Οι περιορισμοί του δικτύου, οι αυστηρές προθεσμίες υλοποίησης και η δυσκολία εξασφάλισης προβλέψιμων εσόδων περιορίζουν τις προοπτικές ανάπτυξης της αποθήκευσης στην Ελλάδα, παρά το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η Aurora Energy Research εκτιμά ότι η εγκατεστημένη ισχύς μπαταριών θα φθάσει τα 4–5 GW έως το 2030, παρά τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Ενέργειας για 6-7 GW.
Η απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες για 6,8GW που αθροιστικά θα ήταν δυνατό και στην προβλεπόμενη υλοποίηση βρέθηκε στο επίκεντρο του κοινού webinar της Aurora και της δικηγορικής εταιρείας KLC, που πραγματοποιήθηκε χθες. Όπως προέκυψε από τις παρουσιάσεις, η μετάβαση από τα πρώτα επιδοτούμενα έργα στις επενδύσεις που θα στηρίζονται στα έσοδα της αγοράς δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τους επενδυτές. Η εξασφάλιση σύνδεσης, η τραπεζική χρηματοδότηση και η κατανομή των κινδύνων στις συμβάσεις θα καθορίσουν ποια έργα θα κατασκευαστούν.
Ποια είναι τα εμπόδια
Το πρώτο εμπόδιο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι η πρόσβαση στο δίκτυο. Για το καθεστώς προτεραιότητας σύνδεσης 4,7 GW αυτόνομων μπαταριών υποβλήθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, αιτήσεις συνολικής ισχύος 12,15 GW: 10 GW στον ΑΔΜΗΕ και 2,15 GW στον ΔΕΔΔΗΕ. Το διαθέσιμο περιθώριο κατανέμεται σε 3,8 GW στο σύστημα μεταφοράς και 900 MW στο δίκτυο διανομής, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να υπερκαλύπτει σημαντικά τις δυνατότητες του συγκεκριμένου σχήματος.
Σήμερα οι αιτήσεις βρίσκονταν υπό αξιολόγηση ενώ ο μεγάλος όγκος τους αποτυπώνει την προσδοκία των επενδυτών για την αγορά αποθήκευσης, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχη ανάπτυξη εγκαταστάσεων.
Ακόμη και για όσα έργα αποκτήσουν ηλεκτρικό χώρο, όμως, παραμένει η πρόκληση της έγκαιρης υλοποίησης. Η KLC επισήμανε ότι το καθεστώς προτεραιότητας των αυτόνομων μπαταριών περιλαμβάνει δεσμευτικές διμερείς συμφωνίες ελάχιστης διάρκειας οκτώ ετών και υποχρέωση δήλωσης ετοιμότητας εντός 18 μηνών από την αποδοχή της οριστικής προσφοράς σύνδεσης.
Οι απαιτήσεις αυτές καθιστούν κρίσιμο τον συντονισμό αδειοδοτήσεων, προμήθειας εξοπλισμού, κατασκευής και χρηματοδότησης. Μια καθυστέρηση σε κάποιο από αυτά τα στάδια μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το χρονοδιάγραμμα, αυξάνοντας τη σημασία των συμβατικών προβλέψεων για την ευθύνη κάθε πλευράς.
Πρόσθετους περιορισμούς δημιουργούν οι κανόνες αντισυγκέντρωσης. Σύμφωνα με την KLC, έως το 2029 ισχύει όριο 500 MW στην εκπροσώπηση μπαταριών, το οποίο αφορά τη συνολική ισχύ ιδιόκτητων έργων και έργων τρίτων που μπορεί να διαχειρίζεται στην αγορά ο ίδιος φορέας. Το πλαφόν επηρεάζει τη συγκρότηση των χαρτοφυλακίων και τις επιλογές συνεργασίας των επενδυτών με εταιρείες εμπορικής διαχείρισης.
Η χρηματοδότηση αποτελεί το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο. Παρότι η Aurora παρουσίασε ελκυστικές δυνητικές αποδόσεις, η KLC υπογράμμισε ότι οι τράπεζες χρειάζονται επαρκή βεβαιότητα για την εξυπηρέτηση του δανεισμού. Οι προβλέψεις υψηλών εσόδων δεν αρκούν όταν αυτά εξαρτώνται από τη μελλοντική διακύμανση των τιμών.
Στο ενδεικτικό σενάριο της Aurora για αυτόνομη μπαταρία δύο ωρών, με έναρξη λειτουργίας το 2027 και 1,5 κύκλο φόρτισης και εκφόρτισης ημερησίως, ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης διαμορφώνεται από 9% έως κάτω του 12%. Για συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης παρουσιάστηκαν αποδόσεις πάνω από 11%, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία κάθε εγκατάστασης.
Τι ζητούν οι τράπεζες
Οι χρηματοδότες, ωστόσο, ζητούν ένα ελάχιστο επίπεδο προβλέψιμων εσόδων, εξετάζοντας παράλληλα την πιστοληπτική εικόνα του επενδυτή και την υποστήριξη από τους μετόχους. Επειδή η αγορά βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, οι απαιτήσεις μπορεί να είναι πιο συντηρητικές από εκείνες ώριμων επενδύσεων ΑΠΕ. Γι’ αυτό η KLC τόνισε ότι η συμμετοχή των τραπεζών πρέπει να ξεκινά νωρίς, καθώς η καθυστερημένη εμπλοκή τους μπορεί να ανατρέψει ήδη συμφωνημένους όρους.
Η αβεβαιότητα ενισχύεται από την αναμενόμενη συμπίεση των εσόδων όσο αυξάνεται ο αριθμός των μπαταριών. Η Aurora εκτιμά ότι, στο παράδειγμα της αυτόνομης δίωρης εγκατάστασης, περίπου το 70% των εσόδων στη διάρκεια ζωής του έργου προέρχεται από την αξιοποίηση διαφορών τιμών στις χονδρεμπορικές αγορές και στις αγορές ενέργειας εξισορρόπησης. Το υπόλοιπο περίπου 30% συνδέεται με την παροχή ισχύος εξισορρόπησης και υπηρεσιών εφεδρείας.
Καθώς περισσότερες εγκαταστάσεις ανταγωνίζονται για τις ίδιες ευκαιρίες, οι αμοιβές μπορεί να υποχωρήσουν, ιδιαίτερα στις μικρότερες αγορές εφεδρειών. Παράλληλα, η φόρτιση στις φθηνές ώρες και η εκφόρτιση στις ακριβές περιορίζουν σταδιακά τις διαφορές τιμών από τις οποίες κερδίζουν οι μπαταρίες. Αυτός ο «κανιβαλισμός» καθιστά επισφαλή την προβολή των σημερινών συνθηκών σε ολόκληρη τη διάρκεια μιας επένδυσης.
Η Aurora προβλέπει υποχώρηση των ημερήσιων διαφορών τιμών, οι οποίες, στο εξεταζόμενο σενάριο, αναμένεται να κινούνται κατά μέσο όρο περίπου στα 50–60 ευρώ/MWh μετά το 2035. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ ακριβών και φθηνών ωρών, από την οποία εξαρτάται η αξία του ενεργειακού arbitrage.
Οι περιορισμοί έγχυσης
Ξεχωριστό εμπόδιο αποτελούν οι περιορισμοί έγχυσης στα συνδυασμένα έργα ΑΠΕ και μπαταριών. Αν και η κοινή ανάπτυξη μειώνει το επενδυτικό και λειτουργικό κόστος, η δυνατότητα διάθεσης της ενέργειας στο δίκτυο επηρεάζει ουσιαστικά την οικονομική τους επίδοση.
Σε συγκεκριμένο παράδειγμα φωτοβολταϊκού με δίωρη μπαταρία, η Aurora υπολόγισε ότι η εφαρμογή των περιορισμών μείωσε τα συνολικά έσοδα ζωής κατά περίπου 15–16%. Το αποτέλεσμα δεν αφορά ομοιόμορφα όλες τις εγκαταστάσεις, δείχνει όμως πόσο σημαντικό είναι οι οικονομικές προβλέψεις να ενσωματώνουν τους πραγματικούς όρους λειτουργίας.
Στις δυσκολίες προστίθεται η πολυπλοκότητα των συμβάσεων. Ο φορέας εμπορικής αξιοποίησης επιδιώκει μειώσεις αμοιβών όταν η μπαταρία δεν ανταποκρίνεται στις συμφωνημένες επιδόσεις, ενώ ο ιδιοκτήτης χρειάζεται προστασία από υπερβολική χρήση που επιταχύνει τη φθορά της. Οι τράπεζες απαιτούν σαφή κατανομή αυτών των κινδύνων, ώστε οι αποκλίσεις στην απόδοση να μην προκαλούν ανεξέλεγκτη απώλεια εσόδων.
Κατά την KLC, οι εγγυήσεις του κατασκευαστή, οι συμβάσεις κατασκευής και συντήρησης, η ασφάλιση και οι όροι εμπορικής διαχείρισης πρέπει να συνδέονται χωρίς κενά. Η περιορισμένη εμπειρία από καθαρά εμπορικά έργα στην Ελλάδα δυσκολεύει αυτή τη διαδικασία, καθώς οι συμβάσεις βασίζονται ακόμη σε μεγάλο βαθμό στα PPAs των ΑΠΕ, με τις αναγκαίες προσαρμογές.
Για τη μείωση της αβεβαιότητας, η Aurora παρουσίασε τα tolling agreements, μέσω των οποίων ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την εμπορική αξιοποίηση της μπαταρίας έναντι συμφωνημένης αμοιβής. Παρουσιάστηκαν επίσης συμβάσεις ελάχιστου εγγυημένου εσόδου με συμμετοχή στα πρόσθετα κέρδη, χρηματοοικονομικές συμφωνίες σταθεροποίησης των διαφορών τιμών και υβριδικά PPAs για συνδυασμένες εγκαταστάσεις.
Η σημασία τους αποτυπώνεται στο ενδεικτικό μοντέλο επταετούς tolling της Aurora, όπου χρησιμοποιήθηκε κόστος κεφαλαίου 8% για την περίοδο συμβασιοποιημένων εσόδων, έναντι 11,5% για τη μετέπειτα έκθεση στην αγορά. Η δυνατότητα εξασφάλισης τέτοιων συμφωνιών θα επηρεάσει ουσιαστικά την επόμενη γενιά έργων, καθώς μετά τα 900 MW των επιδοτούμενων διαγωνισμών το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης αναμένεται να στηριχθεί σε επενδύσεις χωρίς επιδότηση.
Ποια είναι η Aurora Energy Research
Η Aurora Energy Research είναι διεθνής εταιρεία ανάλυσης και προβλέψεων για τις ενεργειακές αγορές, η οποία ιδρύθηκε το 2013 και έχει έδρα την Οξφόρδη. Παρέχει μελέτες, συμβουλευτικές υπηρεσίες και εξειδικευμένο λογισμικό που υποστηρίζουν επενδυτικές και χρηματοδοτικές αποφάσεις στον ηλεκτρισμό, στις ΑΠΕ, στην αποθήκευση, στο υδρογόνο και στα ενεργειακά καύσιμα. Πελάτες της είναι ενεργειακές επιχειρήσεις, επενδυτές, τράπεζες και δημόσιοι φορείς. Σύμφωνα με εταιρική ανακοίνωση του Ιουνίου 2025, εξυπηρετούσε περισσότερους από 1.000 οργανισμούς σε πάνω από 40 αγορές, με 17 γραφεία διεθνώς.
ΗAurora εξετάζει πώς μπορούν να εξελιχθούν οι τιμές ηλεκτρισμού, η σύνθεση της παραγωγής και τα έσοδα ενεργειακών εγκαταστάσεων. Οι υπηρεσίες της περιλαμβάνουν αποτίμηση χαρτοφυλακίων, αξιολόγηση επενδύσεων, ανάλυση μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρισμού και υποστήριξη συναλλαγών και χρηματοδοτήσεων. Στην ελληνική αγορά καλύπτει, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, αιολικών και μπαταριών, καθώς και τις επιπτώσεις των δικτύων και του ρυθμιστικού πλαισίου στη βιωσιμότητα των έργων.
Ο Δρ. Ευάγγελος Γαζής είναι ο επικεφαλής της Aurora Energy Research για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καλύπτοντας την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Κροατία, τη Σερβία και τη Σλοβενία. Τα τελευταία 5 χρόνια στην Aurora, ειδικεύεται ως σύμβουλος σε επενδύσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, τη ΝΑ Ευρώπη και την Αυστραλία, ενώ διαχειρίστηκε και τη μελέτη της Aurora για τις αγορές υδρογόνου. Πριν ενταχθεί στην Aurora, πέρασε 4 χρόνια στο Imperial College του Λονδίνου ως Ερευνητικός Συνεργάτης στο Κέντρο Περιβαλλοντικής Πολιτικής και σύμβουλος στην Imperial Consultants. Επίσης, συνέγραψε το βιβλίο «Energy innovation for the 21st century»
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Νέα φορομπόνους για πληρωμές σε ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς και γιατρούς
- Όμιλος ΑΒΑΞ: Καθαρά κέρδη €27,3 εκατ. το α’ εξάμηνο – Στα €68,3 εκατ. τα EBITDA
- Buy, Hold or Sell: Άμεση Ανάλυση για Alpha, Viohalco, ΔΑΑ, ΕΧΑΕ
- Προφυλακισμένος ο ιδιοκτήτης, «άφαντα» 12 ΙΧ και τρία POS – Η απίστευτη ιστορία σε εταιρεία parking
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.