ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Καταμετρημένες 239 φορές βομβαρδίστηκε ο Πειραιάς στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως το μεγαλύτερο εμπορικό και ναυτικό λιμάνι της Ελλάδας, που διέθετε επιπλέον, μεγάλη βιομηχανική ζώνη.
Έτσι η στόχευσή του από τον εχθρό ήταν αναμενόμενη, με τη μεγαλύτερη τραγωδία ωστόσο, για τον άμαχο πληθυσμό να σημειώνεται, όπως είναι γνωστό, από τον συμμαχικό βομβαρδισμό, του 1944, όταν αμερικανικά αεροπλάνα έπληξαν λανθασμένα, εκτός από στρατιωτικούς στόχους και την οικιστική περιοχή. Και παρ΄όλο ότι καταφύγια ήταν διαθέσιμα, πολλοί ήταν εκείνοι που δεν έσπευσαν να προφυλαχθούν πιστεύοντας ότι δεν κινδυνεύουν…
Μέρος της νεώτερης ιστορίας του Πειραιά συνιστούν σήμερα αυτά τα αντιαεροπορικά καταφύγια, μια υλική μαρτυρία της οργανωμένης πολιτικής προστασίας της εποχής, συνδεδεμένα ταυτόχρονα με την συλλογική μνήμη των ανθρώπων, ενώ καταδεικνύουν και την τεχνογνωσία και ευρηματικότητα υπό συνθήκες υλικής ανέχειας. Όπως το δίκτυο των στοών που εντοπίσθηκε τελευταία στην οδό Γρηγορίου Λαμπράκη στη Δραπετσώνα.
Ένα σύνολο μεικτών κατασκευών από υπόγειους διαδρόμους κίνησης και διαφυγής που χρονολογούνται στη δεκαετία του ΄30. Την εποχή δηλαδή, που κατασκευάστηκε μεγάλος αριθμός αντιαεροπορικών καταφυγίων στην Αθήνα και τον Πειραιά στο πλαίσιο της πολιτικής παθητικής αεράμυνας. Το συγκεκριμένο μάλιστα θεωρείται ιδιαίτερο δείγμα της αντιαεροπορικής υποδομής του Πειραιά, καθώς διατηρεί την δομική του ακεραιότητα σε υψηλό βαθμό αλλά και σε έκταση.
Η ανακάλυψη έγινε κατά τις προκαταρτικές εργασίες ανέγερσης πολυκατοικίας που βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου Πειραιά –ας σημειωθεί ότι στο ίδιο οικόπεδο έχει εντοπισθεί και αρχαίο λατομείο – με το όλο θέμα να βρίσκεται υπό εξέταση από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων σχετικά με τον χαρακτηρισμό του ως νεώτερου μνημείου.
Για το σκοπό αυτό άλλωστε, αυτοψία διενεργήθηκε ήδη από μέλη του συμβουλίου, ώστε το θέμα να επανέλθει προς συζήτηση. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το συγκεκριμένο εύρημα έρχεται να προστεθεί στον αριθμό των καταφυγίων που δημιουργήθηκαν προ και κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Πειραιά, αν και στην πλειοψηφία τους εγκαταλελειμμένα σήμερα, πλην ορισμένων που βρίσκονται υπό στρατιωτική διαχείριση.

Εκτεταμένο δίκτυο στοών
Με τη μορφή ενός ιδιαίτερα εκτεταμένου δικτύου στοών σε βάθος τουλάχιστον 3 μέτρων από την επιφάνεια του εδάφους εμφανίζεται αυτή η κατασκευή, με λαξεύσεις στο βράχο, τη χρήση ξύλου, λίθων και βέβαια σκυροδέματος, ιδίως σε ανοίγματα και εισόδους για την ενίσχυση της αντιστήριξης. Μεταλλικά καρφιά στην οροφή των διαδρόμων εξάλλου, θεωρείται ως πιθανό να χρησίμευαν για την ανάρτηση φωτιστικών μέσων.
Από την πρώτη έρευνα φαίνεται ότι οι στοές κατασκευάστηκαν σε δύο φάσεις με τη πρώτη να αφορά την εκσκαφή στο φυσικό πέτρωμα δημιουργώντας στενά ανοίγματα με ελλειψοειδή διατομή, πλάτους 1,20 ως 1,80 και ύψους 1,80 ως 2,20 μ. Στη δεύτερη φάση ωστόσο, οι στοές είχαν τοξωτή οροφή, τοιχώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα, κάπου και λιθοδομή ενώ το πλάτος κυμαίνεται από 1,40 έως 2,00 μ. και το ύψος φτάνει τα 2,50 μ. περίπου.
Χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονται και σε άλλες αντιαεροπορικές στοές της εποχής 1936-1945 στον Πειραιά. Παρ΄ ότι εξάλλου, δεν είναι γνωστή η σύνδεσή τους με κάποιο γνωστό καταφύγιο της περιοχής, οι παλαιότεροι γνώριζαν την ύπαρξή τους, καθώς και το γεγονός ότι πάνω από αυτές, στην επιφάνεια του εδάφους όπου σχηματιζόταν ένα είδος λόφου, λειτουργούσε ένας θερινός κινηματογράφος. Στο σύνολό του έτσι, το εύρημα θεωρείται σπάνιο δείγμα διατήρησης της αυθεντικής ατμόσφαιρας και τη δομής των καταφυγίων μέσα στον αστικό ιστό του Πειραιά.
Η πορεία το δικτύου όμως, ανακόπτεται βίαια στο πέρας του οικοπέδου, καθώς προγενέστερες οικοδομές των δεκαετιών του ΄70 και ΄80 κυρίως, το είχαν καταστρέψει με την διάνοιξη υπογείων.
Η κατασκευή
Επί κυβερνήσεως Μεταξά, το 1936 αποφασίστηκε με Προεδρικό Διάταγμα «περί οργανώσεως της παθητικής αεραμύνης», η κατασκευή των καταφυγίων, με συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές όπως η τοξωτή οροφή ή θολωτή διατομή, οι πολλαπλοί θάλαμοι μικρής διατομής για λόγους στατικότητας, ο υποχρεωτικός προθάλαμος, έξοδοι κινδύνου και βέβαια αεροστεγείς θωρακισμένες πόρτες. Χωρίς να λείπουν όμως, οι οδηγίες για την οργάνωσή τους καθώς και τις ευθύνες λειτουργίας τους.
Χωρίζονταν μάλιστα σε δύο κατηγορίες, αναφορικά με τον βαθμό προστασίας που προσέφεραν: ως καταφύγια αντοχής, προκειμένου για βομβαρδισμούς, οπότε έπρεπε να είναι είτε λαξευτά σε συμπαγή βράχο ή από σκυρόδεμα αλλά και τα συνήθη στα υπόγεια κτηρίων.
Σήμερα και σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όπου τα παλιά καταφύγια έχουν αξιοποιηθεί ευφάνταστα για διάφορες χρήσεις, κυρίως πολιτιστικές, στην Ελλάδα τελούν υπό καθεστώς αδιαφορίας, εγκατάλειψης και εν τέλει πιθανής αποδόμησης και καταστροφής, ειδικά όσα δεν έχουν καταγραφεί (εκτός αυτών, φυσικά, που αποτελούν διαβαθμισμένο υλικό).

Βαθιά στη γη
Στην πλατεία Αγίας Τριάδας βρίσκεται ένα από τα τεκμηριωμένα καταφύγια του Πειραιά, που κατασκευάστηκε το 1938- 40 ύστερα από την μετασκευή του θησαυροφυλακίου της Ιονικής Τράπεζας. Με μεταλλικές, γερμανικές πόρτες και την ανάλογη επιγραφή βρίσκεται υπό τη διαχείριση του δήμου. Πλήρως εγκαταλελειμμένο είναι το καταφύγιο στο λόφο του Προφήτη Ηλία (1936–1941) σε βάθος 10-12 μέτρων (με 50 σκαλιά περίπου) και με τις εισόδους του σφραγισμένες. Εγκαταλελειμμένο επίσης, και σφραγισμένο, αυτό του λόφου της Καστέλας, που επίσης είναι ένα από τα βαθύτερα (10-12 μέτρα) και μεγαλύτερα.
Ιδιαίτερο είναι το καταφύγιο Δραπετσώνας (1936–1941) σε περιοχή πρώην βιομηχανικής ζώνης και με την κωδική ονομασία «2-3». Με υπόγειους χώρους που παραμένουν άθικτοι σε μεγάλο βαθμό, διαθέτει μεγάλο δίκτυο που παραμένει αχαρτογράφητο. Οι κύριες είσοδοί του πάντως, είναι κλειστές. Το ίδιο ιδιαίτερο και το καταφύγιο του λόφου Βώκου (1936–1941), το οποίο μεταπολεμικά στέγασε παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία Οδηγήτρια.
Γνωστά όμως και δύο ναυτικά καταφύγια, που κατασκευάστηκαν επίσης στην περίοδο 1936-1941 και βρίσκονται υπό στρατιωτική διαχείριση: Το ένα είναι το καταφύγιο Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, το οποίο είχε κατασκευαστεί με ειδικές προδιαγραφές (υδατοδεξαμενή, σύστημα φιλτραρίσματος αέρα, θωρακισμένες πόρτες κλπ) αν και θεωρείται ότι τμήμα του έμεινε ημιτελές, λόγω της έναρξης του πολέμου. Επίσης τα καταφύγια των Ναυτικών Εγκαταστάσεων Σαλαμίνας (1936–1945) με αδιάλειπτη λειτουργία στην περίπτωσή τους ως σήμερα.
Κατάλοιπα της διαβίωσης του άμαχου πληθυσμού στην περίοδο του πολέμου, με μια ξεχωριστή κοινωνική διάσταση αλλά και ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, διατηρώντας την ιστορική μνήμη σημαντικών γεγονότων, είναι προφανές παρ΄όλα αυτά, ότι τα καταφύγια αντιμετωπίζονται με πλήρη αδιαφορία από την πολιτεία. Μια συνολική, και όχι μεμονωμένη, πολιτική διαχείρισής τους, δεδομένου ότι συνθέτουν ένα μοναδικό ιστορικό σύνολο, είναι το ζητούμενο.
Διαβάστε επίσης:
Μπριζίτ Μπαρντό – Ο φλογερός έρωτας της πιο επιθυμητής γυναίκας στον κόσμο σε δημοπρασία
Ουίλιαμ Κέντριντζ: «Μοναδικό προνόμιο για μένα η έκθεσή μου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο»
Το Παρίσι και η Μπελ Επόκ – Ο καθρέφτης μιας χρυσής εποχής
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.