Μετωπική σύγκρουση με την κυβερνητική πολεοδομική πολιτική ανοίγουν πέντε δήμοι της Αττικής, καταθέτοντας την Δευτέρα 19 Ιανουαρίου προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά του Προεδρικού Διατάγματος 94/2025 και των συναφών κανονιστικών πράξεων που εφαρμόζουν το λεγόμενο «Ειδικό Σχέδιο Περιβαλλοντικού Ισοδυνάμου Αναβάθμισης Πόλεων».

Πρωτοβουλία έχει ο Δήμος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, με τη σύμπραξη των δήμων Αλίμου, Αμαρουσίου, Κηφισιάς και Φιλοθέης-Ψυχικού, οι οποίοι κάνουν λόγο για σοβαρή υποβάθμιση του θεσμικού ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και για έμμεση ανατροπή ακυρωτικών αποφάσεων της Δικαιοσύνης.

1

Στον πυρήνα της προσφυγής βρίσκεται η άποψη ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο επιχειρεί να «διασώσει» οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν με βάση πολεοδομικά κίνητρα του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, τα οποία έχουν κριθεί αντισυνταγματικά, αντικαθιστώντας τις έννομες συνέπειες της ακύρωσης με ένα σύστημα περιβαλλοντικών ισοδυνάμων.

Σύμφωνα με τους δήμους, τα ισοδύναμα αυτά είναι αποσπασματικά, συχνά άσχετα με τον τόπο και τη βλάβη που προκαλείται, και μετατρέπουν την προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος σε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής.

Οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 24 του Συντάγματος και τη σταθερή νομολογία του ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι το οικιστικό περιβάλλον συνιστά δημόσιο αγαθό και όχι «αντισταθμίσιμο κόστος».

Εκφράζουν, παράλληλα, έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις του νέου πλαισίου σε περιοχές ειδικής προστασίας, όπως κηπουπόλεις, παραδοσιακοί οικισμοί και αρχαιολογικοί χώροι, προειδοποιώντας για δημιουργία όρων δόμησης «δύο ταχυτήτων» και για αποδυνάμωση της πλήρους δικαστικής προστασίας των πολιτών.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η παρέμβαση του δημάρχου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, Γρηγόρη Κωνσταντέλλου, ο οποίος χαρακτηρίζει την προσφυγή «πράξη ευθύνης και ιερού χρέους» απέναντι στις πόλεις και στις επόμενες γενιές.

Όπως τονίζει, η φυσιογνωμία των πόλεων και το περιβάλλον δεν μπορούν να υποκαθίστανται από «δήθεν περιβαλλοντικά ισοδύναμα», ούτε να αποτελούν αντικείμενο οικονομικών ανταλλαγμάτων.

 Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι οι δήμοι δεν στρέφονται κατά της ανάπτυξης, αλλά κατά της αυθαιρεσίας, κατηγορώντας το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και τις ενώσεις κατασκευαστών για μονομερή νομοθέτηση ερήμην των τοπικών κοινωνιών.

Ο κ. Κωνσταντέλλος, με την ιδιότητά του και ως Α΄ Αντιπροέδρου της Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, εμφανίζεται κατηγορηματικός απέναντι στη λογική νομιμοποίησης περιβαλλοντικών παρεκκλίσεων μέσω χρηματικού τέλους. Θέτει, μάλιστα, το ερώτημα γιατί το περιβαλλοντικό ισοδύναμο περιορίζεται στο 8% της αξίας των πρόσθετων τετραγωνικών και όχι στο σύνολο της αντικειμενικής αξίας του τμήματος που δομείται κατά παράβαση, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και αυτό το ποσοστό αλλοιώνει τη συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος.

Το σημερινό πλαίσιο έρχεται ως συνέχεια της περσινής απόφασης του ΣτΕ που ακύρωσε τα πολεοδομικά «μπόνους» του ΝΟΚ, κρίνοντας ότι παραβίαζαν την αρχή της ισότητας στους όρους δόμησης. Παρότι, με τη γνωμοδότηση 135/2025 του Ε΄ Τμήματος, το ΣτΕ έκρινε κατ’ αρχήν συνταγματικό το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος του ΥΠΕΝ, δίνοντας τη δυνατότητα επανενεργοποίησης αδειών για έργα που είχαν ξεκινήσει πριν από τις 11 Δεκεμβρίου 2024, οι δήμοι εκτιμούν ότι πρόκειται για έμμεση επαναφορά ενός καθεστώτος που έχει ήδη κριθεί προβληματικό.

Η ρύθμιση επηρεάζει χιλιάδες οικοδομές και επιχειρεί να δώσει τέλος σε μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας για την αγορά ακινήτων και τον κατασκευαστικό κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η επιφάνεια νέων οικοδομικών αδειών κατέγραψε πτώση 54% τον Μάρτιο και 43,5% στο πρώτο τρίμηνο του 2025, γεγονός που αποτυπώνει το εύρος της αναστάτωσης. Παρά τη θεσμοθέτηση του περιβαλλοντικού ισοδυνάμου, η αγορά παραμένει επιφυλακτική, καθώς οι όροι εφαρμογής δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως και εκκρεμούν νέες προσφυγές.

Οι δήμοι, με βάση την πρόσφατη παρέμβαση του  Γρηγόρη Κωνσταντέλλου στο moonews, αναγνωρίζουν ότι ιδιώτες και επενδυτές υπέστησαν οικονομικές ζημίες κινούμενοι βάσει του προηγούμενου πλαισίου, επιμένουν όμως ότι η ευθύνη αποζημίωσης ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στις τοπικές κοινωνίες μέσω περιβαλλοντικού κόστους. Με την προσφυγή τους στο ΣτΕ, επιδιώκουν να θέσουν εκ νέου το ζήτημα των ορίων της ανάπτυξης, διεκδικώντας ισότητα κανόνων, θεσμικό ρόλο στην πολεοδομική πολιτική και, κυρίως, την προστασία του δημόσιου συμφέροντος απέναντι σε πρακτικές που, όπως υποστηρίζουν, υπονομεύουν το περιβάλλον και τη φυσιογνωμία των πόλεων.

Διαβάστε επίσης: