Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες.
Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια.
Βασικός στόχος, να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Ακολουθούν τα κείμενα των αρχαιολόγων του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης Ηλέκτρας Ζωγράφου, Κατερίνας Μπεχτσή και Ευαγγελίας Τσαγκαράκη

Το κόσμημα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Τα κοσμήματα ήταν πάντοτε κάτι πολύ περισσότερο από απλά στολίδια. Από την προϊστορία έως τις μέρες μας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης εμφάνισης, τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και σε σημαντικές στιγμές, όπως γιορτές, θρησκευτικές τελετές, κοινωνικές εκδηλώσεις ή ακόμη, και ταφικές πρακτικές. Ως βαθιά προσωπικά αντικείμενα δεν εξυπηρετούσαν μόνο αισθητικούς σκοπούς, αλλά λειτουργούσαν διαχρονικά και ως μέσο έκφρασης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και των αξιών εκείνων που τα φορούσαν.
Οι γνώσεις μας για την αρχαία κοσμηματοποιία –την τυπολογική εξέλιξη των κοσμημάτων, τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονταν, τις τεχνικές κατασκευής και διακόσμησής τους– προέρχονται κυρίως από τα ίδια τα αντικείμενα που η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως, κυρίως σε νεκροταφεία και σπανιότερα, σε οικισμούς, ιερά, εργαστήρια και άλλους χώρους.
Πολύτιμες πληροφορίες αντλούνται επίσης, από τις αρχαίες γραπτές πηγές και από τις απεικονίσεις κοσμημάτων σε έργα της αρχαίας τέχνης (ειδώλια, αγγεία, γλυπτά, ανάγλυφα, κ.ά.).
Τα κοσμήματα διακρίνονται σε πολλά είδη και εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες και σκοπούς. Ορισμένα έχουν αποκλειστικά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ άλλα, πέρα από την αισθητική τους αξία, επιτελούν και πρακτικές λειτουργίες.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα σκουλαρίκια, τα περιδέραια, τα περίαπτα, οι αλυσίδες, τα βραχιόλια, τα δακτυλίδια, τα στεφάνια και τα διαδήματα. Στη δεύτερη περιλαμβάνονται κοσμήματα που συνδέονται με την κόμμωση και την ενδυμασία, όπως οι περόνες (που χρησιμοποιούνταν για τη στερέωση των ενδυμάτων και των χτενισμάτων), καθώς και οι πόρπες, οι ζώνες, τα επιράμματα και τα κουμπιά, που αποτελούσαν λειτουργικά στοιχεία της ένδυσης.

Πέρα από τη διακοσμητική και την πρακτική τους χρήση, τα κοσμήματα λειτουργούσαν και ως πολυσήμαντα σύμβολα μεταφέροντας έμμεσα πληροφορίες για τον άνθρωπο που τα φορούσε. Το είδος του κοσμήματος, τα υλικά από τα οποία ήταν κατασκευασμένο, η δεξιοτεχνία, η τεχνογνωσία και ο χρόνος που απαιτούνταν για την κατασκευή του, αλλά και η πιθανή σύνδεσή του με θρησκευτικές ή άλλου είδους δοξασίες, συνέβαλλαν στη σημασία που αυτό αποκτούσε.
Παράγοντες, όπως αυτοί μπορούσαν να μετατρέψουν ένα κόσμημα από πολύτιμο προσωπικό αντικείμενο σε σύμβολο πλούτου, κύρους και γοήτρου εκφράζοντας την κοινωνική-οικονομική θέση και την ταυτότητα του κατόχου του.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης διαθέτει μία από τις πιο αξιόλογες συλλογές αρχαίων κοσμημάτων στον κόσμο, που προέρχονται από ασφαλώς τεκμηριωμένα ανασκαφικά σύνολα. Η συντριπτική πλειονότητα των κοσμημάτων που εκτίθενται στο Μουσείο προέρχεται από αρχαία νεκροταφεία, δηλαδή από τάφους ανδρών, γυναικών και παιδιών.
Τα κοσμήματα αυτά είχαν εναποτεθεί στους τάφους είτε ως προσωπικά αντικείμενα των νεκρών, που θα τους συνόδευαν συμβολικά και στη μετά θάνατον ζωή είτε ως αφιερώματα και δώρα των οικείων τους στο ταξίδι τους προς το επέκεινα.

Μια περιήγηση στις μόνιμες εκθέσεις του Μουσείου –«Προϊστορική Μακεδονία», «Προς τη Γένεση των Πόλεων», «Στη Μακεδονία από τον 7ο αιώνα π.Χ. ως την Ύστερη Αρχαιότητα», «Θεσσαλονίκη, Μακεδονίας Μητρόπολις» και «Ο Χρυσός των Μακεδόνων»– αρκεί για να διαμορφώσουν οι επισκέπτες μια ολοκληρωμένη εικόνα για την εξέλιξη και την υψηλή ποιότητα της κοσμηματοποιίας στην αρχαία Μακεδονία, από τους προϊστορικούς χρόνους έως και την ύστερη αρχαιότητα.
Αν και οι συλλογές του Μουσείου περιλαμβάνουν κοσμήματα κατασκευασμένα από ποικίλα υλικά ή συνδυασμούς υλικών –πέτρα, μάρμαρο, οστά, δόντια, όστρεα, πηλό, γυαλί, κεχριμπάρι, χρυσό, ασήμι, μπρούντζο, μόλυβδο, πολύτιμους λίθους και άλλα–, το παρόν αφιέρωμα επικεντρώνεται σε ορισμένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά και πολύτιμα χρυσά κοσμήματα της συλλογής.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς ο χρυσός αποτελεί διαχρονικά ένα από τα χαρακτηριστικότερα υλικά της αρχαίας μακεδονικής κοσμηματοτεχνίας και συνδέεται άρρηκτα με την εικόνα και την ταυτότητα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη, Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη Τμήματος Συλλογών και Εκθέσεων Μεταλλοτεχνίας & Μικροτεχνίας του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

Τα χρυσά περίαπτα χιλιετιών

Πολλοί ίσως αναρωτηθούν: Μα χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι κοσμήματα από τόσο παλιά και, μάλιστα, χρυσά; Η απάντηση είναι καταφατική. Απόδειξη αποτελούν, μεταξύ άλλων, δύο χρυσά περίαπτα (κρεμαστά κοσμήματα), από την Αραβησσό του νομού Πέλλας, τα οποία χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική περίοδο (περίπου 4500–3200 π.Χ.).
Τα δύο περίαπτα ανήκουν στον λεγόμενο «θησαυρό» της Αραβησσού, που περιλαμβάνει συνολικά έξι χρυσά κοσμήματα σώματος και ενδυμασίας, από τα πρωιμότερα δείγματα χρυσοχοΐας στον ελλαδικό χώρο. Αν και βρέθηκαν τυχαία, δηλαδή εκτός ανασκαφικού πλαισίου, εκτιμάται ότι αποτελούσαν ταφικά κτερίσματα από ένα νεολιθικό νεκροταφείο που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί.
Κατασκευασμένα από σφυρήλατα φύλλα χρυσού, έχουν σχήμα δακτυλίου και στο πάνω μέρος φέρουν τραπεζιόσχημη απόληξη με δύο οπές, από τις οποίες πιθανότατα κρεμιούνταν στον λαιμό ή στον καρπό. Η λιτή μορφή τους θεωρείται ότι αποδίδει αφαιρετικά σχηματοποιημένη ανθρώπινη φιγούρα: το τραπεζιόσχημο στέλεχος συμβολίζει το κεφάλι, οι οπές τα μάτια και ο δακτύλιος το σώμα. Για τον λόγο αυτό, είναι γνωστά στη διεθνή βιβλιογραφία ως περίαπτα τύπου «ring-idol».

Φτιαγμένα από χρυσό —ένα σπάνιο, πολύτιμο, σχεδόν άφθαρτο υλικό— τα περίαπτα της Αραβησσού πιθανότατα είχαν όχι μόνο διακοσμητική αλλά και προστατευτική ή συμβολική σημασία. Η περιορισμένη δυνατότητα απόκτησής τους τα καθιστούσε αντικείμενα κύρους, που συνόδευαν τους κατόχους τους στη ζωή και τον θάνατο. Η εμφάνιση κοσμημάτων από πολύτιμα μέταλλα συνδέεται άλλωστε, με την ανάδυση κοινωνικών διαφοροποιήσεων στις νεολιθικές κοινότητες.
Τα περίαπτα τύπου «ring-idol» παρουσιάζουν ευρεία εξάπλωση στις τελευταίες φάσεις της Νεολιθικής εποχής, από την κεντρική Ευρώπη έως τη νότια Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, με ιδιαίτερα σημαντική παρουσία στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας (όπως στη νεκρόπολη της Βάρνας στη Βουλγαρία). Παραδείγματα έχουν βρεθεί σε αρκετές θέσεις της νεολιθικής Ελλάδας και είναι κατασκευασμένα όχι μόνο από χρυσό αλλά και άλλα υλικά, όπως ασήμι, χαλκό, πηλό, λίθο και όστρεο.
Η ευρεία διάδοσή τους ίσως οφείλεται στο ότι επρόκειτο για κοσμήματα που ακολουθούσαν τη «μόδα» και τις αισθητικές τάσεις της εποχής. Παράλληλα, είναι πιθανό να μαρτυρούν κοινούς πολιτισμικούς κώδικες και δεσμούς μεταξύ των νεολιθικών κοινοτήτων σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο, λειτουργώντας ως μέσο έκφρασης της ταυτότητας και του κοινωνικού κύρους των κατόχων τους.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη
Το χρυσό περιδέραιο μιας νεαρής γυναίκας

Λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Θεσσαλονίκης στην περιοχή της σημερινής Σίνδου αποκαλύπτεται το 1980, τυχαία, από την αρχαιολόγο Αικατερίνη Δεσποίνη τμήμα ενός νεκροταφείου με πλούσια κτερισμένους τάφους της Ύστερης Αρχαϊκής και Κλασικής εποχής. Από το εντυπωσιακό σύνολο των 121 τάφων, στον λακκοειδή τάφο 28 ενταφιάστηκε γύρω στο 560 π.Χ. μια νέα γυναίκα.
Ανάμεσα στα πολυάριθμα και πολυτελή αντικείμενα που τη συνόδευαν στο τελευταίο της ταξίδι, ιδιαίτερη θέση κατέχει ένα εντυπωσιακό χρυσό περιδέραιο. Το βαρύτιμο αυτό κόσμημα, στολίδι στο λαιμό της πιθανώς όσο ήταν εν ζωή, αποτυπώνει με σαφήνεια την κοινωνική θέση της νεκρής αλλά και την καλλιτεχνική δεξιότητα των χρυσοχόων της εποχής.
Το περιδέραιο αποτελείται από επιλεγμένα εξαρτήματα και χάντρες, επιδέξια οργανωμένα πάνω σε κορδόνι συνθέτοντας ένα σύνολο που διακρίνεται για την αρμονία και τη λεπτή αισθητική του ισορροπία. Κεντρική θέση στο κόσμημα κατέχει ένα κατάκοσμο περίαπτο σε σχήμα οξυπύθμενου αγγείου με κωνικό σώμα, διακοσμημένο με τετράφυλλους ρόδακες και φυτικά μοτίβα που αναπτύσσονται σε οκτώ επιμέρους διάχωρα, αποδοσμένα με τη λεπτεπίλεπτη συρματερή τεχνική.
Εκατέρωθεν του περίαπτου αναπτύσσεται ένα σύνθετο διακοσμητικό σύνολο 18 ψήφων, κατανεμημένων σε επιμέρους τυπολογικές κατηγορίες και οργανωμένων με τρόπο που αναδεικνύουν τη μορφολογική ποικιλία και την αισθητική αρμονία του κοσμήματος.
Η χρήση του περιδέραιου συνδύαζε λειτουργικότητα, αισθητική και συμβολισμό. Εκτός από ένδειξη κοινωνικής ταυτότητας πιθανόν λειτουργούσε και ως φυλακτό με αποτροπαϊκή ή προστατευτική σημασία, ενταγμένο στο ευρύτερο πλαίσιο της ταφικής πρακτικής και της θρησκευτικής κοσμοαντίληψης των αρχαϊκών χρόνων.
Κατερίνα Μπεχτσή, Αρχαιολόγος, Τμήμα Συλλογών και Εκθέσεων, Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας
Δύο χρυσές περόνες, πολύτιμα εξαρτήματα ενδυμασίας 8079

Εκτός από το περιδέραιο τη νεαρή γυναίκα συνόδευαν στο σιωπηλό της πέρασμα προς το επέκεινα δύο χρυσές περόνες, πολύτιμα εξαρτήματα ενδυμασίας, που βρέθηκαν επίσης στον λακκοειδή τάφο 28 (γύρω στο 560 π.Χ.). Πρόκειται για δύο κομψοτεχνήματα της αρχαϊκής χρυσοχοΐας, που αποτυπώνουν με σαφήνεια τη σημασία της κοινωνικής θέσης της νεκρής και το υψηλό επίπεδο αισθητικής και τεχνογνωσίας της εποχής.
Οι χρυσές περόνες αποτελούνται από μια μακριά, συμπαγή βελόνα, η οποία καταλήγει σε μια περίτεχνα διαμορφωμένη κεφαλή με δύο διαδοχικές σφαίρες και ένα άνθος στην κορυφή. Οι σφαίρες, σφυρηλατημένες από λεπτό χρυσό έλασμα, ξεχωρίζουν για τον πλούσιο και επιμελημένο διάκοσμό τους. Η μικρότερη σε μέγεθος διακοσμείται με φυλλόσχημα μοτίβα που αναπτύσσονται σε δύο οριζόντιες ζώνες, ενώ η μεγαλύτερη οργανώνεται σε οκτώ κατακόρυφα διαχωρισμένα πεδία, στο εσωτερικό των οποίων διαμορφώνονται κομψοί ρόδακες. Το περίτεχνο άνθος στην κορυφή της κεφαλής σχηματίζει επίσης ρόδακα από το μέσον του οποίου αναπτύσσεται ένας δεύτερος, μικρότερος, κωνικού σχήματος, που λειτουργεί ως υπερυψωμένο κεντρικό στοιχείο και καταλήγει σε σφαιρίδιο.
Οι περόνες αποτελούσαν ζεύγος και βρέθηκαν ανά μία στη θέση των ώμων της νέας γυναίκας. Είναι κατασκευασμένες πιθανόν από ευβοείς τεχνίτες που εγκαταστάθηκαν στη Σίνδο και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των πρώτων χρυσοχοϊκών εργαστηρίων στη Μακεδονία. Παρόμοια παραδείγματα χρυσών περονών έχουν αποκαλυφθεί σε τάφους της Θέρμης (Σέδες), του Αρχοντικού Πέλλας, της Βεργίνας και της Αιανής.
Αυτού του τύπου οι περόνες σχετίζονται άμεσα με τη γυναικεία ενδυμασία της αρχαϊκής και πρώιμης Κλασικής περιόδου, και συγκεκριμένα με τον δωρικό πέπλο, ο οποίος στερεωνόταν στους ώμους με τη βοήθειά τους. Οι πιο συνήθεις και απλοί τύποι κατασκευάζονται από χαλκό ή ασήμι, ωστόσο απαντούν και σύνθετες εκδοχές, στις οποίες το στέλεχος είναι από σίδηρο ή μπρούντζο, ενώ η κεφαλή φέρει επένδυση ή διακόσμηση από πολύτιμα υλικά όπως χρυσό, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι.
Οι περόνες αυτού του τύπου χρονολογούνται από την Ύστερη Εποχή Χαλκού έως και τον 5ο αιώνα π.Χ. Στο εξής η χρήση τους σταδιακά εγκαταλείπεται, καθώς ο δωρικός πέπλος αντικαθίσταται από τον ιωνικό χιτώνα, ο οποίος συγκρατείται πλέον με πόρπες.
Οι περόνες και το περιδέραιο αποτελούν τα αρχαιότερα κοσμήματα από το νεκροταφείο της Σίνδου όπου εφαρμόστηκαν οι τεχνικές της κοκκίδωσης και της συρματερής. Η παρουσία τους ενδεχομένως υποδηλώνει πρώιμες εγκαταστάσεις χρυσοχόων που διέδωσαν τις τεχνικές αυτές, σηματοδοτώντας την αρχή της περίλαμπρης αρχαϊκής κοσμηματοποιίας στη Μακεδονία.
Κατερίνα Μπεχτσή
Ένα γοργόνειο σε κόσμημα κεφαλής

Το ιδιότυπο και ιδιαίτερο αυτό αρχαϊκό κόσμημα, κτέρισμα στην ταφή μιας γυναίκας που πέθανε γύρω στο 510 π.Χ., προέρχεται επίσης από το αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου.
Πρόκειται για σπειροειδείς «σύριγγες» κατασκευασμένες από χρυσό σύρμα, με σπείρες σε δύο σειρές που κατέληγαν ανά ζεύγη σε δύο κωνικές χάνδρες διακοσμημένες με γοργόνειο, δηλαδή με κεφάλι Μέδουσας, του μυθικού τέρατος που σκότωσε ο Περσέας και πίστευαν ότι ξορκίζει το κακό.
Η καταγωγή τους από τις χάλκινες σύριγγες της Εποχής του Σιδήρου είναι εμφανής. Η χρήση τους φαίνεται ότι συνδεόταν κυρίως με τον στολισμό της γυναικείας κόμης, καθώς αποτελούσαν κοσμήματα κεφαλής. Ο τρόπος στερέωσης των κοσμημάτων αυτών στο κεφάλι παραμένει ζήτημα προς συζήτηση. Τα στοιχεία για τις σύριγγες της Σίνδου συγκλίνουν στην ύπαρξη μιας υφαντής ταινίας, πάνω στην οποία ήταν ραμμένες χρυσές διακοσμητικές λωρίδες και προσαρμοσμένες οι σύριγγες με μικρούς γάντζους. Με τον τρόπο αυτόν κοσμούσαν το κεφάλι, δημιουργώντας ένα λαμπερό πλαίσιο γύρω από το πρόσωπο.
Το σύνολο των χρυσών κοσμημάτων, μεταξύ αυτών και οι περίτεχνες «σύριγγες», που συνόδευαν τη νεκρή γυναίκα πρέπει να φοριόταν σε ιδιαίτερες στιγμές της ζωής της — ίσως για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου της. Τα σπειροειδή αυτά χρυσά κοσμήματα, γνωστά και από τη Βεργίνα και το Αρχοντικό Πέλλας, δεν ανήκαν στην καθημερινή ενδυμασία· αντίθετα, συμπύκνωναν μια μακραίωνη παράδοση και διατηρούσαν τη λάμψη μιας τελετουργικής μνήμης που συνόδευε τη γυναίκα από τη ζωή έως τον θάνατο.
Κατερίνα Μπεχτσή
Ένα ουράνιο σώμα, χρυσό φυλαχτό στον λαιμό της κόρης

Πολύ συχνά, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, η επιθυμία για κόσμηση του σώματος συνδυάζεται με την ανάγκη για προστασία από κακόβουλες προθέσεις και ενέργειες ανθρώπων, από δυνάμεις της φύσης ή υπερφυσικές οντότητες. Τότε, σχήματα και σύμβολα που συνδέονται κατά περίπτωση με συγκεκριμένες θεότητες, εμφορούνται από τις προστατευτικές και φυλακτικές ιδιότητες των θεοτήτων αυτών και τα κοσμήματα λειτουργούν ως φυλαχτά για το άτομο που τα φορά. Πολύ συχνά ο ρόλος τους ενισχύεται και από τις «μαγικές» ιδιότητες των μετάλλων από τα οποία κατασκευάζονται, όπως ο χρυσός, ο άργυρος και ο χαλκός, που με τη λάμψη τους λειτουργούν ως προστατευτική ασπίδα από κάθε κακό.
Από τα πιο αγαπητά κατά την αρχαιότητα κοσμήματα – φυλαχτά είναι η ημισέληνος. Γνωστή στον κόσμο της Ανατολής από τη 2η π.Χ. χιλιετία, σχετίζεται με σεληνιακές θεότητες και εμφανίζεται στη Μεσοποταμία και τη συροπαλαιστινιακή ακτή ως φορέας αποτροπαϊκών και προστατευτικών ιδιοτήτων προς τις γυναίκες, τα παιδιά και τα ζώα. Στην Αίγυπτο την ονομάζουν Aoh και λειτουργεί ως φυλαχτό κατά της βασκανίας και της μαγείας. Στην ελληνική αρχαιότητα συνδέθηκε με την Άρτεμη, προστάτιδα θεά των γεννήσεων και της ενηλικίωσης των γυναικών, των παιδιών και των ζώων, την Άρτεμη-Σελήνη και την Άρτεμη-Εκάτη, την Αφροδίτη και τη Μητέρα των θεών.
Γνωστή και ως σεληνίς ή μηνίσκος (lunula για τους Λατίνους) δανείζεται το σχήμα και την ονομασία της από τις δευτερεύουσες φάσεις της Σελήνης, ενώ στην εικονογραφία της αρχαίας τέχνης λειτουργεί ως λαλούν σύμβολό της. Φοριέται είτε μαζί με άλλα μικρά φυλαχτά είτε ως ανεξάρτητο κόσμημα λαιμού (περίαπτο), όπως η χρυσή σεληνίς, που βρέθηκε σε τάφο του 5ου αιώνα π.Χ. στην Άκανθο Χαλκιδικής, μαζί με αργυρό δαχτυλίδι σε σχήμα απλού κρίκου.
Ο συνδυασμός αυτός φέρνει στον νου τον Επίδικο του Πλαύτου (Πλαύτος, Επίδικος, 639), όπου χρυσό μηνοειδές περίαπτο και δαχτυλίδι προσφέρονται ως γενέθλιο δώρο σε μικρό κορίτσι. Να ήταν άραγε και ο μηνίσκος της Ακάνθου μαζί με το αργυρό δαχτυλίδι γενέθλιο δώρο, που κατέληξε να προστατεύει από κάθε κακό τον ιδιοκτήτη του όχι μόνο εν ζωή αλλά και μετά θάνατον;
Ηλέκτρα Ζωγράφου, Αρχαιολόγος με ειδίκευση στην Κλασική Αρχαιολογία (ΜΑ), Τμήμα Συλλογών και Εκθέσεων, Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας
Το περιδέραιο της κομψής Κλείτας

Ήταν Αύγουστος του 1962 όταν η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως έναν φαινομενικά απλό λακκοειδή τάφο, τον τελευταίο της ομάδας που είναι γνωστοί ως «Οι τάφοι του Δερβενίου». Αν και ο πιο λιτός και απέριττος στην κατασκευή, με εξαίρεση τα ερυθρά κονιάματα που έντυναν τα τοιχώματά του, αποδείχτηκε πλούσια κτερισμένος με αντικείμενα φτιαγμένα από κάθε λογής υλικό. Συνόδευαν την καύση μιας γυναίκας, της Κλείτας, όπως μας πληροφορεί το χρυσό δαχτυλίδι με την επιγραφή ΚΛΕΙΤΑΙΔΩΡΟΝ, και ίσως και ενός άνδρα.
Οι συγγενείς της Κλείτας, που θα ανήκε σε κάποια αριστοκρατική οικογένεια της αρχαίας Λητής, εναπόθεσαν στον τάφο της ορισμένα από τα πιο διαλεχτά της κοσμήματα, ενδεχομένως και κάποια δώρα ή κειμήλια προς την αγαπημένη τους νεκρή: περιδέραια, σκουλαρίκια και δαχτυλίδια για να στολίζει το σώμα της και πόρπες για να συγκρατεί τα ρούχα της, στη ζωή που θα ξεκινούσε μετά τον θάνατό της. Όλα τα κοσμήματά της αποτελούν δείγματα εκλεπτυσμένου γούστου και ποιότητας, που άλλοτε με τη συγκρατημένη λιτότητα και άλλοτε με τη λεπτομέρεια και τον διακοσμητικό τους πλούτο γίνονται ισάξια αντικείμενα θαυμασμού.
Εξαιρετικό δείγμα κατασκευαστικής ποιότητας και φινέτσας αποτελεί το χρυσό περιδέραιο με την ταινιωτή τετραπλή πλεχτή αλυσίδα στην οποία προσαρμόζονται ογδόντα έξι μικροσκοπικές θηλιές. Την κάθε θηλιά καλύπτει εξάφυλλος ρόδακας και από κάθε θηλιά εξαρτάται δακτύλιος με κυκλική σφενδόνη κοσμημένη με σμάλτο και ανά ένα τριεδρικό λογχόσχημο εξάρτημα, από τα οποία σήμερα λείπουν μόνο τα έξι.
Τα εξαρτήματα αυτά συχνά ερμηνεύονται ως λογχία, δηλαδή ως μικροσκοπικές αιχμές δόρατος, αν και ως προς το σχήμα φέρουν περισσότερο προς αιχμή βέλους με τρία πτερύγια. Στην έρευνα ταυτίζονται με τους «λογχωτούς όρμους» (χάντρες) που αναφέρονται στους καταλόγους των ιεροποιών της Δήλου (οι ιεροποιοί είναι ετήσιοι άρχοντες-αξιωματούχοι υπεύθυνοι για τη διαχείριση του ιερού του Απόλλωνα, τη διοργάνωση των μεγάλων εορτών και την οικονομική εποπτεία). Άλλοτε πάλι θεωρούνται σχηματικές απομιμήσεις κόκκων σίτου ή καρπών ιτιάς. Σε κάθε περίπτωση, ο συγκεκριμένος τύπος περιδεραίου χαρακτηρίζει την κοσμηματοτεχνία του 4ου και των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ., οπότε χρονολογείται και η ταφή της Κλείτας.
Ηλέκτρα Ζωγράφου
Χρυσό στεφάνι κισσού – Ένα κόσμημα με τη δύναμη του συμβόλου

Για τους αρχαίους τεχνίτες η φύση δεν ήταν μόνο πηγή πολύτιμων υλικών, αλλά και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Φυτά, καρποί, φύλλα και άνθη αποτέλεσαν αγαπημένα μοτίβα της αρχαίας κοσμηματοποιίας, συχνά αποδοσμένα με εντυπωσιακή φυσιοκρατική ακρίβεια. Η επιλογή αυτών των μοτίβων δεν υπαγορευόταν μόνο από την αισθητική ή διακοσμητική αξία τους, αλλά και από τον προστατευτικό και συμβολικό χαρακτήρα τους, που συνδεόταν τόσο με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών όσο και με τη σχέση τους με συγκεκριμένες θεότητες.
Ανάμεσα στα κοσμήματα που μιμούνταν στοιχεία της φύσης ξεχωρίζουν τα χρυσά στεφάνια, μια ιδιαίτερη κατηγορία πολύτιμων αντικειμένων που εμφανίστηκε στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και γνώρισε μεγάλη διάδοση από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. έως και την Ελληνιστική περίοδο. Η συλλογή του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με στεφάνια της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου, είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο.
Το χρυσό στεφάνι κισσού από την Απολλωνία Θεσσαλονίκης χρονολογείται στην Ύστερη Κλασική περίοδο (περ. 350–325 π.Χ.) και προέρχεται από τάφο της περιοχής. Μιμείται ένα κλαδί κισσού, με 30 μεγάλα καρδιόσχημα φύλλα και δύο συστάδες καρπών, προσαρμοσμένα σε έναν χρυσό κυλινδρικό δακτύλιο. Η χρήση διαφορετικών τεχνικών χρυσοχοΐας —κοπή, σφυρηλάτηση, έκκρουση και χύτευση— αλλά, κυρίως, η φυσιοκρατική απόδοση και η αρμονία της σύνθεσης φανερώνουν την υψηλή δεξιοτεχνία του δημιουργού του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που το κίσσινο στεφάνι της Απολλωνίας κοσμεί τον λογότυπο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Τα χρυσά στεφάνια κισσού ήταν σπάνια στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, σε αντίθεση με εκείνα από βελανιδιά, μυρτιά, ελιά ή δάφνη. Ο κισσός ήταν το ιερό φυτό του Διόνυσου, η λατρεία του οποίου ήταν διαδεδομένη στη Μακεδονία ιδιαίτερα κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.
Η ταυτότητα του κατόχου του στεφανιού από την αρχαία Απολλωνία παραμένει άγνωστη. Ίσως ήταν ιερέας του Διόνυσου, μιας και στην περιοχή της αρχαίας Απολλωνίας μαρτυρείται επίσημη λατρεία του θεού. Ίσως, πάλι, ανήκε σε άτομο που συνδεόταν με τον διονυσιακό κύκλο, όπως έναν ηθοποιό ή κιθαρωδό ή σε έναν εύπορο πολίτη μυημένο στα Διονυσιακά Μυστήρια ή ακόμη, σε μέλος της μακεδονικής αριστοκρατίας που το φορούσε σε επίσημες θρησκευτικές-κοινωνικές περιστάσεις, όπως τα συμπόσια. Όποιος κι αν ήταν ο/η κάτοχός του, το στεφάνι δεν αποτελούσε απλώς ένα προσωπικό πολύτιμο κόσμημα αλλά και ένα σύμβολο ταυτότητας, κύρους και ιδιαίτερης σχέσης με τον κόσμο των θεών.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη
Μια τρυφερή σκηνή θηλασμού σε χρυσό δαχτυλίδι

Το 1938 κατά την κατασκευή στρατιωτικών έργων στο αεροδρόμιο Σέδες στη Θέρμη Θεσσαλονίκης ήρθε στο φως ένας κτιστός κιβωτιόσχημος τάφος, στον οποίο είχε ταφεί μια νεαρή γυναίκα εύπορης οικογένειας, όπως μαρτυρούν τα πολύτιμα κτερίσματά της, κυρίως κοσμήματα. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα χρυσό συμπαγές δαχτυλίδι, χρονολογημένο στο 330-320 π.Χ., που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να συγκινεί με την παράστασή του.
Στη σφενδόνη απεικονίζεται μια εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη σκηνή: μια γυναίκα κάθεται σε κλισμό – ένα κομψό ξύλινο κάθισμα της εποχής – και σκύβει τρυφερά το κεφάλι της προς το παιδί που θηλάζει στην αγκαλιά της. Φορά χιτώνα με μανίκια, ιμάτιο, περιδέραιο και κάλυμμα κεφαλής, ενώ με το ένα χέρι στηρίζει το παιδί και με το άλλο το φέρνει κοντά στο στήθος της.
Το παιδί, γυμνό και με κοντά μαλλιά, δεν είναι βρέφος αλλά μεγαλύτερης ηλικίας. Η τρυφερή χειρονομία του, καθώς ακουμπά το στήθος της γυναίκας, προσδίδει στη σκηνή μια αίσθηση οικειότητας.
Οι παραστάσεις θηλασμού είναι σπάνιες στην αρχαία ελληνική κοσμηματοποιία καθιστώντας το δαχτυλίδι ιδιαίτερα ξεχωριστό. Η αξία του ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην εικονογραφία του αλλά και στη δεξιοτεχνία του δημιουργού του: ο αρχαίος χρυσοχόος κατόρθωσε να αποδώσει με εξαιρετική λεπτότητα, πάνω σε μια επιφάνεια λίγων μόλις χιλιοστών, τις πτυχώσεις των ενδυμάτων, την πλαστικότητα των μορφών και κυρίως τον τρυφερό δεσμό ανάμεσα στη γυναίκα και το παιδί.
Ποια είναι όμως η γυναίκα που εικονίζεται; Μια θνητή μητέρα ή τροφός; Ή μήπως μια Κουροτρόφος, θεότητα-προστάτιδα των παιδιών, όπως η Άρτεμη, η Αφροδίτη ή η Ειλειθυία; Η απουσία κάποιου συμβόλου που θα αποκάλυπτε την ταυτότητά της αφήνει το ερώτημα ανοιχτό.
Αινιγματική παραμένει και η σχέση του δαχτυλιδιού με τη νεκρή. Τα ίχνη χρήσης σε όλη του την επιφάνεια δείχνουν ότι είχε φορεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν αποτεθεί στον τάφο. Ήταν άραγε, ένα πολύτιμο δώρο από αγαπημένο της πρόσωπο για το τελευταίο της ταξίδι ή ένα προσωπικό της κόσμημα; Αν ανήκε πράγματι στη νεκρή, μήπως η παράστασή του συνδεόταν με τη δική της ζωή, τη μητρότητα ή την προσδοκία της να αποκτήσει παιδιά;
Περισσότερα από 2.300 χρόνια μετά τη δημιουργία του, το δαχτυλίδι αυτό εξακολουθεί να μεταφέρει ένα διαχρονικό μήνυμα: τη συναισθηματική αξία και δύναμη της ανθρώπινης επαφής, της αγάπης και της τρυφερότητας – συναισθήματα που παραμένουν αναλλοίωτα στον χρόνο.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη
Χρυσά σκουλαρίκια απαράμιλλης δεξιοτεχνίας

Ένα ζευγάρι χρυσών σκουλαρικιών, που χρονολογείται στο 330–300 π.Χ. και πιθανότατα προέρχεται από τάφο στην αρχαία Λητή (σημερινό Δερβένι Θεσσαλονίκης), συγκαταλέγεται στα εντυπωσιακότερα δείγματα της ελληνιστικής κοσμηματοποιίας. Κάθε σκουλαρίκι αποτελείται από ένα λεπτό συρμάτινο άγκιστρο, που περνούσε από τον λοβό του αυτιού, και έναν μεγάλο διακοσμητικό δίσκο. Στο κέντρο του δίσκου αναπτύσσεται ένας τριπλός οκτάφυλλος ρόδακας, ενώ από την περιφέρειά του κρέμονται δύο βελανίδια και μία ταυροκεφαλή, κατασκευασμένα από χρυσά ελάσματα που διαμορφώθηκαν με πίεση σε μήτρα.
Παρ΄ότι δεν έχουν βρεθεί ακριβή παράλληλα, τα σκουλαρίκια εντάσσονται σε έναν τύπο κοσμημάτων που γνώρισε μεγάλη διάδοση από τον 4ο έως τον 2ο αιώνα π.Χ. σε ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο. Χαρακτηριστικό του ήταν ο μεγάλος ρόδακας, από τον οποίο κρέμονταν ποικίλα διακοσμητικά στοιχεία, όπως Νίκες, Σειρήνες, Ερωτιδείς, γυναικείες κεφαλές, πτηνά και πυραμιδοειδή εξαρτήματα.
Η επιλογή των διακοσμητικών στοιχείων στα σκουλαρίκια της Λητής δεν ήταν τυχαία. Ο ρόδακας, το βελανίδι και η ταυροκεφαλή ήταν ιδιαίτερα αγαπητά μοτίβα στην αρχαία ελληνική κοσμηματοποιία, καθώς, πέρα από την αισθητική τους αξία, είχαν αποτροπαϊκό και πολύσημο συμβολικό χαρακτήρα. Το βελανίδι, καρπός της ιερής δρυός του Δία, συμβόλιζε τη γονιμότητα και τη νέα ζωή. Η ταυροκεφαλή, επίσης σύμβολο του Δία, παρέπεμπε στη θεϊκή προστασία, ενώ εξέφραζε τη γονιμότητα, την αφθονία, τη δύναμη, το κύρος και την αριστοκρατική καταγωγή.
Αυτό ωστόσο, που κάνει τα συγκεκριμένα σκουλαρίκια να ξεχωρίζουν είναι, πάνω από όλα, η περίτεχνη και εξαιρετικά λεπτομερής κατασκευή τους. Ο αρχαίος χρυσοχόος αξιοποιώντας τεχνικές, όπως η κοκκίδωση, η συρματερή και η έκκρουστη πίεση, απέδωσε με εντυπωσιακό φυσιοκρατισμό ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες: το πάνω μέρος των βελανιδιών, τα καρδιόσχημα μοτίβα ανάμεσα στα κέρατα του ταύρου, που υποδηλώνουν σχηματικά το τρίχωμά του, αλλά και τα χαρακτηριστικά του ζώου, όπως το ρύγχος, τα μάτια και τις πτυχώσεις του λαιμού.
Δεν θα ήταν επομένως, υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η αρμονία της σύνθεσης, σε συνδυασμό με την τεχνική αρτιότητα, αναδεικνύει το συγκεκριμένο ζεύγος σκουλαρικιών σε χαρακτηριστικό δείγμα της κοσμηματοποιίας, της πολυτέλειας και της αισθητικής των αρχών της Ελληνιστικής εποχής.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη
Η χρυσή περόνη για ένα μακεδόνα αριστοκράτη

Κομψή και τεχνικά σύνθετη, η περόνη αυτή αποκαλύπτει την υψηλή δεξιοτεχνία των αρχαίων χρυσοχόων. Χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ. (325–300 π.Χ.) και βρέθηκε στο εσωτερικό ενός μεγάλου κιβωτιόσχημου τάφου, ο οποίος αποκαλύφθηκε τον Οκτώβριο του 1987 κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής σε ταφικό τύμβο στη θέση Ξηροκόμη, στο Λάκκωμα Χαλκιδικής.
Ο νεκρός, πιθανότατα άνδρας, συνοδευόταν στο τελευταίο του ταξίδι από επιχρυσωμένα χάλκινα στεφάνια, πήλινα αγγεία, σιδερένιες στλεγγίδες, ένα χρυσό νόμισμα και κοσμήματα. Ήταν ενταφιασμένος φορώντας πολυτελές ένδυμα, το οποίο συγκρατούνταν στους ώμους με δύο χρυσές περόνες του λεγόμενου «ιλλυρικού τύπου», η μία από τις οποίες παρουσιάζεται εδώ.
Η περόνη αποτελείται από τις βελόνες και τη θήκη τους. Οι βελόνες είναι κατασκευασμένες από σύρμα που κάμπτεται στο στενό άκρο, δημιουργώντας τρεις συνεχόμενες θηλιές, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με πολύ λεπτό σύρμα. Η θήκη αποτελείται από δύο σωληνωτές υποδοχές, μέσα στις οποίες εισάγονται οι βελόνες, και καταλήγει επίσης σε αντίστοιχο άκρο με τρεις συνεχόμενες θηλιές. Ανάμεσα στα δύο μέρη εκτεινόταν μια πλεκτή αλυσίδα, η οποία εξασφάλιζε τη λειτουργικότητα της περόνης και ενίσχυε τη διακοσμητική της αξία.
Διπλές περόνες αυτού του τύπου ήταν ευρέως διαδεδομένες στον βαλκανικό χώρο. Γνωστές ως «ιλλυρικού τύπου», έχουν ονομασία συμβατική, καθώς οι θέσεις προέλευσής τους δεν περιορίζονται στα γεωγραφικά όρια της Ιλλυρίας. Εμφανίζονται στη Μακεδονία ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται έως τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρά και το συγκεκριμένο παράδειγμα από τη Χαλκιδική.
Χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη στερέωση ανδρικών ενδυμάτων, ενώ συχνά συνόδευαν τους νεκρούς ως πολύτιμα κτερίσματα. Πέρα από την πρακτική και διακοσμητική τους λειτουργία, αποτελούσαν και σύμβολα εξουσίας και κύρους αντανακλώντας την πολυτέλεια και τον πλούτο της μακεδονικής αριστοκρατίας.
Κατερίνα Μπεχτσή
Το χρυσό βραχιόλι μιας αριστοκράτισσας της Ευρωπού

Ένα από τα πιο περίτεχνα και σπάνια τέχνεργα στη συλλογή μεταλλοτεχνίας του Μουσείου είναι το χρυσό συρματόπλεκτο βραχιόλι με απολήξεις σε κεφαλές αιγάγρων (αγριοκάτσικων). Χρονολογείται στο 300-250 π.Χ. και συνόδευε την ταφή μιας γυναίκας από την αρχαία Ευρωπό του νομού Κιλκίς. Το κυλινδρικό σώμα του αποτελείται από λεπτά, κυματιστά, χρυσά σύρματα που ενώνονται σχηματίζοντας δικτυωτό πλέγμα.
Στα σημεία σύνδεσής τους ο χρυσοχόος έχει επικολλήσει μικροσκοπικές χρυσές κοκκίδες, ενισχύοντας το διακοσμητικό αποτέλεσμα και καλύπτοντας τις ενώσεις των συρμάτων. Συνδυάζοντας έτσι, αρμονικά και αριστοτεχνικά δύο βασικές τεχνικές της αρχαίας χρυσοχοΐας, τη συρματερή και την κοκκίδωση, ανέδειξε την υψηλή δεξιοτεχνία του: το ανάλαφρο διάτρητο πλέγμα του βραχιολιού θυμίζει δαντέλα. μόνο που εδώ, αντί για υφασμάτινα νήματα σχηματίζεται από λεπτότατα χρυσά σύρματα, χαρίζοντας στο βαρύτιμο κόσμημα μια σχεδόν αέρινη αίσθηση.
Η δεξιοτεχνία του δημιουργού αποτυπώνεται και στις κεφαλές των αιγάγρων που κοσμούν τα άκρα του βραχιολιού και είναι κατασκευασμένες από χρυσά ελάσματα σφυρηλατημένα σε μήτρα. Σε αυτά αποδίδονται με εντυπωσιακό φυσιοκρατικό τρόπο οι ανατομικές λεπτομέρειες των ζώων, όπως το τρίχωμα, τα μάτια, τα βλέφαρα, τα αυτιά και τα ρουθούνια.
Η παραγωγή βραχιολιών με ζωόμορφα πέρατα, βάσει ανατολικών προτύπων, γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Μακεδονία από τον 4ο αιώνα π.Χ. και εξής, μετά τις νέες επαφές με την Ανατολή που προκάλεσαν οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ωστόσο, ελάχιστα είναι τα παραδείγματα που μπορούν να συγκριθούν με το βραχιόλι της Ευρωπού, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στην απαιτητική τεχνική κατασκευής του.
Ο αίγαγρος αποτελεί πολυσήμαντο σύμβολο στην τέχνη της Εγγύς Ανατολής και του ελληνικού κόσμου. Η παρουσία του στο βραχιόλι δεν έχει μόνο διακοσμητικό χαρακτήρα. Παραπέμπει και σε συμβολισμούς που συνδέονται με τη γονιμότητα, την ανανέωση της φύσης, την ευημερία και τη θεϊκή προστασία. Παράλληλα, η δύναμη και η ανεξαρτησία του ζώου το κατέστησαν σύμβολο κύρους, ανδρείας και εξουσίας, στοιχεία που ανταποκρίνονταν στην ιδεολογία της αριστοκρατίας της εποχής.
Ο συμβολισμός αυτός, σε συνδυασμό με το πολύτιμο υλικό και την τεχνική αρτιότητα του βραχιολιού, συνάδει με τα ανασκαφικά του συμφραζόμενα. Το κόσμημα προέρχεται από συλημένο κιβωτιόσχημο τάφο οικογενειακού τύμβου ευρωπαίων εταίρων, όπου είχαν ταφεί ένας άνδρας και μία γυναίκα. Το βραχιόλι αποδίδεται στη γυναίκα, πιθανότατα μέλος της τοπικής μακεδονικής αριστοκρατίας της αρχαίας Ευρωπού.
Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη
Ένα ιδιαίτερο κόσμημα για τα μαλλιά

Ένας μικρός κιβωτιόσχημος τάφος, θαμμένος στα σπλάχνα της γης της Ποτίδαιας στη Χαλκιδική στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., έκρυβε καλά φυλαγμένα για αιώνες λίγα πολύτιμα αντικείμενα από χρυσό: ένα λιτό στεφάνι με φύλλα μυρτιάς, μια χρυσή ταινία με φυτικό διάκοσμο, τις ψήφους ενός περιδεραίου, χρυσά νήματα και ένα κομψό κόσμημα για τα μαλλιά.
Η συνήθεια να κοσμούνται οι πλόκαμοι των μαλλιών, γνωστή ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, δεν έχει αποκλειστικά διακοσμητικό χαρακτήρα. Πρωταρχικά εξυπηρετεί την ανάγκη να συγκρατούνται ή να δένονται οι πλόκαμοι της πλούσιας κόμης, που καθορίζει και το σχήμα των αντικειμένων. Το κόσμημα της Ποτίδαιας ακολουθεί τις βασικές αρχές των κοσμημάτων κόμης, που αποτελούνται από απλό ή διπλό σύρμα και συστρέφονται δύο, τρεις και σπανιότερα τέσσερις φορές σχηματίζοντας μια σπείρα με προοδευτικά μειούμενη διάμετρο. Συμβατικά τα αντικείμενα αυτά ονομάζονται «σφηκωτήρες» και ρόλος τους είναι να σφίγγουν το κάτω μέρος των βοστρύχων (τούφες μαλλιών) της κόμης.
Μια τέτοια χρήση θα πρέπει να φανταστούμε και για το κόσμημα της Ποτίδαιας το οποίο φέρει χαρακτηριστικά που το καθιστούν ιδιαίτερη και σπάνια περίπτωση σφηκωτήρα. Αντί για σύρμα αποτελείται από ταινιωτό έλασμα ελισσόμενο τέσσερις φορές. Στις δύο απολήξεις του προσαρμόζεται συρμάτινη θηλιά σχήματος «Ω. Στην κάτω θηλιά είναι περασμένος ένας κρίκος από όπου κρέμονται τρεις αλυσίδες ίσου μήκους. Η καθεμία απολήγει σε σφαιρική χάντρα, από πορτοκαλοκόκκινο ημιπολύτιμο λίθο -κορναλίνη η πιο ανοιχτόχρωμη και σάρδιο η πιο σκούρα (η τρίτη έχει χαθεί)- τοποθετημένη ανάμεσα σε δύο λεπτά χρυσά δισκάρια.
Το συγκεκριμένο κόσμημα έχει αναγνωριστεί και ως περίαπτο (κρεμαστό κόσμημα) ή ενώτιο (σκουλαρίκι), ωστόσο το σπειροειδές σχήμα με την προοδευτικά μειούμενη προς τα κάτω διάμετρο παραπέμπει περισσότερο σε σφηκωτήρα. Η ταύτιση ενισχύεται και από σπάνιες απεικονίσεις σε σφραγιδόλιθους γυναικών ανατολικής (περσικής μάλλον) καταγωγής που έχουν τα μαλλιά τους πλεγμένα σε μακριά πλεξίδα. Τα άκρα της δένονται με πανομοιότυπο με το δικό μας κόσμημα, από το πέρας του οποίου κρέμονται τρεις αλυσίδες. Με το δεδομένο αυτό φαίνεται πως η θηλιά στο πάνω μέρος του σφηκωτήρα θα εξυπηρετούσε τη διέλευση στενής ταινίας ή σύρματος, το οποίο θα πλεκόταν μαζί με τα μαλλιά συγκρατώντας τον σφηκωτήρα στη θέση του.
Ηλέκτρα Ζωγράφου
Χρυσό κρεμαστό κόσμημα με γυναικεία μορφή

Δημιούργημα των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ., το εκλεπτυσμένο αυτό χρυσό κόσμημα αναδεικνύει την υψηλή τέχνη της αρχαίας χρυσοχοΐας και τη βαθιά συμβολική διάσταση των κοσμημάτων που συνόδευαν τους νεκρούς. Το χρυσό περίαπτο σε μορφή γυναικείας κεφαλής προέρχεται από τον τάφο ενός μικρού κοριτσιού του οργανωμένου νεκροταφείου που εκτεινόταν γύρω από την αρχαία Λητή.
Το περίαπτο διατηρείται ακέραιο και εντυπωσιάζει τόσο με την εκφραστική δύναμη της μορφής όσο και με την επιμελημένη κατασκευή του. Είναι κοίλο εσωτερικά και αποτελείται από δύο σφυρηλατημένα ελάσματα που έχουν διαμορφωθεί με πίεση σε εσώγλυφη μήτρα και ενώνονται κατακόρυφα. Στην κορυφή της κεφαλής προσαρμόζεται κρίκος, από τον οποίο περνά λεπτή αλυσίδα. Το επάνω τμήμα της αλυσίδας καταλήγει σε κρίκο ανάρτησης, μέσω του οποίου το περίαπτο πιθανότατα στερεωνόταν στον λαιμό με κορδόνι. Η μορφή αποδίδει γυναικείο κεφάλι με έντονα χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά χωρίζονται στο μέσο και πλαισιώνουν αρμονικά το πρόσωπο, ενώ τον λεπτό και ψηλό λαιμό κοσμεί περιδέραιο που ορίζεται από σύρμα διακοσμημένο με χάραξη.
Εξαρτήματα περιδέραιων και ενωτίων στη μορφή ανθρώπινης κεφαλής -και κυρίως γυναικείας- απαντούν, ήδη από τον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ., σχετικά συχνά στην αρχαία χρυσοχοΐα και σε αρκετές περιοχές του αρχαίου κόσμου: στην Ετρουρία, στον Τάραντα της νότιας Ιταλίας, στην Κύπρο, στη Μεσημβρία-Ζώνη της Θράκης, στο Παντικάπαιο της Κριμαίας και σε άλλες θέσεις των βόρειων ακτών του Εύξεινου Πόντου. Παρόμοιο κεφάλι, κατασκευασμένο από διαφορετική όμως μήτρα, βρέθηκε στις ανασκαφές της Νέας Φιλαδέλφειας στη Μακεδονία.
Καθώς πολλά από τα γνωστά παραδείγματα προέρχονται από ταφικά σύνολα, το περίαπτο πιθανότατα δεν ήταν απλώς ένα κόσμημα καλλωπισμού, αλλά έφερε και συμβολικό χαρακτήρα. Η γυναικεία μορφή έχει συσχετιστεί με την Αφροδίτη, θεότητα της ομορφιάς και της γονιμότητας, η οποία στη μεταθανάτια σφαίρα συνδέθηκε με την προστασία και την αναγέννηση. Η παρουσία της στα κοσμήματα της Ελληνιστικής εποχής αποτυπώνει τη στενή σχέση ανάμεσα στην τέχνη, τη θρησκευτική πίστη και τις αντιλήψεις για τη ζωή και τον θάνατο.
Κατερίνα Μπεχτσή
Με την προστασία μιας θεότητας της βλάστησης

Στο τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας για τον ενταφιασμό του νεκρού ανήκε ο καλλωπισμός της κόμης. Κοσμούνταν με μια διαδηματική ταινία ή ένα στεφάνι, αντικείμενα με ταυτόσημη σημειολογία και συμβολισμό στις εσχατολογικές δοξασίες και άμεσα συνδεδεμένα με την πίστη ότι ο εν ζωή ενάρετος άνθρωπος θα ανταμειβόταν με αθανασία στο επέκεινα. Η παρουσία της διαδηματικής ταινίας ή του στεφανιού αποτελούσε την επιβράβευση και συνάμα την απόδειξη του ενάρετου βίου του ενταφιασμένου προσώπου.
Σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται η εύρεση χρυσού ταινιωτού διαδήματος με αετωματική επίστεψη σε τάφο των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ. στις Αλυκές Κίτρους Πιερίας. Πρόκειται για λεπτό σφυρήλατο έλασμα που φέρει πλούσια φυτική διακόσμηση: ελικοβλαστός με φύλλα άκανθας και κρινάνθεμα αναπτύσσεται εκατέρωθεν κεντρικού ανθεμίου, το οποίο σχηματίζεται από φύλλα φοίνικα στο σώμα και άκανθας στη βάση. Ανθρώπινη κεφαλή, πιθανότατα γυναικεία, κοσμεί την αετωματική επίστεψη του διαδήματος, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ξεπροβάλλει μέσα από τα φύλλα του ανθεμίου. Σε κάθε άκρο του ελάσματος έχει διαμορφωθεί μικρή κυκλική οπή για τη στερέωση της ταινίας, που θα συγκρατούσε το διάδημα στο κεφάλι.
Η πλούσια φυτική διακόσμηση εντοπίζεται στα διαδήματα τον 5ο αιώνα π.Χ. και εξελίσσεται σε κυρίαρχο εικονογραφικό θέμα των διαδημάτων από χρυσό έλασμα κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. και τις αρχές του επόμενου αιώνα. Κατά τους χρόνους αυτούς κάνει δυναμικά την εμφάνισή του, ιδίως στον μακεδονικό χώρο, και ο τύπος του διαδήματος από χρυσό έλασμα με αετωματική επίστεψη.
Η παρουσία της ανθρώπινης κεφαλής στο κέντρο του αετώματος στο διάδημα της Πιερίας, σε συνδυασμό με τον πλούσιο φυτικό διάκοσμο, παραπέμπει πιθανότατα σε κάποια θεότητα της βλάστησης. Η σημειολογία είναι προφανής, καθώς οι θεότητες της βλάστησης αντιπροσωπεύουν τον αέναο κύκλο της φύσης, όπου ο μαρασμός των φυτών τον χειμώνα και η αναγέννησή τους την άνοιξη συμβολίζουν τη νίκη της ζωής επί του θανάτου και την υπόσχεση για αθανασία. Την αθανασία της ψυχής του ανθρώπου που έπαψε να ζει στον κόσμο αυτό και ελπίζει να μην σταματήσει ποτέ να υπάρχει σε εκείνον που τον περιμένει.
Ηλέκτρα Ζωγράφου
Μια ολοστόλιστη νεαρή γυναίκα

Κοσμήματα ως φυσικά αντικείμενα ανευρίσκονται κατά κανόνα σε ταφές, αλλά και σε ιερά, οικίες και εργαστηριακούς χώρους. Ωστόσο, τη συνολική εικόνα της στολισμένης γυναίκας κατά την αρχαιότητα ανασυνθέτουμε κυρίως μέσα από τις απεικονίσεις της στην αρχαία τέχνη. Εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί το πήλινο ειδώλιο καθιστής γυμνής γυναικείας μορφής, στην παραλλαγή του τύπου χωρίς χέρια.
Βρέθηκε κατά τις ανασκαφικές έρευνες στη δυτική νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης, σε ταφή που χρονολογείται στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. και τις αρχές του 1ου αιώνα μ. Χ. Πάνω στο λευκό επίχρισμα που καλύπτει την επιφάνειά του έχουν αποδοθεί χρωματικά όλα τα κοσμήματα που φέρει στα μαλλιά, στα αυτιά, στον λαιμό και στα κάτω άκρα. Αναγνωρίζονται η κεφαλή της περόνης που συγκρατεί το φυλλόσχημο κόσμημα της κόμης, μίας δεύτερης κεντρικά, πάνω από το μέτωπο, καθώς και τα ημισφαιρικά ενώτια (σκουλαρίκια) που κοσμούν τα αυτιά.
Στον λαιμό αποδίδεται περιδέραιο αποτελούμενο από φαρδιά ταινία, στην οποία προσαρτώνται τριγωνικού σχήματος κοσμήματα, από όπου κρέμονται σχηματοποιημένες δακρυόσχημες (ή ίσως λογχόσχημες) χάντρες. Χαμηλά, ανάμεσα στα στητά νεανικά στήθη, διακρίνεται ανάγλυφο δισκοειδές κόσμημα (περίαμμα), που θα συγκρατιόταν από χιαστούς ιμάντες ή αλυσίδες, το χρώμα των οποίων – όπως και του κεντρικού δίσκου – δεν έχει διατηρηθεί. Τέλος, στους μηρούς, τις κνήμες και τα σφυρά φορά ταινιωτά κοσμήματα.
Οι μορφές του τύπου αυτού έχουν ταυτιστεί με την ανατολική Αφροδίτη ή τις ιερές εταίρες (ἱερόδουλοι) στην υπηρεσία της Αφροδίτης Πανδήμου. Άλλοτε καλούνται πλαγγόνες (κούκλες) και συνδέονται με τα διαβατήρια έθιμα ή τις τελετές ενηλικίωσης των μικρών κοριτσιών ή των νεαρών παρθένων πριν από τον γάμο τους. Θεωρούνται παιδικά παιχνίδια/αναθήματα, αφιερωμένα στις σχετικές προστάτιδες θεότητες, όπως η Άρτεμις, η Αφροδίτη, η Ήρα, η Περσεφόνη και οι Νύμφες, ενώ και η πλούσια κόσμησή τους ερμηνεύεται μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Ειδικότερα, το δισκοειδές κόσμημα ανάμεσα στα στήθη, που απαντάται και σε παραστάσεις Αφροδίτης, έχει κάποιες φορές ερμηνευτεί ως γαλακτίτης λίθος, που προστάτευε τα νεαρά κορίτσια και τις εγκύους από το κακό μάτι και τους κινδύνους της εφηβείας, της κύησης και του τοκετού. Άλλοτε αναγνωρίζεται ως σχηματοποιημένη απόδοση ίυγγας, ενός παιδικού παιχνιδιού κατά την αρχική του χρήση, που, λόγω του συρίγματος που παράγεται κατά την περιστροφή του κυκλικού δίσκου πάνω στα σκοινιά που το συγκρατούν, απέκτησε μαγικές ιδιότητες.
Ηλέκτρα Ζωγράφου

Βιογραφικά
Η Ηλέκτρα Ζωγράφου είναι αρχαιολόγος με ειδίκευση στην κλασική αρχαιολογία. Το ανασκαφικό, ερευνητικό και συγγραφικό της έργο επικεντρώνεται στην αρχαιολογία της Μακεδονίας. Το επιστημονικό της ενδιαφέρον στρέφεται τόσο στην κεραμική των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων όσο και – κυρίως – στην κοροπλαστική της περιόδου.
Από το 2010 υπηρετεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και από το 2025 είναι αρχαιολόγος του Τμήματος Συλλογών και Εκθέσεων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας
Η Κατερίνα Μπεχτσή είναι αρχαιολόγος και υπηρετεί από το 2015 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ενώ από το 2025 ανήκει στο Τμήμα Συλλογών και Εκθέσεων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας.
Με μακρά εμπειρία στην αρχαιολογική έρευνα, την ανασκαφική δραστηριότητα και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, έχει συμμετάσχει σε σημαντικά ανασκαφικά έργα, καθώς και στον σχεδιασμό, την οργάνωση και την παρουσίαση μόνιμων και περιοδικών εκθέσεων. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα αφορούν στις μουσειακές σπουδές, στην επικοινωνιακή πολιτική των μουσείων καθώς και στην αρχαιολογία της Ανατολικής Μακεδονίας.
Η Δρ Ευαγγελία Τσαγκαράκη είναι προϊστορική αρχαιολόγος με πολυετή εμπειρία στην αρχαιολογική έρευνα, την ανασκαφική δραστηριότητα, τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη λειτουργία μουσείων. Είναι Προϊσταμένη του Τμήματος Συλλογών και Εκθέσεων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Το ερευνητικό της έργο επικεντρώνεται στην αρχαιολογία της Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο, με έμφαση στον Μινωικό και τον Μυκηναϊκό πολιτισμό και ειδικότερα, στη μικρογλυπτική τέχνη της σφραγιδογλυφίας. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο και έχει συμμετάσχει σε σημαντικές αρχαιολογικές εκθέσεις και μουσειακά προγράμματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Δείτε επίσης:
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
- Ναυπηγικός πυρετός για τους Έλληνες εφοπλιστές: Νέες παραγγελίες εκατοντάδων εκατομμυρίων μέσα στο καλοκαίρι
- Οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση στο διηλιστήριο της Aramco
- Στον εισαγγελέα ο ιδιοκτήτης του beach bar για τον θάνατο του 4χρονου στην Πάρο – Τι ερευνούν οι Αρχές
- Κάρπαθος: Παλιά πυρομαχικά εντοπίστηκαν στο Αρδάνι – Απαγορεύτηκε η κολύμβηση στην περιοχή