Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Από τις «χρυσές» αποτιμήσεις της second-hand αγοράς έως τους ναύλους-ρεκόρ, τα τάνκερ VLCC έχουν μετατραπεί σε μηχανές εσόδων για τους πλοιοκτήτες.

Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, η ανάγκη για μεγαλύτερες διαδρομές και η περιορισμένη διαθεσιμότητα VLCC έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου το κάθε διαθέσιμο supertanker αποκτά ξεχωριστή αξία.

1

Οι αποτιμήσεις τους έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ στο πρόσφατο report της η Compass Maritime τοποθετεί την τιμή μεταπώλησης ενός νεότευκτου VLCC (resale) στα 182 εκατ. δολάρια, έναντι περίπου 131 εκατ. δολ. για μία νέα παραγγελία. Ένα πολύ μεγάλο τάνκερ 5ετίας αποτιμάται στα 149 εκατ. δολ. και ένα 10ετίας στα 125 εκατ. δολάρια. Ενώ αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι τιμές έχουν επιπλέον περιθώρια αναπροσαρμογής προς τα πάνω.

Την ίδια ώρα, οι ναύλοι στα συγκεκριμένα τάνκερ έχουν εκτοξευτεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. «Η αγορά που έχουμε τώρα είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ», δήλωσε ο Eirik Haavaldsen, έμπειρος αναλυτής ναυτιλίας στη νορβηγική επενδυτική τράπεζα Pareto Securities, κατά τη διάρκεια συνεδρίου.

Από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος της Clarksons Research, Στίβεν Γκόρντον, δήλωσε ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δημιούργησε την «τέλεια καταιγίδα» για την αγορά των VLCC. Με τους ναύλους να εκτινάσσονται την περασμένη εβδομάδα πάνω από τα 450.000 δολάρια ημερησίως.

Ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο προς την Κίνα ναυλώνονται έναντι 1,035 δισ. δολαρίων την ημέρα, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε στις αρχές της εβδομάδας το Baltic Exchange του Λονδίνου.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι Έλληνες εφοπλιστές βρίσκονται σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση.

Κάποιοι ρευστοποιούν VLCC που απέκτησαν πριν από χρόνια σε πολύ χαμηλότερες τιμές, κατοχυρώνοντας τεράστιες υπεραξίες. Άλλοι κρατούν τα πλοία τους και τα εκμεταλλεύονται στη spot αγορά ή μέσω χρονοναυλώσεων, εισπράττοντας ημερήσια έσοδα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν εξωπραγματικά.

Τα χρυσά deals της δευτερογενούς αγοράς

Οι αξίες των μεταχειρισμένων δεξαμενόπλοιων κατέγραψαν σημαντική άνοδο και αυτή την εβδομάδα, καθώς το αγοραστικό ενδιαφέρον των πλοιοκτητών για VLCC και Suezmax αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς, εν μέσω της συνεχιζόμενης αναστάτωσης στα Στενά του Ορμούζ αλλά και ενός κύματος αγορών από έναν ιδιαίτερα ενεργό αγοραστή της Μέσης Ανατολής και στις δύο κατηγορίες, επισημαίνει η VesseslValue.

Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα των τελευταίων ημερών είναι η πώληση του τάνκερ Pinios τηw Dynacom Tankers Management, συμφερόντων του Γιώργου Προκοπίου.

Το VLCC, χωρητικότητας περίπου 306.000 dwt, κατασκευάστηκε στη Hengli Heavy Industries, είναι εξοπλισμένο με scrubber και παραδόθηκε στη ναυτιλιακή μόλις τον Φεβρουάριο του 2026.

Σύμφωνα με την Xclusive Shipbrokers, το πλοίο πουλήθηκε στην Onex DMCC, με έδρα το Ντουμπάι, έναντι 200 εκατ. δολαρίων.

Η Dynacom είχε αποκτήσει το συμβόλαιο κατασκευής του το 2024, με κόστος περίπου 122 εκατ. δολάρια.  Που σημαίνει ότι η ονομαστική διαφορά μεταξύ κόστους απόκτησης και τιμής πώλησης φθάνει περίπου τα 78 εκατ. δολάρια.

Μεγάλη υπεραξία εξασφάλισε η ναυτιλιακή της οικογένειας Αλαφούζου Kyklades Maritime από την πώληση του VLCC Nissos Heraclea (χωρητικότητα 313,500 dwt).

Σύμφωνα με την VesselsValue το πλοίο, που ναυπηγήθηκε το 2009 πουλήθηκε επίσης στην Onex DMCC έναντι 112 εκατ. δολαρίων. Η αξία του εκτιμάται στα 106,26 εκατ. δολάρια.

Η Kyklades Maritime είχε εξαγοράσει το πλοίο από τη νοτιοκορεατική SK Shipping πριν από δύο χρόνια, έναντι περίπου 53 εκατ. δολαρίων. Δηλαδή το τίμημα που πέτυχε μεταφράζεται σε υπερδιπλάσια άνοδο της αξίας του σε σχέση με την αρχική τιμή απόκτησης του.

Παρά την ηλικία του, το Nissos Heraclea διαθέτει χαρακτηριστικά που ενισχύουν την εμπορική του αξία. Eίναι εξοπλισμένο με scrubber, ενώ έχει περάσει πρόσφατα ειδική επιθεώρηση, απαλλάσσοντας το νέο ιδιοκτήτη από ένα σημαντικό κόστος, μέχρι τα μέσα του 2029.

Σε μία εντυπωσιακή επενδυτική κίνηση που αποτυπώνει πλήρως το ιστορικό ράλι τιμών των μεταχειρισμένων τάνκερ το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη, η Altomare, συμφερόντων των Δημήτρη Μπάκου και Γιάννη Καϋμενάκη, προχώρησε στην πώληση του δεξαμενόπλοιου τύπου VLCC, Kallista.

Σύμφωνα με την Xclusive Shipbrokers και άλλες ναυλομεσιτικές, το χωρητικότητας 317.400 dwt πλοίο που ναυπηγήθηκε το 2010 και είναι εξοπλισμένο με scrubber, πουλήθηκε στην τιμή των 132 εκατ. δολαρίων.

Η Altomare είχε αποκτήσει το Kallista πριν από περίπου πέντε χρόνια από την επίσης ελληνική Athenian Sea Tankers, έναντι μόλις 42 εκατ. δολαρίων. Με την πώληση του εξασφάλισε υπεραξία 90 εκατ. δολαρίων.

Παράλληλα, το τίμημα ξεπερνά κατά πολύ την τρέχουσα αποτίμηση της πλατφόρμας VesselsValue, η οποία υπολόγιζε την αξία του συγκεκριμένου τάνκερ στα 103 εκατ. δολάρια.

Ένα επικερδές deal στην αγορά των VLCC δρομολογεί και ο όμιλος Alimia των Θανάση και Οδυσσέα Λασκαρίδη, αξιοποιώντας τη θεαματική άνοδο των αξιών των πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων.

Ο όμιλος βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για την πώληση ενός τάνκερ 306.000 dwt που βρίσκεται υπό ναυπήγηση για λογαριασμό του στο Hengli Shipbuilding.

Πρόκειται για μια ακόμη κίνηση asset play που έρχεται να προστεθεί στις ιδιαίτερα κερδοφόρες συναλλαγές που έχουν επιτύχει αρκετοί Έλληνες εφοπλιστές το τελευταίο διάστημα στην αγορά των VLCC.

Σύμφωνα με το TradeWinds, η συμφωνία αφορά στο τάνκερ Hyde Park I, το οποίο αναμένεται να παραδοθεί στην ελληνική ναυτιλιακή τον Νοέμβριο του 2026. Το πλοίο θα είναι εξοπλισμένο με scrubber και θα διαθέτει δυνατότητα μελλοντικής χρήσης LNG, ενώ ο πιθανός αγοραστής είναι μεγάλος έμπορος ενέργειας.

Αν ολοκληρωθεί η συμφωνία, η ναυτιλιακή της οικογένειας Λασκαρίδη αναμένεται να αποκομίσει κέρδος τουλάχιστον 70 εκατ. δολαρίων. Αφού όταν παρήγγειλε το συγκεκριμένο τάνκερ το 2025, τα  αντίστοιχα slots διαμορφώνονταν εκείνη την περίοδο πέριξ των 120 εκατ. δολαρίων.

Οι ναύλοι των VLCC σπάνε τα κοντέρ

Η εκρηκτική άνοδος των αξιών των VLCC δεν είναι παρά η μία πλευρά ενός ευρύτερου ράλι. Η άλλη γράφεται καθημερινά στην αγορά ναύλων.

Η γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή έχει μετατρέψει τη ναυλαγορά των VLCC σε αγορά ακραίων επιδόσεων, με τα ημερήσια έσοδα των μεγάλων δεξαμενόπλοιων να εκτοξεύονται σε επίπεδα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζαν εξωπραγματικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Nissos Kea, το VLCC της Kyklades Maritime, της οικογένειας Αλαφούζου.

Σύμφωνα με στοιχεία της Tankers International, το πλοίο, κατασκευής 2022, ναυλώθηκε, εντός του Σεπτεμβρίου, από την BP για ταξίδι από τον Αραβικό Κόλπο προς την ανατολική ακτή της Ινδίας, με φόρτωση στον Κόλπο του Ομάν, έναντι περίπου 619.000 δολαρίων την ημέρα.

Και το Nissos Kea δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Σε υψηλά επίπεδα κινήθηκαν οι ναυλώσεις και άλλων ελληνόκτητων VLCC, με βάση τα στοιχεία της Tankers International.

Συγκεκριμένα, το χωρητικότητας σχεδόν 300.000 dwt,  Agios Fanourios I, κατασκευής 2016, της EastMed του Θανάση Μαρτίνου, ναυλώθηκε, με βάση την Tankers International, στην Nippon Global Tanker έναντι περίπου 319.000 δολαρίων την ημέρα.

Ακόμη υψηλότερα κινήθηκε η ναύλωση του τάνκερ Grand Lady, κατασκευής 2011, επίσης συμφερόντων του Θανάση Μαρτίνου, το οποίο αναφέρεται ότι έκλεισε συμφωνία με τη Vitol έναντι περίπου 397.000 δολαρίων ημερησίως.

Στα 403.000 δολάρια την ημέρα φέρεται να διαμορφώθηκε η ναύλωση του Sea Emerald, κατασκευής 2019, της Pantheon Tankers Management της Άννας Αγγελικούση, με ναυλωτή επίσης τη Vitol.

Να σημειώσουμε ότι αρκετές ακόμη ελληνικές ναυτιλιακές βρίσκονται αυτή την περίοδο σε διαπραγματεύσεις για ναυλώσεις VLCC με ναύλα εξίσου υψηλά ή ακόμη και υψηλότερα, ωστόσο, αρκετές από αυτές δεν έχουν καταλήξει σε συμφωνία, ενώ τα επίπεδα των ναύλων μεταβάλλονται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς.

Διαβάστε επίσης:

Γιώργος Προκοπίου: Στον «αέρα» η ασφαλιστική κάλυψη 3 LNG carriers της Dynagas – Το βρετανικό μπλόκο

Performance Shipping (Αλίκη Παληού και Ανδρέας Μιχαλόπουλος): Πούλησε το πλοίο M/T P. Aliki με καθαρά έσοδα 30 εκατ. δολάρια

Globus Maritime (Οικογένεια Φειδάκη): Εκλογή του Αθανάσιου Φειδάκη και Ιωάννη Καζαντζίδη στη διοίκηση