Η Ελλάδα μπαίνει σε μια κρίσιμη φάση επενδυτικής μετάβασης, με τη Morgan Stanley να αφιερώνει ειδική ενότητα στη χώρα στη νέα στρατηγική έκθεση Mid-Year Outlook για τις ευρωπαϊκές μετοχές από την ομάδα του Fabio Bassanin (13/5).

Ο οίκος βλέπει το Χρηματιστήριο Αθηνών σε ένα ευνοϊκό σημείο ανάμεσα στις αναδυόμενες και στις αναπτυγμένες αγορές, καθώς η αναβάθμιση από τους μεγάλους διεθνείς δείκτες μπορεί να φέρει νέα κεφάλαια, μεγαλύτερη ορατότητα και χαμηλότερο αντιλαμβανόμενο ρίσκο για την ελληνική αγορά.

1

Η πρώτη σημαντική ημερομηνία είναι η 21η Σεπτεμβρίου 2026, όταν ο FTSE και ο STOXX αναμένεται να αναβαθμίσουν την Ελλάδα από τις αναδυόμενες στις αναπτυγμένες αγορές.

Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η διπλή αυτή αναταξινόμηση μπορεί να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές περίπου $0,7 δισ., ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου τρεις ημέρες συναλλαγών. Η δεύτερη και πιο σημαντική ημερομηνία είναι η 31η Μαΐου 2027, όταν θα εφαρμοστεί η αναβάθμιση της Ελλάδας από τον MSCI.

Οι εισροές και οι μεγάλοι κερδισμένοι

Για τη Morgan Stanley, η καθυστέρηση του MSCI δεν είναι απαραίτητα αρνητική εξέλιξη. Αντίθετα, δίνει περισσότερο χρόνο στα χαρτοφυλάκια που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές να κρατήσουν θέσεις στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα επιτρέπει στους επενδυτές των αναπτυγμένων αγορών να αυξήσουν σταδιακά το ενδιαφέρον τους.

Ο οίκος σημειώνει ότι η αναβάθμιση από τον MSCI θα είναι πιθανότατα η πιο σημαντική για τα μακροπρόθεσμα και παθητικά κεφάλαια, καθώς τα υπό διαχείριση κεφάλαια που παρακολουθούν δείκτες MSCI είναι περίπου διπλάσια από εκείνα που ακολουθούν τον FTSE.

Στο σενάριο του MSCI, η Morgan Stanley υπολογίζει καθαρές παθητικές εισροές $471 εκατ. για την Ελλάδα. Η αγορά χάνει περίπου $2,6 δισ. από την έξοδο από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών, αλλά κερδίζει περίπου $3,1 δισ. από την ένταξη στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι θετικό, αν και δεν μοιράζεται ισότιμα σε όλες τις μετοχές.

Η Εθνική Τράπεζα εμφανίζει το μεγαλύτερο θετικό ισοζύγιο, με εκτιμώμενες καθαρές παθητικές εισροές $264 εκατ. Ακολουθούν η Eurobank με $216 εκατ., η Τράπεζα Πειραιώς με $202 εκατ., η Alpha Bank με $126 εκατ. και η ΔΕΗ με $75 εκατ. Αντίθετα, ο ΟΤΕ, η Jumbo και η Allwyn δεν περιλαμβάνονται στο προφίλ αναπτυγμένης αγοράς που χρησιμοποιεί η Morgan Stanley για τον MSCI και εμφανίζουν εκτιμώμενες εκροές, $156 εκατ., $134 εκατ. και $122 εκατ., αντίστοιχα.

Γιατί η Ελλάδα κρατά το ενδιαφέρον των ξένων

Η Morgan Stanley στέκεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η Ελλάδα είναι ήδη σε υπερβάλλουσα θέση για αρκετά ενεργητικά χαρτοφυλάκια αναδυόμενων αγορών στην περιοχή EEMEA. Το βάρος της χώρας στον MSCI EM ήταν 0,56% στο τέλος του 2025, ενώ το μέσο βάρος των σχετικών κεφαλαίων ήταν 0,94%, δηλαδή 38 μονάδες βάσης υψηλότερα από τον δείκτη.

Παρότι το 46% των κεφαλαίων ήταν υποεπενδεδυμένο στην Ελλάδα και το 39% είχε μηδενική έκθεση, οι συζητήσεις του οίκου με επενδυτές δείχνουν ότι υπάρχει πρόθεση διατήρησης ελληνικών θέσεων ακόμη και μετά την έξοδο από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών.

Η βάση των επενδυτών αναπτυγμένων αγορών παραμένει ακόμη χαμηλή, κάτι που για τη Morgan Stanley αποτελεί ευκαιρία. Μόλις 10,2% των παγκόσμιων μακροπρόθεσμων κεφαλαίων είχε έκθεση στην Ελλάδα στο τέλος του 2025, ενώ το ποσοστό ήταν 17,9% για τα διεθνή κεφάλαια και 12,2% για τα ευρωπαϊκά κεφάλαια. Αυτό σημαίνει ότι η αναβάθμιση μπορεί να φέρει την ελληνική αγορά μπροστά σε πολύ μεγαλύτερη επενδυτική δεξαμενή.

Στο μακροοικονομικό πεδίο, η Morgan Stanley συνδέει την ελληνική επενδυτική ιστορία με την ισχυρή ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις και τις ακόμη μη απαιτητικές αποτιμήσεις. Η οικονομολόγος Chiara Zangarelli προβλέπει πραγματική αύξηση του ΑΕΠ 2,1% το 2026 και 2,0% το 2027, δηλαδή ρυθμούς δύο έως τρεις φορές υψηλότερους από την ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Κύριοι μοχλοί παραμένουν η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρότι το πρόγραμμα ολοκληρώνεται τον Δεκέμβριο του 2026, η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα παραμείνουν ισχυρές και το 2027, λόγω της χρονικής υστέρησης ανάμεσα στην είσπραξη και στην αξιοποίηση των πόρων.

Το ρίσκο χώρας έχει επίσης αλλάξει εικόνα. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντική απομόχλευση, οι τράπεζες έχουν καθαρίσει τους ισολογισμούς τους και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει υποχωρήσει στο 3,6%. Παράλληλα, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κινείται πλέον κοντά στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ευθυγραμμίζεται με τη Γαλλία και βρίσκεται ακόμη και κάτω από την Ιταλία.

Παρόλα αυτά, το κόστος ιδίων κεφαλαίων της ελληνικής αγοράς παραμένει υψηλό, στο 11,2% για τον MSCI Greece, έναντι 6,8% για την Ευρώπη. Το περιθώριο των 440 μονάδων βάσης είναι πολύ υψηλότερο από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 240 μονάδων βάσης. Αν αυτό το περιθώριο επιστρέψει προς τον ιστορικό μέσο όρο, η Morgan Stanley υπολογίζει θεωρητικό περιθώριο ανόδου 27%, με όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς. Κατά τη Morgan Stanley, η Ελλάδα παραμένει κυρίως τραπεζική ιστορία.

Οι τράπεζες αποτελούν το 77,2% του MSCI Greece, έναντι μόλις 13,7% στον MSCI Europe, κάτι που εξηγεί γιατί η προτιμώμενη έκθεση του οίκου στην ελληνική αγορά περνά μέσα από τον τραπεζικό κλάδο.

Διαβάστε επίσης:

Euroxx Securities για CrediaBank: Τιμή στόχος στα €1,55 με περιθώριο ανόδου 26% και «όχημα» την HSBC Malta

J.P. Morgan για ΔΕΗ: Γιατί η αύξηση κεφαλαίου των €4 δισ. γίνεται το νέο μεγάλο όπλο

MSCI: Τι θα συνέβαινε σε ΕΤΕ, ΕΥΡΩΒ, Jumbo, ΓΕΚΤΕΡΝΑ, Credia, Cener και Allwyn αν η αναβάθμιση γινόταν σήμερα