Υπάρχουν πολλές και απολύτως θεμιτές διαφωνίες των υποστηρικτών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τις πολιτικές που υιοθετεί ο πρόεδρος Τραμπ.
Ακόμη περισσότερες με την επιλογή του να αγνοεί τις αρνητικές επιπτώσεις τους και, πάντως, βαθύτατες με τον τρόπο που τις διακηρύσσει. Θα μου πείτε πως ο ρόλος του ως επικεφαλής του κινήματος MAGA είναι, μεταξύ άλλων, να διατηρεί τους οπαδούς-ζηλωτές του σε διαρκή εγρήγορση. Ο Μάρκο Ρούμπιο, όμως, ανέδειξε μία διαφορετική πτυχή του κινήματος: πιο ήπια στην παρουσίασή της, πιο ρεαλιστική απέναντι στα παγκόσμια τεκταινόμενα, πιο φιλοσοφική στις αναφορές για τις ιστορικές καταβολές της και, πάντως, πολύ πιο σαφή ως προς τους στρατηγικούς της στόχους.
Όχι άδικα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, που ασκεί επίσης καθήκοντα συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, υπογράμμισε πως το δυτικό πρότυπο διακυβέρνησης, θεμέλιο της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης, απαιτεί ανανέωση. Έχει ανάγκη να ανακτήσει τον δυναμισμό του, πρέπει να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή του και, κυρίως, δεν έχει πλέον την πολυτέλεια της αναβολής. Η ώρα είναι τώρα.
Μπορεί ο Ρούμπιο να μη μίλησε ευθέως για σύγκρουση πολιτισμών, αν και την υπαινίχθηκε αντιπαραβάλλοντας τις αξίες της Δύσης με τη λατρεία του θανάτου που απέδωσε στους φανατικούς μουλάδες του Ιράν. Το κάλεσμά του προς τη Δύση, όμως, αναπόφευκτα εμπεριέχει την προοπτική της σύγκρουσης. Μπορεί να εξύμνησε τον εθνικισμό σε βάρος της διεθνοποίησης, στέλνοντας, κατά ορισμένους, την παγκόσμια πολιτική σκέψη περισσότερο από έναν αιώνα πίσω. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να ισχυριστεί κανείς πως η διαπίστωσή του για την κάμψη, ακόμη και την παρακμή, του δυτικού προτύπου δεν εμπεριέχει πολλά στοιχεία ρεαλισμού.
Αναζητώντας ιστορικό βάθος στην αρχαία Αθήνα, στη Ρώμη, στον χριστιανισμό και στην Αναγέννηση, ο Ρούμπιο επιχείρησε να «νομιμοποιήσει» μια νέα ιδεολογία της ισχύος, του δυναμισμού, της αέναης δημιουργίας και του ανταγωνισμού που παράγει αποτελέσματα. Μια ιδεολογία που συνδέει την εθνική κυριαρχία με την παραγωγική ανασυγκρότηση, την τεχνολογική υπεροχή και την αποφασιστικότητα στη χρήση της ισχύος.
Μετέφερε έτσι τη συζήτηση για το μέλλον σ’ ένα διαφορετικό ποιοτικό επίπεδο. Και ευτυχώς. Διότι, ανεξάρτητα από τις όποιες αντιρρήσεις, τουλάχιστον εδώ, στη χώρα μας, πρόσφερε μια πνοή ανάτασης μέσα στον ποιοτικό βούρκο της ελληνικής κομματικής πραγματικότητας. Σ’ ένα σκοτεινό περιβάλλον άνοιξε την προοπτική μιας συζήτησης με ιστορικό βάθος, φιλοσοφικό υπόβαθρο και στρατηγικό περιεχόμενο. Μιας δομημένης αντιπαράθεσης, μιας σύγκρουσης με ουσία. Όχι για το αν μας αρέσει ο Τραμπ, αλλά για το πού βαδίζει η Δύση, γιατί χάνει τον δυναμισμό της και τι πρέπει να αλλάξει για να τον ανακτήσει.
Και τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον είναι ήδη δυσμενές, καθώς η ολοένα πιο ανεξάρτητη πορεία των αγορών διαρρηγνύει πάγιες σχέσεις μεταξύ των οικονομικών παραγόντων και οδηγεί, αν όχι νομοτελειακά σε μια νέα βαθιά κρίση, πάντως σε μια σημαντική και επώδυνη προσαρμογή. Γεωπολιτικά, τα πολεμικά αδιέξοδα εντείνονται και οι κίνδυνοι γενικευμένης σύγκρουσης πολλαπλασιάζονται. Δεν ήταν τυχαία η ανησυχία που εξέφρασε ο Ρούμπιο για την ενδεχόμενη μορφή των εξελίξεων στην Ουκρανία και στο Ιράν.
Ο Τραμπ μπορεί να αμφισβητεί την κλιματική κρίση, αλλά η παρουσία της γίνεται καθημερινά εντονότερη, με πλανητικές συνέπειες σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί πρωτόγνωρα ερωτήματα για τα όρια της ανθρώπινης εποπτείας και τη δυνατότητα αυτόνομης λειτουργίας των συστημάτων της. Λίγοι συνειδητοποιούν την τρομακτική σημασία της φράσης του Tom Friedman, πως καταφέραμε να διαχωρίσουμε τη νοημοσύνη (intelligence) από τη βιολογία — από τον άνθρωπο.
Μπροστά σ’ αυτές τις κρίσιμες ανατροπές, το ερώτημα που έθεσε ο Ρούμπιο είναι θεμελιώδες: διαθέτει η Δύση τη βούληση, τους θεσμούς και την παραγωγική ικανότητα να διαμορφώσει το μέλλον της ή θα περιοριστεί να διαχειρίζεται την παρακμή της; Μπορεί να διαφωνεί κανείς ριζικά με τις απαντήσεις του– δεν μπορεί, όμως, να προσποιείται πως το ερώτημα δεν υπάρχει.
Ειδικά στην Ελλάδα, για μία ακόμη φορά, η αντιπολίτευση αποδείχθηκε βαθύτατα ελλειμματική. Από πού να αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς;
Από τον Αλέξη Τσίπρα, που αντιμετώπισε το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου σαν να αρκεί η επίκληση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων για να εξαφανιστούν οι πραγματικοί κίνδυνοι ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία; Ή από τον Δημήτρη Μάντζο, που διατύπωσε την εντελώς ανεδαφική απαίτηση να ζητήσει και να εξασφαλίσει η ελληνική πλευρά συγκεκριμένες αμερικανικές δεσμεύσεις απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα, σαν να λειτουργεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική με τη λογική των εκ των προτέρων εγγυήσεων;
Από τον Κυριάκο Βελόπουλο, που θεώρησε ανακάλυψη ότι οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες δεν εγγυώνται τη στρατηγική υποστήριξη των συμμάχων απέναντι στην Τουρκία; Ή από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, που ύστερα από… βαθιά σκέψη ανακοίνωσε πως η χώρα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ανεξάρτητη και αυτεξούσια εξωτερική πολιτική, χωρίς να εξηγήσει πώς ακριβώς θα εξασφάλιζε την αποτελεσματικότητά της στον σημερινό κόσμο των ανταγωνιστικών ισχύων;
Από τη Νέα Αριστερά, που χαρακτήρισε τον Ρούμπιο ανεπιθύμητο στην Ελλάδα, καταγγέλλοντας πως εκπροσωπεί ό,τι πιο φρικιαστικό έχει να επιδείξει η αμερικανική πολιτική; Ή από τη Ρένα Δούρου του ΣΥΡΙΖΑ, που κατηγόρησε τον Ρούμπιο ότι χρησιμοποίησε την Ακρόπολη και την Πνύκα ως σκηνικό προβολής των πολιτικών του απόψεων, τις οποίες χαρακτήρισε ακροδεξιές;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι διαφωνούν. Ούτε ότι ασκούν κριτική στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτή είναι η δουλειά της αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα είναι ότι, μέσα από τις τοποθετήσεις τους, αναδύεται μια σχεδόν καθολική αδυναμία να απαντήσουν στο κεντρικό ερώτημα που έθεσε ο Ρούμπιο. Ποια Δύση θέλουμε; Με ποιους θεσμούς, ποια παραγωγική βάση, ποιες στρατηγικές προτεραιότητες και ποια αντίληψη της ισχύος; Πώς θα προστατεύσει η Ευρώπη τη δημοκρατία της αν δεν μπορεί να υπερασπιστεί την ασφάλειά της, την τεχνολογική της αυτονομία και την οικονομική της ευημερία;
Είναι σαφές πως η αντιπολίτευση, από διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικά επιχειρήματα, εμμένει στην πάγια άρνηση απέναντι σε όσα κάνει η κυβέρνηση. Ακόμη χειρότερα, μοιάζει τόσο βέβαιη για το «δίκαιό» της, ώστε δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να αντιπαραθέσει μια συνεκτική εναλλακτική πρόταση. Οι αφορισμοί είναι πανεύκολοι. Ο δομημένος διάλογος απαιτεί γνώση, ιστορική συνείδηση, πολιτική τόλμη και προπαντός την αποδοχή ότι ακόμη και ο αντίπαλος μπορεί να διατυπώνει αλήθειες.
Η παραδοχή ότι η Δύση χρειάζεται αναγέννηση δεν συνεπάγεται αποδοχή της συνταγής Τραμπ. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε πώς η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να ανακτήσει τον δυναμισμό της χωρίς να απαρνηθεί τις αξίες της.
Οι διαφωνίες ανάμεσα στις ΗΠΑ του Τραμπ και στην Ευρώπη —ή, ακριβέστερα, στις διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Δύσης— είναι πολλές, βαθιές και ουσιαστικές. Δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Ούτε και πρέπει. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε είναι να μετατρέψουμε τη διαφωνία σε άρνηση να ακούσουμε.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Βολταίρο: «Διαφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες».
Μόνο που σήμερα δεν αρκεί η υπεράσπιση του δικαιώματος του άλλου να μιλά. Χρειάζεται και η πολιτική ωριμότητα να ακούμε, να κατανοούμε και να απαντούμε επί της ουσίας. Διαφορετικά, η δημοκρατία καταντά μια ατέρμονη ανταλλαγή καταγγελιών, την ώρα που ο κόσμος αλλάζει χωρίς να μας περιμένει.
Γι’ αυτό, ευτυχώς που ήρθε ο Ρούμπιο. Όχι επειδή πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του. Αλλά επειδή μας υποχρέωσε έστω και για λίγο να αντικρίσουμε ερωτήματα που η ελληνική πολιτική αντιπαράθεση επιμένει να αποφεύγει. Και, με τις αντιδράσεις της, η αντιπολίτευση επιβεβαίωσε ακριβώς πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα.
Διαβάστε επίσης
Ρούμπιο: Η Ελλάδα αναβαθμίζεται, η Τουρκία επανατοποθετείται
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Πού θα οδηγήσει ο δικαστικός πόλεμος για την τύχη του City Link
- Χρηματιστήριο: Γιατί η αγορά και οι τραπεζικές μετοχές μπαίνουν σε ομηρία μέχρι τις 20 Νοεμβρίου και η επιστροφή στις 2.600 μονάδες
- Euronext προς Χρηματιστές: Καμία υποχώρηση στις νέες χρεώσεις για τα χρηματιστηριακά δεδομένα
- Καλύτερο το φθινόπωρο από το καλοκαίρι για τα Airbnb
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ