Τις τελευταίες εβδομάδες, φίλοι και γνωστοί μου εκφράζουν μία απορία: πως είναι δυνατόν ένας λαός να έχει εκλέξει για ηγέτη του κάποιον όπως ο Donald Trump; Η απάντηση που δίνω είναι πως στις ΗΠΑ προϋπήρχε μία ιδεολογική φλέβα που εδώ και δεκαετίες λειτουργούσε άλλοτε υπόγεια, άλλοτε φανερά, άλλοτε με λιγότερη άλλοτε με πιο ισχυρή απήχηση, αλλά δεν είχε ποτέ αποκτήσει την πλειοψηφία που σήμερα την έχει καταστήσει σχεδόν κυρίαρχη.
Το κρίσιμο σημείο αλλαγής ήρθε ως αποτέλεσμα της αδυναμίας μεγάλου μέρους του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να κατανοήσει τα βαθιά προβλήματα που δημιούργησε στις ίδιες τις ΗΠΑ η παγκοσμιοποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική μετατόπιση σημαντικών κοινωνικό-οικονομικών ομάδων υπό την επήρεια τριών απτών εξελίξεων: την επιτάχυνσή της δημιουργία της λεγόμενης «ζώνης σκουριάς» (Rust Belt) που περιείχε όλα τα κατάλοιπα της απελθούσης βιομηχανικής αμερικανικής ισχύος, την επικράτηση συγκεκριμένης μορφής καπιταλισμού που στο όνομα μίας διεφθαρμένης μορφής απορρύθμισης μετέτρεψε την έννοια της ενίσχυσης του ανταγωνισμού σε μέσο εξάπλωσης ολιγοπωλίων και μονοπωλίων και την ανάδειξη, έτσι, με ορατά αποτελέσματα των αδυναμιών και τεράστιων ελλειμμάτων του έτσι κι αλλιώς υποτυπώδους αμερικανικού κοινωνικού κράτους.
Αυτήν την φλέβα που σταδιακά γιγάντωνε εκμεταλλεύτηκε ο Trump για να έρθει στην εξουσία. Δεν υπονοώ πως πολιτικά ώριμοι και γνώστες των φιλοσοφικών ρευμάτων στην Αμερική στράφηκαν προς τον Trump. Λέγω πως η απελπισία της ανεργίας και της φτώχειας εν μέσω συσσώρευσης τεράστιου πλούτου στο 10% του πληθυσμού και με το κοινωνικό κράτος να παρέχει ανεπαρκή κάλυψη, άνιση πρόσβαση και αδυναμία προστασίας των ανέργων, οι «Wretched of the Earth» (για να χρησιμοποιήσω καθ’ υπερβολή το τίτλο του βιβλίου του Frantz Fanon) στράφηκαν στον Trump.Όχι πως η σύγκριση είναι απόλυτη αλλά, στο κάτω-κάτω, αυτό ακριβώς δεν κάναμε κι εμείς, εδώ στην Ελλάδα, όταν πιστέψαμε τις φαντασιώσεις του Αλέξη Τσίπρα, της Ζωής Κωνσταντοπούλου και τόσων άλλων;
Σ’ ένα υπέροχο άρθρο του με τίτλο «The World Trump Wants», γραμμένο πριν ένα χρόνο, που το έγκυρο περιοδικό Foreign Affairs έκρινε σκόπιμο να αναδημοσιεύσει μόλις τώρα, ο Michael Kimmage υποστηρίζει πως οι πνευματικές ρίζες της πολιτικής του Trump βρίσκονται στον αντικομουνισμό της δεκαετία του1950 που ήρθε σε σύγκρουση με τις φιλελεύθερες ιδέες που υποστήριζαν πρόεδροι όπως οι Dwight Eisenhower, Harry Truman και John F, Kennedy, θεωρώντας που ήταν πολύ ήπιες, πολύ μετά-εθνικές, πολύ κοσμικές για να αντιμετωπίσουν της ΕΣΣΔ.
Σύμφωνα με την εξαιρετική ανάλυση του Kimmage, αυτή η πολιτική κληρονομιά είναι η ιστορία τριών βιβλίων. Πρώτο ήρθε το Witness («Μάρτυρας») του Αμερικανού δημοσιογράφου Whittaker Chambers, πρώην κομμουνιστή και κατασκόπου της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος απομακρύνθηκε από το κόμμα και στράφηκε στον πολιτικό συντηρητισμό. Το Witness, που εκδόθηκε το 1952, αποτέλεσε μανιφέστο εναντίον των Αμερικανών φιλελεύθερων που συμπορεύονταν με τον κομμουνισμό και της προδοτικής, κατά την άποψή του, στάσης τους, η οποία ενθάρρυνε την Σοβιετική Ένωση.
Μια παρόμοια αντίληψη καθοδηγούσε τον James Burnham, τον σημαντικότερο ίσως συντηρητικό στοχαστή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1946. Στο βιβλίο του “Suicide of the West” («Η αυτοκτονία της Δύσης»), που κυκλοφόρησε το 1964, κατηγόρησε το κατεστημένο (status quo) της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για αλαζονική έλλειψη αφοσίωσης στην πατρίδα και για την προσήλωσή του σε «αρχές που είναι διεθνιστικές και οικουμενικές, αντί να είναι τοπικές ή εθνικές».
Ο Burnham υποστήριζε μία εξωτερική πολιτική με θεμέλιο την οικογένεια, την τοπική κοινότητα, την εκκλησία και τον πατριωτισμό σε όφελος όχι ενός διεθνούς πολιτισμού, αλλά «ενός πολιτισμού ιστορικά διαμορφωμένου με συγκεκριμένες συνθήκες στον οποίο ανήκω εγώ.»
Ένας από τους πνευματικούς διαδόχους του Burnham ήταν ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Pat Buchanan που υποστήριξε τον υπέρ-συντηρητικό Barry Goldwater στις προεδρικές εκλογές του 1964, ήταν σύμβουλος του προέδρου Richard Nixon και, το 1992, δυναμικά αμφισβήτησε τον εν ενεργεία Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο George Bush Sr. για το προεδρικό χρίσμα του κόμματος.
Οι ιδέες του είναι εκείνες που προαναγγέλλουν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια την εποχή Τραμπ. Το 2002 δημοσίευσε το βιβλίο “The Death of the West” («Ο θάνατος της Δύσης»), στο οποίο παρατηρούσε ότι «οι φτωχοί λευκοί μετακινούνται προς τα δεξιά». Ο Buchananήταν πεπεισμένος ότι η κατάρρευση της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης ήταν επικείμενη γράφοντας πως «Επειδή πρόκειται για ένα εγχείρημα των ελίτ και επειδή οι αρχιτέκτονές του είναι άγνωστοι και δεν απολαμβάνουν την αγάπη των πολιτών, η παγκοσμιοποίηση θα συντριβεί πάνω στον Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο του πατριωτισμού».
Ο Trump, επομένως, δεν εφηύρε μία νέα πολιτική ιδεολογία. Έδωσε εξουσία, λαϊκή νομιμοποίηση και διεθνή εμβέλεια σ’ ένα ιδεολογικό ρεύμα που περίμενε επί δεκαετίες την ευκαιρία να κυριαρχήσει. Κι αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τον Τραμπισμό πολύ πιο επικίνδυνο από τον ίδιο τον Trump: δεν αποτελεί προσωπική ιδιορρυθμία ενός προέδρου που θα εξαφανιστεί μαζί με την αποχώρησή του.
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο Trump είναι έτσι σαφές και δεν πρέπει να συγχέεται με την ακραία ρητορική του κατά των προσωπικών και πολιτικών αντιπάλων του, ούτε με την απερίγραπτη αλαζονεία του και την εικόνα του γελωτοποιού που τον συνοδεύει. Ο αναθεωρητισμός αποτελεί εγγενές μέρος της πολιτικής του φιλοσοφίας και, γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς ουσιαστικά συμβαδίζει με τους Putin και Xi, στηρίζει τον Erdogan, διατηρεί ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με τον Modi και προσδίδει νέα διάσταση στην έννοια της «αμερικανικής ιδιαιτερότητας» (American Exceptionalism ή Αμερικανικός Εξαιρετισμός) αναβιώνοντας το Δόγμα Monroe με την προσθήκη του Trump Corollary, που συμπεριλήφθη επίσημα στην Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας.
O αναθεωρισμός συνυπάρχει με μία νέα παγκόσμια τάξη των πραγμάτων, πολύ πιο ανίσχυρη από πριν. Το νέο μήνυμα είναι σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις διεκδικούν το δικαίωμα να ορίζουν τους κανόνες στις δικές τους σφαίρες επιρροής. Πρόκειται για την επιστροφή σε μία διεθνή τάξη όπου η ισχύς προηγείται του δικαίου και ο αυτοπεριορισμός των ηγετών υποκαθιστά τις διεθνείς εγγυήσεις.
Είναι ξεκάθαρο πως οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 στις ΗΠΑ δεν πρόκειται να αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα. Αντίθετα, μπορεί να ανοίξουν τον δρόμο για δύο εξαιρετικά επικίνδυνα χρόνια.
Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα μπορούν να εμποδίζουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να προκαλούν προβλήματα στην υλοποίηση της κυβερνητικής ατζέντας. Αν κερδίσουν και τη Γερουσία, οι δυνατότητες περιορισμού του Trump θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταφέρουν να ελέγξουν την αναθεωρητική του πολιτική.
Ο Trump δεν είναι ο πολιτικός που θα αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα την αποδυνάμωσή του. Θα επιχειρήσει να κυβερνήσει με Εκτελεστικές Εντολές (Executive Orders) δοκιμάζοντας τα συνταγματικά όρια των εξουσιών του και μεταφέροντας τις συγκρούσεις στα δικαστήρια. Κυρίως, όμως, θα στραφεί στην εξωτερική πολιτική, όπου το αμερικανικό Σύνταγμα αφήνει στον πρόεδρο πολύ μεγαλύτερα περιθώρια προσωπικής πρωτοβουλίας.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο. Όσο περισσότερο περιορίζεται ο Trump στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τόσο ισχυρότερο μπορεί να γίνει το κίνητρό του να αναζητήσει επιτυχίες, επιβολή και ιστορική δικαίωση στο εξωτερικό. Η περίοδος 2027–2028 μπορεί έτσι να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνη από όσα έχουμε ήδη ζήσει.
Δεν πρόκειται μόνο για έναν απρόβλεπτο πρόεδρο. Πρόκειται για έναν πρόεδρο του οποίου η αναθεωρητική αντίληψη για τη διεθνή τάξη συγκλίνει, σε κρίσιμα σημεία, με τις αντίστοιχες επιδιώξεις άλλων ισχυρών ηγετών. Σ’ έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τους διεθνείς κανόνες, οι μικρότερες χώρες κινδυνεύουν έτσι να μετατραπούν από συμμάχους σε αντικείμενα διαπραγμάτευσης.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον. Ο Erdogan μπορεί να θεωρήσει ότι τα δύο τελευταία χρόνια του Trump αποτελούν την κατάλληλη ιστορική ευκαιρία για να δοκιμάσει τις αναθεωρητικές του επιδιώξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνοαμερικανική συμμαχία, όσο ισχυρή κι αν εμφανίζεται, ενδέχεται να δοκιμαστεί από έναν Αμερικανό πρόεδρο που αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις περισσότερο ως πεδίο συναλλαγών παρά ως σύστημα πάγιων δεσμεύσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το δόγμα των «ήρεμων νερών» είναι νεκρό. Υπηρέτησε κάποτε μία συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αλλά η εμμονή σ’ αυτό, σήμερα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε επικίνδυνη αυταπάτη. Η πιθανότητα σύγκρουσης κάποιας μορφής με την Τουρκία έχει αυξηθεί κατακόρυφα, ενώ ο χρονικός ορίζοντας μέσα στον οποίο μπορεί να εκδηλωθεί έχει περιοριστεί δραματικά.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μία αναθεωρητική Τουρκία, έναν απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο και μία Ευρώπη που εξακολουθεί να αναζητά δρόμο και ταυτότητα.
Διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διέρχεται υπαρξιακή κρίση, την οποία η ηγεσία της αρνείται πεισματικά να αντιμετωπίσει. Σήμερα η Ευρώπη πληρώνει ακριβά δύο φαντασιώσεις: ότι το οικονομικό και πληθυσμιακό της μέγεθος αρκούσε για να της εξασφαλίσει παγκόσμια πολιτική ισχύ χωρίς αντίστοιχη κοινή αμυντική δυνατότητα. Και ότι η ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα επαρκούσαν για την άσκηση οικονομικής επιρροής χωρίς ουσιαστική δημοσιονομική ενοποίηση και κοινές αγορές στα κεφάλαια και στις υπηρεσίες.
Τα δύο επόμενα χρόνια μπορεί να αποδειχθούν η στιγμή της αλήθειας. Για τις ΗΠΑ, για την Ευρώπη και, δυστυχώς, για την Ελλάδα. Και η Ιστορία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι οι ηγεσίες που αρνούνται να αναγνωρίσουν εγκαίρως τον κίνδυνο καταλήγουν να πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα όταν αυτός εκδηλωθεί.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- F1 Μεξικό: Νίκη Φερστάπεν, τίτλος για Αντονέλι
- Cordelia de Castellane: Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Dior Maison και Baby Dior δηλώνει Ελληνίδα
- Δημήτρης Κεραμίτσης: Ο νέος… Καρέτσας που έχει προπονήσει ο Ζοσέ Μουρίνιο! Πώς εκτοξεύτηκε η αξία του
- Eletson: Το Εφετείο Πειραιά αναγνωρίζει τη νομιμότητα της νέας διοίκησης – Ακόμη μία ήττα για τους παλαιούς μετόχους