Την αντοχή τους απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις της Μέσης Ανατολής έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει οι τράπεζες του Κόλπου, ωστόσο ο S&P Global Ratings προειδοποιεί ότι ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύγκρουσης θα μπορούσε να πυροδοτήσει σημαντικές εκροές καταθέσεων που σε ακραίο σενάριο φτάνουν τα 307 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με το Reuters, μέχρι τώρα δεν έχουν καταγραφεί αξιοσημείωτες εκροές, είτε από ξένους είτε από εγχώριους καταθέτες, γεγονός που καταδεικνύει τη σχετική σταθερότητα του συστήματος στο τρέχον περιβάλλον.

1

Ωστόσο, μια παρατεταμένη ένταση θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα. Ο S&P επισημαίνει ότι δεν αποκλείεται να σημειωθούν μετακινήσεις κεφαλαίων εντός των τραπεζικών συστημάτων των χωρών του Κόλπου, αλλά και ευρύτερες εκροές τόσο προς το εξωτερικό όσο και εντός των οικονομιών.

Στο βασικό της σενάριο, η πιο έντονη φάση των εχθροπραξιών εκτιμάται ότι θα διαρκέσει από δύο έως τέσσερις εβδομάδες, αν και οι επιπτώσεις μπορεί να παραταθούν λόγω μεμονωμένων περιστατικών ασφάλειας. Ήδη, η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ με το Ιράν εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα, χωρίς σαφή προοπτική αποκλιμάκωσης.

Στο δυσμενές σενάριο, οι εκροές από έξι τραπεζικά συστήματα των κρατών του Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 307 δισ. δολάρια, με βάση προβολές για το 2025.

Παρά τις ανησυχίες, τα διαθέσιμα «μαξιλάρια» ρευστότητας θεωρούνται επαρκή. Οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 312 δισ. δολάρια σε μετρητά ή καταθέσεις σε κεντρικές τράπεζες, ενώ μπορούν να αντλήσουν επιπλέον 630 δισ. δολάρια μέσω ρευστοποίησης επενδύσεων, ακόμη και με απομείωση 20%.

Ο S&P εκτιμά ότι ο συνολικός κίνδυνος παραμένει διαχειρίσιμος, υπογραμμίζοντας ότι τέσσερις από τις έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council) στηρίζουν ενεργά τα τραπεζικά τους συστήματα, ενώ οι εποπτικές αρχές έχουν εντείνει τους ελέγχους από την έναρξη της κρίσης.

Πιο ευάλωτες εμφανίζονται οι λιανικές τράπεζες στο Μπαχρέιν, κυρίως λόγω της αύξησης του εξωτερικού χρέους, την ώρα που η κεντρική τράπεζα των Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές.

Ο διοικητής Khaled Mohamed Balama διαβεβαίωσε ότι ο τραπεζικός τομέας λειτουργεί ομαλά, με τις τράπεζες της χώρας να επωφελούνται από αυξημένη ζήτηση δανείων, καθώς οι κυβερνήσεις της περιοχής συνεχίζουν να επενδύουν σημαντικά κεφάλαια σε έργα υποδομών και τουρισμού.

Παράλληλα, οι πιέσεις στις αγορές είναι ήδη ορατές, καθώς οι τραπεζικές μετοχές έχουν υποχωρήσει σημαντικά από την έναρξη των συγκρούσεων, με διψήφιες απώλειες για τους μεγαλύτερους ομίλους. Οι επιπτώσεις στα δανειακά χαρτοφυλάκια αναμένεται να φανούν σταδιακά, με κλάδους όπως οι μεταφορές, τα logistics, ο τουρισμός, τα ακίνητα, το λιανεμπόριο και η φιλοξενία να θεωρούνται οι πιο εκτεθειμένοι.

Σε ένα σενάριο υψηλής πίεσης, όπου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονται κατά 50% ή φτάνουν το 7% του συνόλου, οι συνολικές ζημίες για τις 45 μεγαλύτερες τράπεζες της περιοχής θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 37 δισ. δολάρια.

Παρά τις προκλήσεις, ο S&P επισημαίνει ότι οι τράπεζες του GCC εισέρχονται σε αυτή την περίοδο από σχετικά ισχυρή θέση, θυμίζοντας ότι κατά την κρίση της πανδημία COVID-19 το 2020 είχαν εφαρμοστεί αποτελεσματικά μέτρα στήριξης. Αντίστοιχες παρεμβάσεις αναμένονται και σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης.

 

Διαβάστε επίσης 

Τραγικός απολογισμός από τις επιθέσεις σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ – Πάνω από 180 χτυπήθηκαν, 9 βυθίστηκαν, δεκάδες νεκροί (πίνακας)

Χρυσός: Προσπάθεια ανάκαμψης μετά την βουτιά σχεδόν 4%

Νέο πλήγμα τρόμου στις αγορές μετά την ανάρτηση Τραμπ – Προειδοποιεί για καταστροφή του κοιτάσματος «South Pars»