Διαβάζοντας την αρθρογραφία των ημερών, παρακολουθώντας τις συζητήσεις στην τηλεόραση και, ως έναν βαθμό, τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναρωτιέμαι αν υπάρχει πραγματική συνείδηση της κρισιμότητας της εποχής και του μεγέθους των εθνικών διακυβευμάτων που θα κριθούν στις εκλογές.
Η δημόσια χρήση, συγκεκριμένα, της λέξης «κυβερνησιμότητα» υποδηλώνει ως έναν βαθμό ότι οι κίνδυνοι έχουν γίνει αντιληπτοί. Ο όρος, όμως, είναι πολύ στενός για να αποδώσει το μέγεθος της πρόκλησης. Αυτό που διακυβεύεται υπερβαίνει κατά πολύ τη δυνατότητα σχηματισμού και λειτουργίας μιας κυβέρνησης. Αφορά τη βαθύτερη πολιτική σταθερότητα της χώρας και την ικανότητά της να κινηθεί μέσα σε μία περίοδο εξαιρετικά πυκνών ιστορικών μεταβολών.
Η σύγκρουση με την Τουρκία αποτελεί, κατά την άποψη της στήλης, το κορυφαίο πρόβλημα. Και ανακύπτει σε μία στιγμή που μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Συμπίπτει με περίοδο βαθιών γεωπολιτικών αναταράξεων: δύο αδιέξοδοι πόλεμοι αναζητούν κάποια μορφή λύσης, οι ΗΠΑ και η Κίνα φαίνεται να έχουν ήδη διαμορφώσει ένα είδος modus vivendi που παραπέμπει σε νέα Γιάλτα, το Ιράν αναβαθμίζεται σε περιφερειακή δύναμη, ενώ γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι πολλά αραβικά κράτη, παρά τον τεράστιο πετρελαϊκό τους πλούτο, παραμένουν γίγαντες με πήλινα πόδια που δεν σώζονται ούτε με τα πετροδολάρια.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία καθίσταται επιθυμητός στρατηγικός και οικονομικός εταίρος τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Ευρώπη — όχι, όμως, κατ’ ανάγκην με τον Ερντογάν. Αν οι ημέρες του είναι πράγματι μετρημένες ή όχι, θα φανεί σύντομα.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα καλείται ταυτόχρονα να διασφαλίσει την εδαφική της ακεραιότητα, να διευρύνει την οικονομική της ισχύ και να μην απωλέσει τη νεοαποκτηθείσα στρατηγική της σημασία. Πρόκειται για ένα οδυνηρό ζιγκ-ζαγκ πάνω σε δρόμο ολισθηρό, γεμάτο παγίδες και με ελάχιστα περιθώρια λάθους.
Αν υπάρχει πράγματι συνείδηση της εθνικής κρισιμότητας, οι κραυγές διαμαρτυρίας και η τυφλή άρνηση οφείλουν να αντικατασταθούν από εφικτές προτάσεις υπεύθυνης δράσης. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο για εύκολες καταγγελίες ούτε για εσωτερική κατανάλωση. Απαιτεί επιλογές, κόστος, συμμαχίες και, ενίοτε, συμβιβασμούς. Διαφορετικά, ο κίνδυνος μιας νέας εθνικής ήττας δεν είναι ρητορικός.
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας στην οικονομία.
Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά δύσκολο για τη χώρα μας να είχε αποφύγει, στις προηγούμενες δεκαετίες, την ευθυγράμμιση με τις βασικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Το οικονομικό —και, ως εκ τούτου, πολιτικό— αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί πλέον αυτή η ταύτιση γίνεται ολοένα σαφέστερο. Κύριοι μοχλοί του προβλήματος είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων και, εγγενώς, το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο εδώ και δεκαετίες ούτε μπορούμε ούτε, στην πραγματικότητα, θέλουμε να αλλάξουμε.
Ο Στέφανος Μάνος είχε δώσει το στίγμα ως φιλελεύθερος. Η ειδησεογραφία των ημερών υπενθυμίζει πολλά από τα μόνιμα και εντυπωσιακά επιτεύγματά του. Η σημαντικότερη, όμως, συμβολή του ήταν ίσως άλλη: η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να προσδιορίζει τα όρια ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία αναπόφευκτα τείνει να μεταφέρει μέρος του κόστους της στο κοινωνικό σύνολο, και στον κρατικό παρεμβατισμό, ο οποίος εξίσου αναπόφευκτα μπορεί να στραγγαλίσει την καινοτομία, ακριβώς επειδή αυτή αποτελεί έκφραση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας—θέση που αποκτά μορφή ιδεολογικής στρέβλωσης.
Ο Μάνος είχε απόλυτη συνείδηση της ανάγκης να διαφυλάσσονται η ποιότητα, η επάρκεια και η δίκαιη διανομή των δημόσιων αγαθών, αλλά και της αντίστοιχης ανάγκης να λειτουργεί ο ιδιωτικός τομέας ως βασικός μοχλός ανάπτυξης.
Το επίτευγμά του βρισκόταν ακριβώς στην επιβολή σαφών αλλά ρεαλιστικών περιορισμών και στις δύο πλευρές: ελεγχόμενες αποκρατικοποιήσεις, ΣΔΙΤ, άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό με όρους που διαφύλασσαν το δημόσιο συμφέρον, εισαγωγή καινοτομιών που δεν οδηγούσαν στη δημιουργία ολιγοπωλίων ή μονοπωλίων αλλά διαχέονταν στο κοινωνικό σύνολο, αναγνώριση της σημασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς και ουσιαστική προστασία της.
Αυτή ακριβώς η ικανότητα διάκρισης των ορίων —πού πρέπει να φθάνει η αγορά και πού πρέπει να παρεμβαίνει το κράτος— λείπει σε μεγάλο βαθμό από τη σημερινή δημόσια συζήτηση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Η συζήτηση σήμερα, είτε αφορά την Τουρκία είτε την οικονομία, απέχει πολύ από το επίπεδο που απαιτεί η συγκυρία. Αναλώνεται στα προγράμματα παροχών, στο ποιος θα πάει στη ΔΕΘ και πότε, στο αν τα «ήρεμα νερά» είναι καταδικαστέα ή όχι, στο αν οι πράξεις παράγουν νόμιμο αποτέλεσμα και σε άλλα ζητήματα τα οποία, ακόμη και όταν έχουν τη σημασία τους, παραμένουν δευτερεύοντα μπροστά στις πραγματικές διακυβεύσεις.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς η κυβερνησιμότητα. Είναι αν το πολιτικό σύστημα διαθέτει την ικανότητα να αναγνωρίσει εγκαίρως το ιστορικό βάρος των αποφάσεων που έρχονται και αν η κοινωνία είναι διατεθειμένη να απαιτήσει κάτι περισσότερο από εύκολες υποσχέσεις, συνθήματα και καταγγελίες.
Γιατί υπάρχουν εποχές στις οποίες οι εκλογές κρίνουν μία κυβέρνηση. Και υπάρχουν εποχές στις οποίες κρίνουν την κατεύθυνση μιας χώρας. Η σημερινή συγκυρία ανήκει στην δεύτερη κατηγορία.
Διαβάστε επίσης:
Ορμούζ, funds κι ένα Brent που μπορεί να γυρίσει
Ο φαύλος κύκλος του κρατικού χρέους ήρθε για να μείνει
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Σε φουλ ρυθμούς επιστρέφει η κυβέρνηση – Τα μηνύματα Μητσοτάκη στο υπουργικό συμβούλιο
- Τι θα γίνει με τους Patriot, οι αποκαλύψεις του Πιέρρ, η συμμορία της μιζέριας, ο εφιάλτης των «50», τα… μήλα των πολιτικών, ο Αδωνις και η γαστρεντερίτιδα
- Piraeus Securities για Jumbo: «Ασπίδα» απέναντι στην Temu – Στα 33 ευρώ η τιμή στόχος
- Τα «επώνυμα» ακίνητα που ανοίγουν την αυλαία των πλειστηριασμών τον Σεπτέμβριο