Πιο απλά δεν γίνεται. Και απ’ ότι φαίνεται τα σύνθετα χρηματιστηριακά εργαλεία θα μας απασχολήσουν έντονα κατά το διάστημα πριν την επιστροφή στα ώριμα χρηματιστήρια.

Αυτό υποστηρίζουν οι χρηματιστές με αφορμή την χθεσινή γνωστοποίηση συναλλαγής από την JP Morgan επί των μετοχών της Alpha Bank, δίνοντας τροφή για σενάρια σχετικά με το ποιος βρίσκεται πίσω από την εντολή στην Αμερικανική τράπεζα.

1

Στην ανακοίνωση γίνεται λόγος για «…χρηματοοικονομικά προϊόντα τα οποία, υπό την αίρεση του φυσικού διακανονισμού, δύνανται να οδηγήσουν στην απόκτηση 139.749.960 κοινών μετοχών που αντιστοιχούν στο 6,04% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της Αlpha Bank».

Στην προηγούμενη ανακοίνωση του αμερικανικού οίκου στις 18 Δεκεμβρίου η θέση αφορούσε σε 89,749 εκατ. μετοχές, αύξησε τη θέση της κατά 50 εκατ. μετοχές.

Τι είναι λοιπόν, τα call και τα put;

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο συναλλαγών της Beta Χρηματιστηριακή κ. Τάκη Ζαμάνη, «τα call (δικαιώματα αγοράς) και put (δικαιώματα πώλησης) είναι τύποι χρηματοοικονομικών παραγώγων (δικαιωμάτων προαίρεσηςoptions) που δίνουν το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, αγοράς ή πώλησης ενός υποκείμενου τίτλου σε προκαθορισμένη τιμή (strike price, κλειδωμένη τιμή θα έλεγε κανείς) και ημερομηνία. Τα call στοχεύουν στην άνοδο, ενώ τα put στην πτώση μιας μετοχής».

Σύμφωνα με τη χθεσινή ανακοίνωση η «προκαθορισμένη» ημερομηνία είναι μεταξύ 25/1/2027 – 20/7/2027.

Οι βασικές διαφορές  στα call options ή δικαιώματα αγοράς, όπως λέγονται, σε σχέση με τα put options (δικαιώματα πώλησης), είναι ότι στο μεν πρώτο παρέχεται το δικαίωμα αγοράς του υποκείμενου τίτλου (π.χ. μετοχή) σε μια προκαθορισμένη τιμή έως μια συγκεκριμένη ημερομηνία.

Χρησιμοποιείται δε, όταν ο επενδυτής αναμένει άνοδο της τιμής.

Στο δε δεύτερο, (put option, δικαίωμα πώλησης) παρέχεται το δικαίωμα πώλησης του υποκείμενου τίτλου σε μια προκαθορισμένη τιμή. Χρησιμοποιείται όταν ο επενδυτής αναμένει πτώση της τιμής.

Τα βασικά στοιχεία μίας τέτοιας συναλλαγής είναι:

Η τιμή άσκησης (Strike Price): Η τιμή στην οποία μπορεί να γίνει η αγορά ή η πώληση.

Το ασφάλιστρο (Premium): Το κόστος αγοράς του δικαιώματος.

Η ημερομηνία λήξης: Η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος.

Ο κάτοχος του call option κερδίζει αν η τιμή της μετοχής ανέβει πάνω από την τιμή άσκησης συν το ασφάλιστρο, ενώ ο κάτοχος put κερδίζει αν η τιμή πέσει.

Πάμε τώρα στο τι μπορεί να συμβαίνει, κατά την αγορά πάντα, στην Alpha Bank.

JP Morgan, εικάζει η αγορά, δεν ενήργησε μόνη της και πως πίσω από τις κινήσεις του αμερικανικού οίκου βρίσκεται  η Unicredit, στην οποία ήδη έχει συμμετοχή με ποσοστό άνω του 32% και οριακά κάτω από 33% που έχει την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης.

Η JP Morgan λοιπόν, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές αύξησε το put potition κατά 50 εκατ. μετοχές σε σχέση με πριν, που σημαίνει ότι ο πελάτης της αμερικανικής τράπεζας έχει αυξήσει αντιστοίχως τη θέση του στην Alpha.

Το δεύτερο σενάριο που κυκλοφορεί στην αγορά είναι ότι ο «πελάτης» της JP Morgan είχε και σε άλλες μετοχές put, τα οποία πέρασε στην αμερικανική τράπεζα και τα έκανε, αυτό που λέμε, όλα σε ένα, ή αγγλιστί  consolidated.

Πολύ απλά, ο «πελάτης» της JP Morgan χεντζάρεται στην Alpha, ενώ πούλησε ένα  call κάπου αλλού, σε κάποια άλλη μετοχή, παίρνει τα κεφάλαια και μειώνει το κόστος αγοράς του put option.

Διαβάστε επίσης

Mediobanca για ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Στα €45,70 η νέα τιμή στόχος και σύσταση υπεραπόδοσης

Barclays για ΔΑΑ: Υποβάθμιση σύστασης και νέα τιμή στόχος στα €10,10

Alpha Bank: Στα 3,5 δισ. οι προσφορές για το νέο επταετές senior preferred ομόλογο (upd)