Το μεσημέρι της Πέμπτης ήρθε το πρώτο μεγάλο μήνυμα από τη Moody’s Ratings. Λίγες ώρες αργότερα και πριν αλλάξει η ημέρα, ακολούθησε και η S&P Global Ratings. Μέσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο, δύο από τους σημαντικότερους οίκους αξιολόγησης στον κόσμο έδωσαν στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ επενδυτική βαθμίδα.

Η Moody’s αναβάθμισε τον όμιλο σε Baa3 με σταθερές προοπτικές (την ίδια με το ελληνικό δημόσιο) και η S&P ακολούθησε με BBB- και stable outlook, σφραγίζοντας ουσιαστικά τη μετάβαση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ από έναν ισχυρό εγχώριο κατασκευαστικό παίκτη σε έναν infrastructure operator ευρωπαϊκής κλίμακας.

1

Η Santander είχε «δει» πρώτη την αναβάθμιση

Πριν ακόμη έρθουν οι διπλές αναβαθμίσεις από Moody’s και S&P, η Santander, η μεγαλύτερη τράπεζα της Ευρώπης, είχε αρχίσει να μιλάει για τη μεγάλη αλλαγή στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.

Καθοριστικό σημείο αποτέλεσε η πρώτη έκθεση του ισπανικού οίκου για τον όμιλο στις αρχές του χρόνου, στην οποία έδινε τιμή – στόχο στα 49 ευρώ, αποτιμώντας κατ’ επέκταση τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ κοντά στα 5 δισ. ευρώ, όταν ακόμη η μετοχή κινούνταν κοντά στα 25,50 ευρώ. Από εκείνο το σημείο η μετοχή εκτοξεύτηκε φτάνοντας τα 32 ευρώ για να πάει μέσα στο πρώτο τετράμηνο του έτους στα 40 ευρώ, κλείνοντας στη συνεδρίαση της Παρασκευής στα 43  ευρώ.

Η Santander επανήλθε τον Απρίλιο ανεβάζοντας τον πήχη στα 53 ευρώ, για να ακολουθήσει λίγες μέρες αργότερα η Euroxx Securities με τιμή στόχο τα 54 ευρώ.

Όσον αφορά τη Santander αυτό που βλέπει στον όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ  είναι οι προοπτικές ανάπτυξής της έως το 2030, εκτιμώντας κυρίως ότι οι μεγάλες παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων θα αποτελέσουν τον κύριο μοχλό ενίσχυσης της αξίας και της κερδοφορίας του ομίλου, διπλασιάζοντας το EBITDA.

Τι σημαίνει η επενδυτική βαθμίδα για τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Η απόκτηση επενδυτικής βαθμίδας στην πράξη, σημαίνει ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αποκτά πρόσβαση σε ευρύτερες δεξαμενές κεφαλαίων, ενισχύει την αξιοπιστία της απέναντι στις αγορές και μπορεί πλέον να χρηματοδοτεί τα μεγάλα projects της με καλύτερους όρους και χαμηλότερο κόστος δανεισμού.

Παράλληλα, η αναβάθμιση ανοίγει τον δρόμο για συμμετοχή μεγάλων διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων που επενδύουν αποκλειστικά σε τίτλους investment grade, κάτι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο όμιλος «τρέχει» ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια έργων υποδομών στην Ελλάδα.

Οι δύο οίκοι ουσιαστικά πιστοποιούν ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διαθέτει πλέον ένα επιχειρηματικό μοντέλο με σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ανθεκτικότητα, στοιχεία που παραδοσιακά χαρακτηρίζουν μεγάλους ευρωπαϊκούς infrastructure operators.

Οι παραχωρήσεις αλλάζουν το προφίλ του ομίλου

Το βασικό στοιχείο που ανέδειξαν τόσο η Moody’s όσο και η S&P είναι η τεράστια ενίσχυση του χαρτοφυλακίου παραχωρήσεων του ομίλου, το οποίο πλέον αποτελεί τον βασικό πυλώνα κερδοφορίας και ανάπτυξης.

Οι δύο οίκοι υπογραμμίζουν ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ελέγχει περίπου το 80%-85% των ελληνικών αυτοκινητοδρόμων με διόδια, μέσω συμμετοχών σε εμβληματικά assets όπως η Αττική Οδός, η Εγνατία Οδός, η Νέα Οδός και η Κεντρική Οδός.

Αυτό που θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμο είναι ότι οι παραχωρήσεις αυτές λειτουργούν μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων διάρκειας άνω των 25 ετών, δημιουργώντας εξαιρετικά σταθερές και προβλέψιμες ταμειακές ροές.

Η Moody’s εκτιμά ότι ήδη από το 2026 περίπου το 70% των EBITDA του ομίλου θα προέρχεται από τις παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων, ενώ η S&P προβλέπει ότι το ποσοστό αυτό θα προσεγγίσει το 80% τα επόμενα χρόνια.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη μεγάλη στρατηγική μεταμόρφωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία μετακινείται σταδιακά από το κλασικό μοντέλο της κυκλικής κατασκευαστικής δραστηριότητας σε ένα πιο ανθεκτικό μοντέλο operator υποδομών με επαναλαμβανόμενα έσοδα.

Η Αττική Οδός και η Εγνατία στο επίκεντρο

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι οίκοι στην εξαγορά της Αττικής Οδού, ύψους 3,3 δισ. ευρώ, η οποία χαρακτηρίζεται ως κομβικό σημείο στη μετεξέλιξη του ομίλου.

Παρότι η συναλλαγή αύξησε σημαντικά τον δανεισμό της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, οι αναλυτές θεωρούν ότι το asset διαθέτει τόσο ισχυρές και μακροχρόνιες χρηματοροές ώστε να ενισχύει ουσιαστικά το πιστωτικό προφίλ της εταιρείας.

Αντίστοιχα, η Εγνατία Οδός αξιολογείται ως ένας από τους βασικούς καταλύτες ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα λόγω της ωρίμανσης της παραχώρησης και των σημαντικών αυξήσεων διοδίων που προβλέπονται.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκονται επίσης τα μεγάλα έργα που αναπτύσσει ο όμιλος, όπως ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι, projects που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για την επόμενη φάση ανάπτυξης.

Γιατί οι οίκοι δεν ανησυχούν για το χρέος

Παρά το γεγονός ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εμφανίζει υψηλή μόχλευση λόγω των τεράστιων επενδύσεων που πραγματοποιεί, τόσο η Moody’s όσο και η S&P εκτιμούν ότι το ρίσκο παραμένει διαχειρίσιμο.

Ο βασικός λόγος είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αφορά project financing χωρίς αναγωγή στη μητρική εταιρεία, δηλαδή δανεισμό που εξυπηρετείται από τα ίδια τα έργα παραχώρησης και όχι από τον εταιρικό ισολογισμό.

Η S&P σημειώνει ότι πάνω από το 90% του συνολικού καθαρού χρέους του ομίλου προέρχεται από non-recourse financing, κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα θετικό για την πιστοληπτική εικόνα της εταιρείας.

Ταυτόχρονα, οι οίκοι δίνουν έμφαση στη σημαντική ρευστότητα του ομίλου, η οποία στο τέλος του 2025 έφθανε περίπου τα 1,6 δισ. ευρώ, αλλά και στο γεγονός ότι περίπου το 95% του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου, περιορίζοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις των επιτοκίων.

Η S&P αναγνωρίζει επίσης ότι η διοίκηση ακολουθεί συντηρητική χρηματοοικονομική πολιτική και εμφανίζεται προσηλωμένη στη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Το ανεκτέλεστο των 7 δισ. ευρώ και η ισχύς στην κατασκευή

Παρότι ο όμιλος μετασχηματίζεται σε operator υποδομών, η κατασκευαστική δραστηριότητα παραμένει βασικός πυλώνας του επιχειρηματικού μοντέλου.

Η S&P χαρακτηρίζει τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ως τον ισχυρότερο κατασκευαστικό παίκτη στην ελληνική αγορά, με εμπειρία άνω των πέντε δεκαετιών και ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων που αγγίζει τα 7 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερα θετικά αξιολογείται το γεγονός ότι περίπου το 50% του backlog αφορά έργα των ίδιων των παραχωρήσεων του ομίλου, στοιχείο που προσφέρει αυξημένη ορατότητα εσόδων και σημαντικές συνέργειες μεταξύ κατασκευής και παραχωρήσεων.

Οι οίκοι αναγνωρίζουν ότι η κατασκευή αποτελεί δραστηριότητα με μεγαλύτερη κυκλικότητα και υψηλότερο ρίσκο, ωστόσο θεωρούν ότι η ηγετική θέση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην ελληνική αγορά, σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου έργων της, περιορίζουν σημαντικά αυτούς τους κινδύνους.

Ο ενεργειακός μετασχηματισμός μετά την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή

Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση των δύο οίκων αποτελεί και ο ενεργειακός μετασχηματισμός του ομίλου μετά την πώληση της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και τη σχεδιαζόμενη κοινή επιχείρηση με τη Motor Oil.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η αποενοποίηση των ενεργειακών δραστηριοτήτων θα περιορίσει τη μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων και θα ενισχύσει την ποιότητα της κερδοφορίας, καθώς το βάρος θα μεταφερθεί ακόμη περισσότερο στις δραστηριότητες παραχωρήσεων.

Παρόλα αυτά, η S&P επισημαίνει ότι εξακολουθεί να λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με τις πιο ευμετάβλητες δραστηριότητες ηλεκτροπαραγωγής και λιανικής ενέργειας.

Ψήφος εμπιστοσύνης και στην ελληνική οικονομία

Οι αναβαθμίσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αποτελούν ταυτόχρονα και μια έμμεση ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η S&P σημειώνει ότι η Ελλάδα αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της ευρωζώνης, με βασικούς μοχλούς την ισχυρή αγορά εργασίας, την αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα και τη δυναμική που δημιουργούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εμφανίζεται ως ο βασικός εθνικός πρωταθλητής στον τομέα των υποδομών και των ΣΔΙΤ, με ένα χαρτοφυλάκιο που δύσκολα συναντάται πλέον στην ευρωπαϊκή αγορά.

Διαβάστε επίσης:

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Μετά τη Moody’s αναβάθμιση σε επενδυτική βαθμίδα BBB- και από την S&P Global Ratings

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Πώς έφτασε να πάρει αναβάθμιση από την Moody’s και να δανείζεται όπως το κράτος – O Περιστέρης και οι κρίσιμες ημερομηνίες για την μετοχή

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Σε παγκόσμιο «σαφάρι» επενδυτών ο Γιώργος Περιστέρης