζυμώσεων παρά χώρο λήψης άμεσων αποφάσεων.

Διασυνδέσεις και ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα

Κεντρικό θέμα της συνεδρίασης θα είναι το λεγόμενο «πακέτο ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων» (European grids package), δηλαδή οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση του κανονισμού σχετικά με τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές (TEN-E) και για τη νέα οδηγία αδειοδότησης των ενεργειακών δικτύων. Οι προτάσεις αυτές παρουσιάστηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 και στόχος τους είναι να ενισχύσουν τις διασυνοριακές ενεργειακές υποδομές, να επιταχύνουν τις διαδικασίες αδειοδότησης και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων.

Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις αποτελούν βασικό στοιχείο της στρατηγικής της ΕΕ για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ενέργειας. Μέσω των διασυνδεδεμένων δικτύων, τα εθνικά συστήματα μπορούν να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ενέργεια, επιτρέποντας τη μεταφορά ισχύος από περιοχές με πλεόνασμα παραγωγής σε περιοχές με υψηλή ζήτηση. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η αξιοπιστία των δικτύων και μειώνεται ο κίνδυνος ελλείψεων.

Η σημασία των διασυνδέσεων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης. Η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως της αιολικής και της ηλιακής, δημιουργεί μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην παραγωγή. Ένα ισχυρά διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό σύστημα επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση της διαθέσιμης ενέργειας, μεταφέροντας πλεονάζουσα παραγωγή από μία χώρα σε άλλη.

Ωστόσο, η προώθηση των διασυνδέσεων δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κράτη-μέλη. Χώρες που διαθέτουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, συχνά λόγω σημαντικής παραγωγής από υδροηλεκτρικά ή πυρηνικά εργοστάσια, εκφράζουν ανησυχίες ότι η μεγαλύτερη διασύνδεση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών στην εγχώρια αγορά τους. Σε μια πλήρως διασυνδεδεμένη αγορά, η φθηνή ενέργεια τείνει να κατευθύνεται προς αγορές με υψηλότερες τιμές, γεγονός που ενδέχεται να επιβαρύνει τους εγχώριους καταναλωτές των χωρών που εξάγουν ενέργεια. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύει το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της αγοράς και στην προστασία των εθνικών ενεργειακών συμφερόντων.

Ένας χρόνος μετά το σχέδιο για προσιτή ενέργεια

Οι υπουργοί θα εξετάσουν επίσης την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στο σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από έναν χρόνο. Στόχος του σχεδίου ήταν η μείωση του ενεργειακού κόστους, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές ενέργειας αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό θα συζητηθεί και η μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το υφιστάμενο σύστημα οριακής τιμολόγησης, σύμφωνα με το οποίο η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης — συχνά μονάδα φυσικού αερίου.

Η λειτουργία αυτή σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου μπορούν να επηρεάσουν το σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ορισμένα κράτη-μέλη ζητούν αλλαγές ώστε να περιοριστεί αυτή η σύνδεση, υποστηρίζοντας ότι οι τεχνολογίες χαμηλού κόστους, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν αντικατοπτρίζονται επαρκώς στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Από την άλλη πλευρά, αρκετές χώρες και φορείς της αγοράς υποστηρίζουν ότι το σημερινό μοντέλο εξασφαλίζει αποδοτική λειτουργία της αγοράς και παρέχει τα σωστά επενδυτικά σήματα για την ανάπτυξη νέων ενεργειακών υποδομών. Στο πλαίσιο των συμβιβαστικών λύσεων που εξετάζονται, η ΕΕ προωθεί την ενίσχυση των μακροχρόνιων συμβολαίων σταθερής τιμής, τα οποία μπορούν να περιορίσουν τη μεταβλητότητα των τιμών.

Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, παρότι η αυξημένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών δημιουργεί νέα δεδομένα για τη λειτουργία της αγοράς, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση που να μπορεί να αντικαταστήσει αποτελεσματικά το σύστημα της οριακής τιμολόγησης.

Ενεργειακή ασφάλεια και γεωπολιτικές προκλήσεις

Σημαντικό μέρος των συζητήσεων θα αφορά και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, με ιδιαίτερη έμφαση στα διδάγματα που προκύπτουν από τη συνεργασία της ΕΕ με την Ουκρανία και τη Μολδαβία. Οι υπουργοί θα εξετάσουν τρόπους ενίσχυσης της αμοιβαίας ενεργειακής ασφάλειας μέσω μεγαλύτερης ολοκλήρωσης των ενεργειακών συστημάτων.

Στη συζήτηση θα συμμετάσχουν και εκπρόσωποι των δύο χωρών, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συνεργασίας σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν καταστήσει την ενεργειακή ασφάλεια βασική προτεραιότητα για την Ευρώπη.

Το μέλλον του ETS

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), ο βασικός μηχανισμός της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το ζήτημα δεν αφορά την ύπαρξη του συστήματος, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί στο μέλλον και το πόσο αυστηρό θα είναι το πλαίσιο εφαρμογής του.

Η αναθεώρηση του ETS στο πλαίσιο του πακέτου «Fit for 55» προβλέπει τη σταδιακή μείωση των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει την τιμή του άνθρακα και να ενισχύσει τα κίνητρα για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες. Παράλληλα, προβλέπεται η επέκταση του συστήματος σε νέους τομείς, όπως τα κτίρια και οι οδικές μεταφορές.

Οι αλλαγές αυτές, ωστόσο, προκαλούν αντιδράσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη, τα οποία εκφράζουν ανησυχίες για την επίδραση του ETS στο ενεργειακό κόστος και στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αντίθετα, άλλες χώρες και θεσμικοί φορείς της ΕΕ υποστηρίζουν ότι η σταθερότητα του συστήματος είναι απαραίτητη για την προσέλκυση επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες.

Σε κάθε περίπτωση, το σημερινό Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας αναμένεται να αναδείξει τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών απέναντι στις μεγάλες ενεργειακές προκλήσεις της Ευρώπης. Με την ενεργειακή μετάβαση να επιταχύνεται και τις γεωπολιτικές πιέσεις να παραμένουν ισχυρές, η εξεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού, το κόστος ενέργειας και τους κλιματικούς στόχους θα συνεχίσει να αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες εξισώσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.