ΑΓΟΡΕΣ

Τα ραντεβού Κοντόπουλου με τους εφοπλιστές – Προτεραιότητα η είσοδος της ποντοπόρου στο Χ.Α.

O CEO της ΕΧΑΕ Γιάννος Κοντόπουλος

Γιάννος Κοντόπουλος


«Ελπίζουμε οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες της Ελλάδας να μην αρκεστούν μόνο στις ομολογιακές εκδόσεις, αλλά κάποια στιγμή να δουν το ζήτημα εισαγωγής τους ή παράλληλης εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο Αθηνών», είπε την περασμένη Τετάρτη ο αντιπρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αθηνών κ. Αλέξης Πιλάβιος καλωσορίζοντας τη διαπραγμάτευση του δεύτερου ομολόγου της CPLP, συμφερόντων του εφοπλιστή κ. Ευάγγελου Μαρινάκη.

Το θέμα είναι ότι εδώ και δεκατέσσερα χρόνια που υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο δεν έχει γίνει καμία κίνηση, δεδομένου ότι αποτελεί δεδομένο στόχο και μία από τις βασικές προτεραιότητες του νέου επικεφαλής της ΕΧΑΕ κ. Γιάννου Κοντόπουλου. Ο ίδιος κατά καιρούς σε δηλώσεις του έχει θέσει ως στόχο την προσέλκυση εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον ναυτιλιακό κλάδο.  Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τελευταία υπάρχει κινητικότητα στο θέμα, με επαφές του ίδιου του κ. Κοντόπουλου με εκπροσώπους του εφοπλιστικού κόσμου της χώρας.

Μάλιστα, πριν από δεκατέσσερα χρόνια σε ειδική παρουσίαση με τη συμμετοχή εφοπλιστών, τραπεζιτών, του τότε προέδρου του Χ.Α. κ. Σπύρου Καπράλου και του πρώην υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας κ. Γιώργου Βουλγαράκη, είχε γίνει αναφορά στο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο, σημειωτέον, έχει θεσμοθετηθεί από το 2002! Δηλαδή, έχουν περάσει 20 χρόνια και δεν έχει γίνει τίποτα.

Η ελληνική ναυτιλία εδώ και λίγους μήνες έχει ανοίξει «παρτίδες» με το ελληνικό χρηματιστήριο, έχοντας εισάγει δύο μεγάλα ομόλογα, ενώ όταν ομαλοποιηθούν οι συνθήκες στην αγορά των ομολόγων αναμένεται να υπάρξουν άλλες δύο με τρεις εκδόσεις.  Από πέρσι έχουν εισαχθεί τέσσεραμεγάλα ομόλογα, με εκδότριες τρεις εκ των κορυφαίων στο είδος τους ναυτιλιακών εταιρειών στον κόσμο, της Costamare, της Capital και της Safe Bulkers.

Οι Έλληνες εφοπλιστές ελέγχουν το 20% της παγκόσμιας εμπορικής κίνησης, ενώ είναι σημαντική η έμφαση που δίνει η σημερινή κυβέρνηση προς τον κλάδο, κάτι που φαίνεται από τις κινήσεις αξιοποίησης των ναυπηγείων, αλλά και τις εγκαταστάσεις κορυφαίων επιχειρήσεων του κλάδου (Όμιλος Αγγελικούση, Aegean Shipping Management S.A.), ενώ πολλές εταιρείες έχουν μεταφέρει τα κεντρικά γραφεία τους στη χώρα μας, όπως η Wilhelmsen Ship Management, η οποία πρόσφατα προχώρησε στη μετεγκατάσταση της Diana Wilhelmsen Management Limited από την Κύπρο στην Αθήνα.

Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση για το έτος 2021 – 2022, η Ελλάδα παραμένει η κορυφαία ναυτιλιακή χώρα στον κόσμο, καθώς οι Έλληνες πλοιοκτήτες με 5.514 πλοία ελέγχουν σήμερα περίπου το 21% του παγκόσμιου στόλου, σε όρους χωρητικότητας (dwt). Η συνολική χωρητικότητα του ελληνόκτητου στόλου έχει αυξηθεί κατά 45,8% σε σύγκριση με το 2014, ενώ ακόμη και κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, δηλαδή από το 2019, η χωρητικότητα αυξήθηκε κατά 7,4%.

Οι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το:

  • 31,78% του παγκόσμιου στόλου πετρελαιοφόρων
  • 25,01% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου
  • 22,35% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG)
  • 15,60% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς χημικών & προϊόντων πετρελαίου
  • 13,85% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς Υγροποιημένου Αερίου Πετρελαίου (LPG)
  • 9,33% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων

Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος μεταφέρει φορτία μεταξύ τρίτων χωρών σε ποσοστό άνω του 98% της μεταφορικής του ικανότητας, αποτελώντας έτσι τον μεγαλύτερο διασυνοριακό μεταφορέα παγκοσμίως. Η ελληνική ναυτιλία δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο στον τομέα των bulk/tramp μεταφορών, ο οποίος έχει χαρακτηριστικά τέλειου ανταγωνισμού: ένας πολύ μεγάλος αριθμός ιδιωτικών, κυρίως Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) δραστηριοποιούνται παγκοσμίως μέσα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, με ευέλικτη και αποτελεσματική διοίκηση και διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, ελεύθερη πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών και χαμηλά κόστη εισόδου και εξόδου από την αγορά.

Οι πλοιοκτήτες/διαχειριστές πλοίων στον bulk/tramp τομέα, μεταφέροντας φορτία σε ad hoc βάση, δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τις τιμές της ναυλαγοράς. Τα περισσότερα πλοία στον τομέα της bulk/tramp ναυτιλίας λειτουργούν βάσει συμβάσεων χρονοναύλωσης. Ο χρονοναυλωτής αναλαμβάνει την εμπορική λειτουργία του πλοίου και καθορίζει τον τύπο και τις ποσότητες του φορτίου που θα μεταφερθούν, καθώς και τη διαδρομή και την ταχύτητα του πλοίου.

Η ελληνική ναυτιλία είναι η ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ναυτιλίας…αποτελούμενη από σύγχρονα, φιλικά προς το περιβάλλον και ασφαλή πλοία

Ο ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει το 59% του στόλου που ελέγχεται από Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (Figure 3), ο οποίος σε ποσοστό άνω του 75% δραστηριοποιείται στον bulk/tramp τομέα. Το ένα τρίτο του ελληνόκτητου στόλου φέρει σημαία Κράτους Μέλους της ΕΕ.

Ενέργεια

Οι Έλληνες πλοιοκτήτες επενδύουν συνεχώς σε νέα, ενεργειακά αποδοτικά πλοία και σε φιλικό προς το περιβάλλον εξοπλισμό. H μέση ηλικία του ελληνόκτητου στόλου (9,99 έτη) είναι χαμηλότερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο (10,28 έτη). Οι παραγγελίες ναυπήγησης πλοίων από Έλληνες πλοιοκτήτες ανέρχονται σε 173 πλοία (από 104 πλοία το προηγούμενο έτος), που αντιστοιχούν σε 17,3 εκατομμύρια dwt3. Πάνω από το ένα τρίτο των πετρελαιοφόρων και σχεδόν ένα στα έξι πλοία μεταφοράς LNG, που ναυπηγούνται αυτή τη στιγμή στον κόσμο, θα παραδοθούν σε Έλληνες πλοιοκτήτες.

Επιπλέον, περισσότερο από το ένα τέταρτο (27,6%) της ελληνόκτητης χωρητικότητας (σε dwt) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Παγκόσμιου προτύπου του Δείκτη Ενεργειακής Απόδοσης κατά τη Σχεδίαση του πλοίου (EEDI), τεχνικό μέτρο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (IMO), το οποίο διασφαλίζει βελτιωμένη ενεργειακή απόδοση για τα πλοία.

Oι Έλληνες πλοιοκτήτες επενδύουν σταθερά σε μεγαλύτερα πλοία που έχουν επίσης μεγαλύτερη αποδοτικότητα και περιβαλλοντικά οφέλη λόγω των οικονομιών κλίμακας. Από το 2014, η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας (σε dwt) του ελληνόκτητου στόλου είναι πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση του αριθμού των πλοίων.

Καταλαμβάνοντας την 8η θέση σε όρους χωρητικότητας (dwt), η Ελλάδα είναι ένα από τα σημαντικότερα νηολόγια στον κόσμο και ένα από τα κορυφαία μεταξύ παραδοσιακών ναυτιλιακών χωρών. Με 647 πλοία (άνω των 1.000 gt), νηολογημένα στην ελληνική σημαία, χωρητικότητας 61,8 εκατομμυρίων dwt7, το ελληνικό νηολόγιο κατέχει τη 2η θέση στην ΕΕ. Η Ελλάδα παραμένει Λευκό Κατάλογο του Paris MoU και του Tokyo MoU.

Η Ελλάδα περιλαμβάνεται επίσης στον Κατάλογο των Ναυτιλιακών Διοικήσεων του Προγράμματος QUALSHIP 21 της Ακτοφυλακής των ΗΠΑ (USCG), ενώ συγκαταλέγεται μεταξύ των Κρατών Σημαίας με τις καλύτερες επιδόσεις και με θετικούς δείκτες σε όλες τις κατηγορίες του πίνακα επιδόσεων Κρατών Σημαίας (π.χ. επικύρωση συμβάσεων του ΙΜΟ, διαδικασίες ελέγχου πλοίων από το Κράτος

Λιμένα κ.λπ.), που δημοσιεύεται από το Διεθνές Ναυτικό Επιμελητήριο (ICS).

H Στρατηγική σημασία της Ελληνικής ναυτιλίας για την Ελλάδα, την Ε.Ε και τον κόσμο

Σχεδόν το 90% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών μεταφέρεται μέσω θαλάσσης. Το θαλάσσιο εμπόριο αντιπροσωπεύει σχεδόν το 72% του συνολικού όγκου του διεθνούς εμπορίου της ΕΕ. Το εμπόριο χύδην ξηρού φορτίου και φορτίου δεξαμενοπλοίων αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 75% του συνολικού όγκου του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου, το οποίο, το 2020, ανήλθε σε 10.648 εκατομμύρια τόνους. Ο τομέας της bulk/tramp ναυτιλίας αντιπροσωπεύει επίσης το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου εμπορίου της ΕΕ, γεγονός που υπογραμμίζει τον ζωτικής σημασίας ρόλο του στην οικονομία και στο εμπόριο της ΕΕ.

Η ναυτιλία έχει καθοριστική συμβολή στην ευημερία των πολιτών της ΕΕ, καθώς διασφαλίζει τον εφοδιασμό του μεγαλύτερου μέρους των αναγκαίων πρώτων υλών, της ενέργειας, των τροφίμων και άλλων βασικών ειδών. Το θαλάσσιο εμπόριο αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών και εξαγωγών από τα Κράτη Μέλη της ΕΕ σε κύριες κατηγορίες βασικών προϊόντων διατροφής, ενέργειας και πρώτων υλών.

Το 90% των συνολικών εισαγωγών Κρίσιμων Πρώτων Υλών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την οικονομία της ΕΕ, λόγω της διασύνδεσής τους με όλες τις βιομηχανίες και της σημασίας τους στην παραγωγή σύγχρονων και καθαρών τεχνολογικών προϊόντων, μεταφέρονται επίσης δια θαλάσσης.

Οι θαλάσσιες μεταφορές κατέχουν επίσης ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθώς η ΕΕ βασίζεται στη ναυτιλία για το 33% του εσωτερικού της εμπορίου.



ΣΧΟΛΙΑ