Μετά από ένα ισχυρό ράλι που οδήγησε τις ελληνικές τράπεζες σε πολυετή υψηλά, η πρόσφατη διόρθωση φαίνεται να επαναφέρει το επενδυτικό αφήγημα σε πιο «καθαρή» βάση που πλέον το κυρίαρχο δεν είναι το στόρι ανάκαμψης, αλλά ο συνδυασμός κερδοφορίας, αποδόσεων και ελκυστικής αποτίμησης.

Αυτό είναι και το σημείο σύγκλισης των δύο νέων εκθέσεων από HSBC και UBS, οι οποίες βλέπουν ότι η υποχώρηση των τιμών δεν συνοδεύτηκε από επιδείνωση των θεμελιωδών, δημιουργώντας εκ νέου περιθώριο ανόδου για τον κλάδο.

1

Η HSBC και η ομάδα του Cihan Saraoglu υιοθετούν πιο επιθετική στάση, δίνοντας σύσταση «αγορά» σε όλες τις συστημικές τράπεζες και αυξάνοντας τις τιμές – στόχους, ενώ η UBS, με report της 13ης Απριλίου και αναλυτή τον Stephan Potgieter, διατηρεί επίσης σύσταση «buy», επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount έναντι των ευρωπαϊκών.

Η HSBC τοποθετεί την τιμή στόχο για την Τράπεζα Πειραιώς στα 11,70 ευρώ, για την Εθνική Τράπεζα στα 18,45 ευρώ, για την Alpha Bank στα 4,85 ευρώ και για τη Eurobank στα 4,70 ευρώ, με το μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου να εντοπίζεται στην Τράπεζα Πειραιώς.

Η UBS, από την πλευρά της, δίνει τιμές στόχους 10,80 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, 17,30 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, 4,65 ευρώ για την Alpha Bank και 4,60 ευρώ για τη Eurobank, επιβεβαιώνοντας τη θετική στάση για το σύνολο του κλάδου.

Σε επίπεδο επιλογών, η HSBC συνεχίζει να δίνει έμφαση στην Alpha Bank λόγω ισχυρής αύξησης κερδών, ενώ προτιμά και την Πειραιώς λόγω επιτοκιακής μόχλευσης και υψηλών αποδόσεων. Η UBS βλέπει μεγαλύτερο περιθώριο επαναξιολόγησης στην Πειραιώς, αλλά ξεχωρίζει τη Eurobank ως πιο ισορροπημένο στόρι και την Εθνική Τράπεζα λόγω ισχυρών διανομών.

Παρά την άνοδο των τελευταίων ετών, το discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών δεν έχει εξαλειφθεί. Η UBS εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 8,2 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, έναντι περίπου 9 φορές για τις ευρωπαϊκές, δηλαδή με έκπτωση περίπου 9%.

Η HSBC σημειώνει ότι το discount παραμένει κοντά στο 10%, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ταχύτερη αύξηση κερδών και περίπου τριπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης στην εταιρική πίστη. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει ότι περίπου το 80% των κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών μπορεί να συνεχίσει να επενδύει στις ελληνικές τράπεζες ακόμη και μετά την αναβάθμιση, περιορίζοντας τον κίνδυνο εκροών.

Οι τέσσερις καταλύτες που αλλάζουν το επενδυτικό προφίλ

Η HSBC δομεί την πιο θετική της στάση γύρω από τέσσερις βασικούς παράγοντες, οι οποίοι, όπως εκτιμά, δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις αποτιμήσεις.

Η ενσωμάτωση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ανεβάζει τον ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή στο 8% για την περίοδο 2025-2028, από 4% προηγουμένως. Η άνοδος της καμπύλης Euribor δημιουργεί ανοδικό κίνδυνο για τα κέρδη, ενώ οι αναβαθμισμένοι στόχοι επιστροφής κεφαλαίου οδηγούν σε συνολικές αποδόσεις 19% – 25% την επόμενη τριετία.

Παράλληλα, η επικείμενη αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη λειτουργεί ως δυνητικός καταλύτης για εισροές κεφαλαίων, ακόμη και αν οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις παραμένουν περιορισμένες. Σημειώνεται ότι ο τραπεζικός δείκτης έχει υποχωρήσει περίπου 7% από τα υψηλά του Φεβρουαρίου, παρά τη βελτίωση των θεμελιωδών, στοιχείο που, κατά την HSBC, βελτιώνει τη σχέση ρίσκου και απόδοσης.

Η «ραχοκοκαλιά» της ανάπτυξης είναι η πιστωτική επέκταση

Η UBS εστιάζει κυρίως στα λειτουργικά στοιχεία, επισημαίνοντας ότι η εταιρική πίστη παραμένει ισχυρή, με αύξηση 9,4% σε ετήσια βάση τον Φεβρουάριο του 2026.

Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η επενδυτική δραστηριότητα στην οικονομία συνεχίζει να στηρίζει τη ζήτηση για χρηματοδότηση, ενώ τα business plans των τραπεζών ενσωματώνουν ισχυρή αύξηση δανείων τα επόμενα χρόνια.

Η HSBC εκτιμά ότι η πιστωτική επέκταση μπορεί να κινηθεί κοντά στο 8% ετησίως έως το 2028, με βασικό μοχλό τα επιχειρηματικά δάνεια, αλλά και τη σταδιακή επιστροφή της λιανικής πίστης.

Το κρίσιμο μέγεθος για την κερδοφορία παραμένει το καθαρό επιτοκιακό αποτέλεσμα (NIM). Η HSBC υπολογίζει ότι κάθε αύξηση 25 μονάδων βάσης στα επιτόκια ενισχύει τα κέρδη κατά 1,5% έως 2,7%, ενώ η UBS εκτιμά αντίστοιχη επίδραση 1% έως 3% στα καθαρά κέρδη ανά μετοχή (EPS).

Η δομή των ισολογισμών παραμένει ευνοϊκή, καθώς το υψηλό ποσοστό δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου και η χαμηλή μετακύλιση επιτοκίων στις καταθέσεις επιτρέπουν στις τράπεζες να διατηρούν ισχυρά περιθώρια. Η UBS επισημαίνει ότι τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια βρίσκονται πλέον σε φάση σταθεροποίησης, με προοπτική σταδιακής ενίσχυσης των εσόδων από τόκους σε επόμενα τρίμηνα.

 

Διαβάστε επίσης 

Αποκαλυπτικό: Στο μισθολογικό ρετιρέ με 94.200 ευρώ ετησίως οι υπάλληλοι της Τ.τ.Ε- Ποιες είναι οι αμοιβές στις άλλες τράπεζες

Αναλυτές για Metlen: Τι βλέπουν για το 2026 -θετική προοπτική από την εκτόξευση των premiums αλουμινίου

Ελούντα: Ποιοι επενδύουν εκεί από όπου ξεκίνησε ο πολυτελής τουρισμός