Ο τομέας των παραχωρήσεων αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό μοχλό κερδοφορίας και διανομών για τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ τα επόμενα χρόνια. Όπως προκύπτει από την πρόσφατη ανάλυση της Santander και το report της Πειραιώς, οι αξίες που έχει συγκεντρώσει ο όμιλος μέσα από το χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων αρχίζουν πλέον να μετουσιώνονται σε χειροπιαστά  οικονομικά αποτελέσματα, ενισχύοντας σταδιακά τις ταμειακές ροές και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αυξημένες μερισματικές αποδόσεις.

Το βασικό μήνυμα των αναλυτών είναι ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ βρίσκεται σε φάση ωρίμανσης. Μετά την αποεπένδυση από τις ΑΠΕ, ο όμιλος μετασχηματίζεται σε έναν σχεδόν καθαρό παίκτη μεταφορικών υποδομών, με αιχμή τις παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων, αλλά και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι που υπόσχεται πολλά. Πρόκειται για assets μεγάλης διάρκειας, με υψηλή προβλεψιμότητα εσόδων και κυρίως, με δυνατότητα γενναίων διανομών μετρητών προς τη μητρική σε βάθος τετραετίας.

1

Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο εκθέσεις αποτυπώνουν και μια σαφή αναθεώρηση των αποτιμήσεων. Η Πειραιώς ανεβάζει την τιμή-στόχο για τη μετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στα 40 ευρώ, από 31 ευρώ προηγουμένως, εκτιμώντας ότι η αγορά εξακολουθεί να μην αποτιμά πλήρως τη μετάβαση του ομίλου σε καθαρό παίκτη υποδομών. Αντίστοιχα, η Santander τοποθετεί την τιμή-στόχο στα 49 ευρώ για τον Δεκέμβριο του 2026, με το αισιόδοξο σενάριο να φτάνει έως και τα 62 ευρώ, στηριζόμενη κυρίως στην ωρίμανση των παραχωρήσεων των αυτοκινητοδρόμων και στην κλιμάκωση των μερισματικών ροών την επόμενη δεκαετία.

Τι βλέπουν όμως οι αναλυτές και επανατοποθετούν τις εκτιμήσεις τους ακόμη πιο ψηλά;

Οι παραχωρήσεις ως «μηχανές» cash flow

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Santander, περίπου το 75% της συνολικής επιχειρηματικής αξίας της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ συνδέεται πλέον άμεσα με τις παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων. Όμως, το στοιχείο που διαφοροποιεί τον όμιλο δεν είναι μόνο το μέγεθος του χαρτοφυλακίου, αλλά και η «ηλικία» των συμβάσεων, ακριβώς επειδή πρόκειται κυρίως για νεαρές και μακροχρόνιες παραχωρήσεις, των οποίων η κορύφωση κερδών και μερισμάτων βρίσκεται αρκετά χρόνια μπροστά.

Οι αναλυτές περιγράφουν έναν καθαρό κύκλο ωρίμανσης, όπου το EBITDA από τους δρόμους σχεδόν διπλασιάζεται έως το 2030 και οι μερισματικές ροές αυξάνονται εκθετικά μετά το 2028–2031, όταν μπαίνουν στο παιχνίδι τα πιο βαριά assets.

Το κεντρικό συμπέρασμα της Santander είναι ότι το EBITDA των αυτοκινητοδρόμων αυξάνεται από 340 εκατ. ευρώ το 2025 σε 683 εκατ. ευρώ το 2030, ενώ τα μερίσματα που αναμένεται να εισπράττει η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ από το χαρτοφυλάκιο αυτοκινητοδρόμων αυξάνονται από 79 εκατ. ευρώ σε 198 εκατ. ευρώ το 2031 (και 116 εκατ. ευρώ το 2030). Κομβική παράμετρος είναι ότι το 2031 θεωρείται χρονιά-ορόσημο, καθώς τότε αναμένεται, με βάση το μοντέλο,  να καταβληθεί το πρώτο μέρισμα από την Εγνατία.

Η Εγνατία Οδός είναι, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις, ο μεγάλος καταλύτης της επόμενης δεκαετίας. Με μήκος 883 χλμ. και διάρκεια παραχώρησης έως το 2059, η Εγνατία δίνει στον όμιλο ένα asset εθνικής κλίμακας, με ιδιαίτερα ευνοϊκό προφίλ κυκλοφορίας, καθώς διαχειρίζεται υψηλό ποσοστό βαρέων οχημάτων.

Μετά το χρηματοοικονομικό κλείσιμο, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν εκπνεύσει το 2025,  η αβεβαιότητα μειώνεται δραστικά και η αποτίμηση γίνεται «καθαρή». Οι προβλέψεις δείχνουν απότομη άνοδο του EBITDA, το οποίο εκτιμάται ότι φτάνει τα 230+ εκατ. ευρώ έως το 2030, ενώ το πραγματικό game changer είναι τα μερίσματα. Στη διάρκεια ζωής του έργου, τα συνολικά μερίσματα εκτιμώνται άνω των 5 δισ. ευρώ, με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ να απορροφά τη μερίδα του λέοντος λόγω συμμετοχής 90%.

Η χρονιά-ορόσημο θεωρείται το 2031, όταν αναμένεται το πρώτο μέρισμα από την Εγνατία, αλλάζοντας αισθητά την εικόνα των συνολικών διανομών του ομίλου.

Παράλληλα, η  Αττική Οδός ήδη «έχει αποδείξει» πως είναι το «διαμάντι» του χαρτοφυλακίου. Με συμμετοχή 90% της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αντιπροσωπεύει περίπου το 36% της εύλογης αξίας των παραχωρήσεων. Οι αναλυτές τη χαρακτηρίζουν υποδομή εξαιρετικά υψηλής ορατότητας, καθώς λειτουργεί ως η βασική αρτηρία μετακίνησης στην Αττική, με ώριμο ιστορικό κυκλοφορίας.

Το μοντέλο της Santander στηρίζεται σε ήπια αλλά σταθερή αύξηση της κυκλοφορίας και σε βελτίωση των εσόδων ανά συναλλαγή, ενσωματώνοντας μάλιστα τη δυνατότητα δυναμικής τιμολόγησης από το 2029.

Με βάση τα τελευταία στοιχεία που ανακοίνωσε ο Όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ για το 2025 στους βασικούς εν λειτουργία αυτοκινητοδρόμους του. Στην Αττική Οδό, η μέση ημερήσια κυκλοφορία αυξήθηκε κατά 4,6% σε ετήσια βάση, με τον μέσο ημερήσιο αριθμό διελεύσεων να ανέρχεται σε 286.278 οχήματα.

Σε επίπεδο κερδοφορίας, η Αττική Οδός εμφανίζει μέσο ετήσιο EBITDA άνω των 300 εκατ. ευρώ, με περιθώρια που ξεπερνούν το 80%.

Το κρίσιμο σημείο για τους επενδυτές όμως είναι τα μερίσματα. Στη διάρκεια της παραχώρησης, οι συνολικές διανομές εκτιμώνται κοντά στα 2,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 2,1 δισ. ευρώ κατευθύνονται στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Ήδη από τα πρώτα χρόνια, σύμφωνα με την Πειραιώς οι ετήσιες διανομές τοποθετούνται στην περιοχή των 50–70 εκατ. ευρώ.

Οι Νέα Οδός και Κεντρική Οδός αποτελούν το πιο «ώριμο» κομμάτι του χαρτοφυλακίου. Με πλήρη ιδιοκτησία και λήξη το 2037, προσφέρουν σταθερές χρηματορροές, με σωρευτικά έσοδα σχεδόν 4 δισ. ευρώ και συνολικά μερίσματα που εκτιμώνται γύρω στα 700 εκατ. ευρώ.

Για τους αναλυτές, πρόκειται για assets χαμηλότερου ρίσκου, τα οποία λειτουργούν ως βάση πάνω στην οποία «χτίζεται» η εκρηκτική ανάπτυξη των νεότερων παραχωρήσεων.

Από την άλλη, το νέο Αεροδρόμιο Καστελίου ξεχωρίζει ως το πιο υποσχόμενο asset παραχώρησης εκτός αυτοκινητοδρόμων. Θα αντικαταστήσει το κορεσμένο αεροδρόμιο «Ν. Καζαντζάκης» και έχει σχεδιαστεί για δυναμικότητα περίπου 17 εκατ. επιβατών, με παραχώρηση έως το 2055.

Οι αναλυτές βλέπουν τη συμμετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ να υπερδιπλασιάζει την αξία της μεσοπρόθεσμα, με EBITDA που αυξάνεται σταδιακά και δυνατότητα για σημαντικές μερισματικές διανομές, προσθέτοντας έναν νέο, διαφοροποιημένο πυλώνα ταμειακών ροών.

Ειδικότερα η Santander προβλέπει ετήσιο μέρισμα περίπου 70 εκατ. ευρώ, που θα φτάσει τα 160 – 180 εκατ. ευρώ προς το τέλος της διάρκειας της σύμβασης.

Τέλος, τα δύο έργα στην Κρήτη το Χερσόνησος–Νεάπολη και ιδίως η παραχώρηση Χανιά–Ηράκλειο, που αναμένεται να εκκινήσει στις 4 Φεβρουαρίου, είναι το καθαρό «greenfield» κομμάτι του οδικού χαρτοφυλακίου. Στο μοντέλο, προς το παρόν δεν αποτιμάται καθώς η ημερομηνία έναρξης λειτουργίας εκτιμάται μεταξύ του 2028 – 2030. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, εάν προχωρήσουν χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις, μπορεί να δημιουργήσουν πρόσθετη αξία που δεν είναι ορατή ακόμη στην αποτίμηση.

Πεδία ευκαιριών εντός και εκτός Ελλάδος

Η δυναμική αυτή εκτιμάται ότι ενισχύει περαιτέρω τη θέση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στον ανταγωνισμό για νέα έργα, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών, στο επίκεντρο του επενδυτικού σχεδιασμού βρίσκονται υποδομές συνολικού ύψους περίπου 44 δισ. ευρώ για τα επόμενα χρόνια. Σε πιο άμεσο χρονικό ορίζοντα, η διοίκηση του ομίλου στοχεύει στη σύναψη συμβάσεων ύψους 8–10 δισ. ευρώ, οι οποίες αναμένεται να αφορούν, μεταξύ άλλων, νέους οδικούς άξονες μέσω ΣΔΙΤ – κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα – καθώς και έργα σε αεροδρόμια και υποδομές διαχείρισης υδάτων και απορριμμάτων.

Και μιας που μιλάμε για ευκαιρίες, το report της Πειραιώς για τον βραχίονα της κατασκευής αναφέρεται σε ανεκτέλεστο 9,2 δισ. ευρώ στο ενιάμηνο του 2025, με μεγάλο μέρος υπογεγραμμένο και επιπλέον έργα σε διαδικασία υπογραφής, και εκτιμά ότι η αγορά υποδομών τα επόμενα χρόνια θα είναι μεγάλης κλίμακας, με σημαντικό μέρος να περνά και από τα ΣΔΙΤ.

Όμως, η έκθεση προσθέτει και έναν δεύτερο ορίζοντα που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, την περιφερειακή επέκταση, και ειδικά τη Ρουμανία.

Εκεί, σύμφωνα με την ανάλυση, αναμένονται έως το 2030 διαγωνισμοί περίπου 20 δισ. ευρώ για έργα μεταφορών, ενώ ήδη η ΤΕΡΝΑ έχει κάνει «είσοδο» κερδίζοντας δύο σιδηροδρομικά έργα στη Ρουμανία σε κοινοπραξία με την Alstom, τα οποία αντιστοιχούν περίπου σε 0,7 δισ. ευρώ του υφιστάμενου ανεκτέλεστου. Αυτό, στην ανάγνωση της Πειραιώς, λειτουργεί ως απόδειξη ότι η εταιρεία δεν περιορίζεται στο εγχώριο κύμα έργων, αλλά μπορεί να χτίσει δεύτερη πηγή ανάπτυξης εκτός Ελλάδας, σε αγορά με σημαντικό βάθος και πολυετή ορατότητα.

Μερίσματα

Συνολικά, σύμφωνα με την Πειραιώς, εκτιμάται ότι οι δραστηριότητες των παραχωρήσεων θα αποφέρουν συνολικά άνω των 900 εκατ. ευρώ, με σημαντική επιτάχυνση στη διανομή μερισμάτων την περίοδο 2029-2031, καθώς τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη (όπως το Καστέλλι και το IRC) εισέρχονται σε φάση ωρίμανσης, ενώ η Εγνατία Οδός αναμένεται να ξεκινήσει τη διανομή μερίσματος από το 2031. Παράλληλα, τα σωρευτικά μερίσματα από τον τομέα των Κατασκευών εκτιμώνται σε περίπου 500 εκατ. ευρώ και από τον τομέα της Ενέργειας σε περίπου 350 εκατ. ευρώ.

Διαβάστε επίσης: