Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες.
Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια.
Βασικός στόχος, να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Ακολουθούν τα κείμενα του αρχαιολόγου – μουσειολόγου δρος Αναστάσιου Αντωνάρα
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
Από τα χρυσά περικάρπια στα γυάλινα βραχιόλια – Η κοινωνία του Βυζαντίου σε μικρογραφία

Όταν κοιτάζουμε σήμερα ένα δαχτυλίδι, ένα βραχιόλι ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που εκτίθενται σε ένα μουσείο, συνήθως τα αντιμετωπίζουμε ως έργα τέχνης ή ως πολύτιμα αντικείμενα του παρελθόντος. Για τους ανθρώπους του Βυζαντίου όμως τα αντικείμενα αυτά είχαν πολύ βαθύτερη σημασία. Ήταν μέρος της καθημερινής τους ζωής, φορείς συναισθημάτων, αναμνήσεων, σύμβολα πίστης, κοινωνικής θέσης και ατομικής ταυτότητας. Με έναν τρόπο που παραμένει ζωντανός ακόμη και σήμερα, το σώμα λειτουργούσε ως επιφάνεια έκφρασης και επικοινωνίας.
Η επιθυμία να στολίζει κανείς το σώμα του είναι τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Στο Βυζάντιο, όπως ήδη από την αυγή του πολιτισμού, η κόσμηση δεν περιοριζόταν στην αισθητική. Ένα κόσμημα μπορούσε να δηλώνει τον πλούτο του κατόχου του, την οικογενειακή του κατάσταση ή τη θέση του στην κοινωνία. Ένα σφραγιστικό δαχτυλίδι αποκάλυπτε την ιδιότητα και το κύρος ενός αξιωματούχου ή εμπόρου. Ένας σταυρός ή ένα εγκόλπιο φυλακτό μαρτυρούσε την προσωπική πίστη και την ανάγκη για θεία προστασία. Ένα μικρό περίαπτο (μενταγιόν), φορεμένο στον λαιμό ενός παιδιού αντανακλούσε τις ελπίδες και τους φόβους της οικογένειάς του σε έναν κόσμο όπου η ασθένεια και η αβεβαιότητα αποτελούσαν καθημερινή πραγματικότητα.

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους φορείς διαφύλαξης και ανάδειξης της βυζαντινής και μεταβυζαντινής κληρονομιάς και παρουσιάζει όψεις του καθημερινού και δημόσιου βίου. Οι συλλογές του αριθμούν περισσότερα από 46.000 αντικείμενα, από τον 2ο έως και τον 20ό αιώνα, κυρίως από τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η συλλογή Μικροτεχνίας με περισσότερα από 7.000 αντικείμενα από μέταλλο, γυαλί, οστό, λίθο, ξύλο και πηλό – κοσμήματα, εξαρτήματα ένδυσης, αντικείμενα ιδιωτικής ευλάβειας και εργαλεία – που προέρχονται κυρίως από σωστικές ανασκαφές. Στον πυρήνα της βρίσκονται περισσότερα από 3.300 αντικείμενα προσωπικής κόσμησης: κυριαρχούν τα δαχτυλίδια, ακολουθούν τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια ενώ σημαντική είναι η παρουσία χαντρών, περιάπτων και επιστήθιων σταυρών.
Τα υλικά αποκαλύπτουν διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες: ο χαλκός και τα κράματά του κυριαρχούν αριθμητικά, το γυαλί προσφέρει χρώμα και λάμψη με χαμηλό κόστος, ενώ ο χρυσός, ο άργυρος, οι πολύτιμοι λίθοι, τα μαργαριτάρια και το σμάλτο αντιπροσωπεύουν τις πιο πολυτελείς επιλογές. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της συλλογής ξεχωρίζουν τα περίφημα χρυσά περικάρπια (πλατιά βραχιόλια που κάλυπταν το κάτω άκρο του μανικιού) του 10ου αιώνα με περίκλειστο (cloisonné) σμάλτο, αριστουργήματα της μεσοβυζαντινής χρυσοχοΐας, που μαρτυρούν τον πλούτο και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις των ανώτερων στρωμάτων. Δίπλα τους όμως βρίσκονται πολύ πιο ταπεινά αντικείμενα, γυάλινα βραχιόλια, χάλκινα δαχτυλίδια, μικρά φυλαχτά και σταυροί, που ανήκαν σε ανθρώπους οι οποίοι μοιράζονταν την ίδια ανάγκη για ομορφιά, προστασία και κοινωνική αναγνώριση.

Χρονολογικά τα κοσμήματα καλύπτουν μεγάλο εύρος, από τα υστερορωμαϊκά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια, και προέρχονται από οικίες, εργαστήρια, εκκλησίες και τάφους, συμφραζόμενα που τα συνδέουν άλλοτε με την καθημερινή χρήση και την παραγωγή, άλλοτε με τη λατρεία και την ιδιωτική ευλάβεια. Χάρη στην ανασκαφική της προέλευση, η συλλογή δεν μιλά μόνο για την πολυτέλεια του Βυζαντίου αλλά και για την καθημερινότητά του, αναδεικνύοντας τόσο τον κόσμο των εύπορων όσο και των απλών ανθρώπων. Μέσα από ένα χρυσό περικάρπιο, ένα γυάλινο βραχιόλι, ένα χάλκινο δαχτυλίδι ή έναν μικρό λίθινο σταυρό, μπορούμε να προσεγγίσουμε ζητήματα τεχνολογίας, οικονομίας, κοινωνικής θέσης, φύλου, ηλικίας, πίστης και προσωπικής ταυτότητας.
Κάθε αντικείμενο αφηγείται μια διαφορετική ιστορία· όλες μαζί συνθέτουν την εικόνα μιας κοινωνίας που αγαπούσε το χρώμα και τη λάμψη, πίστευε στη συμβολική δύναμη των μικρών πραγμάτων, και η οποία αποδεικνύεται συχνά πιο κοντινή και οικεία απ’ όσο φανταζόμαστε. Μέσα από αυτά τα μικρά έργα τέχνης, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού προσκαλεί τον επισκέπτη να γνωρίσει τους ίδιους τους ανθρώπους του Βυζαντίου: τις γυναίκες που φόρεσαν τα σκουλαρίκια τους σε γιορτές, τους εμπόρους που σφράγιζαν τις συναλλαγές τους, τους προσκυνητές με τον σταυρό στο στήθος, τα παιδιά που προστατεύονταν μ’ ένα μικρό φυλαχτό, ιστορίες που ξεκινούν από το παρελθόν αλλά μιλούν ακόμη, άμεσα και ανθρώπινα στο παρόν.

Το σκουλαρίκι ως μνήμη μιας ζωής

Ένα από τα συχνότερα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών και στη Θεσσαλονίκη αποτελούν τα σκουλαρίκια, τα ενώτια των Βυζαντινών, είδος που συνδέεται άμεσα με τη γυναικεία εμφάνιση, τη δημόσια προβολή και την κοινωνική θέση. Σήμερα τα θεωρούμε απλώς ένα κόσμημα. Για μια γυναίκα της βυζαντινής Θεσσαλονίκης όμως, τα χρυσά της σκουλαρίκια ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν μέρος της ταυτότητάς της, της προσωπικής περιουσίας της και συχνά της οικογενειακής της ιστορίας.
Η Θεσσαλονίκη των πρώτων χριστιανικών αιώνων ήταν μια πόλη πλούσια, κοσμοπολίτικη και πολυάνθρωπη, όπου έμποροι, τεχνίτες και ταξιδιώτες έφερναν και διακινούσαν ιδέες, μόδες και πολύτιμα υλικά από ολόκληρη την αυτοκρατορία. Μία λεπτομέρεια διαφωτιστική για την ζωή του 4ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη, ίσως κάποιας τοπικής μόδας ή ομάδας κατοίκων, είναι τα λεπτά συρμάτινα ενώτια. Διαπερνούσαν τον λοβό των αυτιών των νέων γυναικών της ανώτερης τάξης και, με τα άκρα τους αναδιπλωμένα, ασφαλίζονταν μόνιμα επάνω τους. Έτσι συντρόφευαν τις κατόχους τους για την υπόλοιπη ζωή τους. Πιθανώς μάλιστα λειτουργούσαν και ως βάση, από την οποία αναρτούσαν περιστασιακά άλλα, μεγαλύτερα και πολυτιμότερα σκουλαρίκια, ακατάλληλα για καθημερινή χρήση. Καμιά φορά είναι ελάχιστα διακοσμημένα με μια-δυο χαρακιές, αλλά σχεδόν πάντα είναι τελείως ακόσμητα. Ένα τέτοιο ακόσμητο ζευγάρι συρμάτων συντρόφευσε την νεκρή του τάφου της δυτικής νεκρόπολης της Θεσσαλονίκης που εκτίθεται στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, αφιερωμένης στα ταφικά έθιμα με τίτλο Από τα Ηλύσια Πεδία στον χριστιανικό παράδεισο.
Τα χρυσά ενώτια ήταν από τα πιο αγαπημένα γυναικεία κοσμήματα. Συχνά αποτελούσαν μέρος της προίκας μιας γυναίκας και περνούσαν από γενιά σε γενιά. Ήταν ένας μικρός θησαυρός που μπορούσε να φορεθεί καθημερινά αλλά και να λειτουργήσει ως απόθεμα πλούτου σε δύσκολους καιρούς. Τα λεπτά όμως, αυτά σύρματα καθώς ήταν μόνιμα τοποθετημένα στους λοβούς, αλλά και επειδή η ποσότητα του χρυσού τους ήταν ελάχιστη, πολλές φορές συνόδευσαν τις Θεσσαλονικιές στο ταξίδι τους στο Επέκεινα, γλυτώνοντας το αναπόδραστο μέλλον όλων των κοσμημάτων, το ξαναλιώσιμο και την μετατροπή τους σε μια νέα δημιουργία, σβήνοντας έτσι την αισθητική, την ιστορία, τα βιώματα και εν τέλει την μνήμη του ανθρώπου που συνόδευσε στο φευγαλέο πέρασμα του από αυτήν τη πόλη.
Η χρυσή περόνη μιας Θεσσαλονικιάς δέσποινας

Σχεδόν αυτόματα, όταν κανείς σκέφτεται την κόσμηση, την συνδέει με το γυναικείο φύλο και την κοινωνική συνθήκη που από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας οδήγησε, στ’ αλήθεια υποχρέωσε, την (δια)κόσμηση των θηλέων μελών μίας κοινότητας για διάκριση από τους «άλλους», για την προβολή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της ηλικιακής ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο ή και εν τέλει την προσωπική της προτίμηση σε κάποιο σχήμα, χρώμα ή και είδος κοσμήματος. Το ίδιο το ιδανικό απείκασμα αυτής της γυναίκας, μίας Ρωμαίας domina και Βυζαντινής κυράς, εμφανίζει μία χρυσή περόνη που φορούσε μία θεσσαλονικιά δέσποινα του πρώιμου 4ου αιώνα μ.Χ., και που τελικά την συνόδευσε στην τελευταία κατοικία της στο δυτικό νεκροταφείο της πόλης.
Οι περόνες, συνήθως μετάλλινες ή και οστέινες, υπήρξαν αναγκαία εξαρτήματα της ενδυμασίας ήδη από την αρχαιότητα και συνέχισαν να χρησιμοποιούνται ευρύτατα κατά τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Πριν από τα κουμπιά και τα φερμουάρ, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν περόνες για να συγκρατούν τα ρούχα τους. Κάποιες όμως ξεπερνούσαν κατά πολύ τον πρακτικό τους ρόλο. Η συγκεκριμένη ανήκει σε πολυτελή κατηγορία, καθώς η χρήση χρυσού υπερβαίνει τις απλές πρακτικές ανάγκες και μετατρέπει το εργαλείο σε κόσμημα. Οι περόνες αυτού του είδους στερέωναν μανδύες, πέπλα και άλλα υφάσματα ή κομμώσεις και ταυτόχρονα λειτουργούσαν ως στοιχεία κοινωνικής προβολής. Η θέση και η ορατότητά τους επάνω στο ένδυμα ή στο κεφάλι τις καθιστούσαν ιδιαίτερα σημαντικές. Ήταν από τα πρώτα στοιχεία που έβλεπε κάποιος αντικρίζοντας τον κάτοχό τους. Για τον λόγο αυτό η διακόσμηση και η ποιότητα κατασκευής τους συχνά ήταν ιδιαίτερα προσεγμένες. Στον κόσμο του Βυζαντίου η ενδυμασία μιλούσε. Τα υφάσματα, τα χρώματα, τα κοσμήματα και τα εξαρτήματα αποκάλυπταν πολλά για τον άνθρωπο που τα φορούσε. Μια χρυσή περόνη λοιπόν, πέρα από ένδειξη οικονομικής άνεσης, αποκάλυπτε ή και τόνιζε την κοινωνική θέση και το κύρος της ιδιοκτήτριάς της.
Η χρυσή κεφαλή της περόνης αποτελεί μαρτυρία της πολυτέλειας που χαρακτήριζε τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της Θεσσαλονίκης στον 4ο αιώνα, σε μια εποχή κατά την οποία η πόλη αναδεικνυόταν σε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο το σώμα της περόνης, αυτής της μεγάλου μεγέθους καρφίτσας που χρησιμοποιούνταν για τη στερέωση των ενδυμάτων ή και της κόμμωσης, δεν σώθηκε. Σώθηκε μόνον η περίτεχνη κεφαλή της που αποδίδει το μπούστο μίας ενήλικης γυναίκας με κανονικά χαρακτηριστικά και μεγάλα, διαπεραστικά μάτια. Τα αυτιά της τονίζουν εγκοπές που υποδηλώνουν τα σκουλαρίκια τα οποία θα τα κοσμούσαν. Φοράει ένα ένδυμα με πτυχές που τονίζουν την ανατομία της, ενώ πλατύ ταινιωτό περιδέραιο πλούσια διακοσμημένο, ίσως άλλοτε με πολύχρωμο σμάλτο ή ημιπολύτιμους λίθους, περιτρέχει τη βάση του λαιμού της. Τα μακριά μαλλιά της είναι διαμορφωμένα σε μία περίτεχνη κόμμωση που δεν αφήνει ούτε μία τρίχα ελεύθερη. Είναι τραβηγμένα προς τα επάνω, πιασμένα σε μία πλούσια κοτσίδα η οποία στεφανώνει το πάνω μέρος του κεφαλιού της θυμίζοντας το στροφίον, το διάδημα που στεφάνωνε ιερείς και αυτοκράτορες των ρωμαϊκών χρόνων.
Το χρυσό δαχτυλίδι από τη Θεσσαλονίκη

Από ένα σημαντικό ταφικό μνημείο, έναν δίδυμο καμαρωτό τάφο του δυτικού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα, προέρχεται το επόμενο εύρημα, ένα χρυσό δαχτυλίδι. Οι δύο κτιστοί τάφοι ανήκαν σε μέλη εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας. Ο ένας κοσμείται με παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, ενώ ο άλλος φέρει γεωμετρική και φυτική διακόσμηση που μιμείται πολυτελή ορθομαρμάρωση.
Το δαχτυλίδι διαμορφώνεται από έναν ισχυρό δακτύλιο (κρίκο) που τον στεφανώνει μία σύνθετη σφενδόνη (το πλατύ πάνω μέρος του δαχτυλιδιού), στο κέντρο της οποίας ορθώνεται μέσα σε χρυσό πλαίσιο μία πράσινη πέτρα σε σχήμα τετράπλευρης πυραμίδας. Την κεντρική αυτή σύνθεση πλαισιώνουν από δύο κόκκινες ωοειδείς πέτρες στην κάθε πλευρά, από τις οποίες σήμερα σώζεται μία στην κάθε πλευρά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το δαχτυλίδι, ένα πολύτιμο κόσμημα, ένδειξη της κοινωνικής θέσης της νεκρής, αλλά και ένα σημαντικό προσωπικό αντικείμενο, συνόδευσε την κάτοχό του στον τάφο. Η παρουσία του σε ένα τόσο φροντισμένο ταφικό μνημείο μάς επιτρέπει να δούμε πώς η πολυτέλεια, η πίστη και η οικογενειακή μνήμη συνυπήρχαν στη Θεσσαλονίκη του 4ου αιώνα.
Ένα γυάλινο περίαπτο, φυλαχτό για το κακό

Το μικρό αυτό γυάλινο περίαπτο βρέθηκε στην ανατολική νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης, στην ανασκαφή του οικοπέδου του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, σε τάφο που χρονολογείται στο α΄ μισό του 4ου αιώνα. Είναι κατασκευασμένο από ημιδιαφανές καφεκίτρινο γυαλί και έχει δισκοειδές, ελαφρώς επίμηκες σχήμα, με συμφυή κρίκο ανάρτησης στην περιφέρειά του, ώστε να φοριέται στον λαιμό. Στην κύρια όψη του εικονίζεται ανάγλυφο λιοντάρι που βαδίζει προς τα δεξιά. Πάνω από το ζώο αποδίδονται ένα πεντάκτινο αστέρι και η ημισέληνος, σύμβολα με προφυλακτικό και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. Είναι κατασκευασμένο στις ανατολικές ακτές της Μεσογείου, στον Συροπαλαιστινιακό χώρο όπου η υαλουργία ήταν εξαιρετικά ανεπτυγμένη και οι αρχαίες παραδόσεις διατηρούνταν ζωντανές δίπλα στον Χριστιανισμό στο πλαίσιο του θρησκευτικού συγκρητισμού της Ύστερης Αρχαιότητας.
Το περίαπτο ήταν φυλαχτό, ένα μικρό αντικείμενο προστασίας απέναντι στο κακό, την ασθένεια και την αβεβαιότητα που συνόδευε τον κάτοχό του στη ζωή και τελικά, στον τάφο. Κατασκευασμένο από φθηνότερο υλικό από τον χρυσό ή τον άργυρο, αλλά λαμπερό και έγχρωμο, το γυάλινο αυτό φυλαχτό φανερώνει έναν κόσμο όπου η πίστη, η μαγεία, η ελπίδα και η καθημερινή αγωνία μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε ένα μικροσκοπικό αντικείμενο φορεμένο πάνω στο σώμα.
Η πόρπη του αξιώματος

Οι άνδρες γενικότερα φορούσαν πολύ λιγότερα κοσμήματα και αυτά συχνά σχετίζονταν με την θέση τους, το αξίωμα, τον βαθμό και τον κοινωνικό τους ρόλο γενικότερα. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τέτοια αντικείμενα είναι η πόρπη. Δεν επρόκειτο για κόσμημα με τη στενή έννοια του όρου. Ήταν μια μεγάλη και διακοσμημένη καρφίτσα/παραμάνα που στερέωνε στον ώμο ένα βαρύ εξωτερικό ένδυμα, έναν μανδύα ή μια χλαμύδα και αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής εμφάνισης. Η στιβαρή τοξωτή πόρπη που επιλέχθηκε, αποκαλύπτει πολλά για την εποχή της. Η συγκεκριμένη που είναι κατασκευασμένη από χαλκό και είναι επιχρυσωμένη, βρέθηκε σε τάφο της δυτικής νεκρόπολης της Θεσσαλονίκης και χρονολογείται στον 4ο αιώνα. Σχηματίζει έναν σταυρό, στην οριζόντια κεραία του οποίου κρύβεται το ελατήριο που αποτελεί τον μηχανισμό στερέωσης της βελόνας η οποία διαπερνούσε και ένωνε τα δύο άκρα του ενδύματος, ενώ η μακριά κεραία σχηματίζει μία τοξωτή καμπυλότητα για να χωρέσουν τα αναδιπλωμένα καρφιτσωμένα υφάσματα. Κατά μήκος του μέσου της κάθετης κεραίας τρέχει ένας λεπτός εγχάρακτος πλοχμός, μία πλεξούδα, που αναδεικνύεται μέσα στην επιχρυσωμένη επιφάνεια με μαύρη ένθετη ύλη, το νιέλο, ενώ στα άκρα της ορίζεται από ζευγάρια μικροσκοπικών ανάγλυφων διακοσμητικών σε σχήμα ασπίδας, της πέλτης.
Πόρπες αυτού του τύπου, γνωστές στους Ρωμαίους ως fibulae, φίβλαι για τους Βυζαντινούς, υπήρξαν αρχικά, ανδρικά εξαρτήματα της στρατιωτικής ενδυμασίας. Ήδη από τον 3ο αιώνα οι χρυσές και ασημένιες πόρπες αποτελούσαν τιμητική διάκριση των αξιωματικών, και όταν τον 4ο αιώνα η χλαμύδα καθιερώθηκε ως απαραίτητο στοιχείο της ενδυμασίας των δημόσιων λειτουργών, η συγκεκριμένη πόρπη έγινε χαρακτηριστικό διακριτικό του αξιώματος. Τη συναντούμε στα ψηφιδωτά αξιωματούχων και στρατιωτών στη Ροτόντα στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην περίφημη παράσταση του Ιουστινιανού με τη συνοδεία του στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. Η απονομή της χλαμύδας και της πόρπης των υψηλών αξιωματούχων γινόταν μάλιστα με ειδική τελετή, συχνά παρουσία του ίδιου του αυτοκράτορα.
Το δαχτυλίδι της υπογραφής

Την βασικότερη λειτουργία ενός ανδρικού δαχτυλιδιού, τη σφράγιση εγγράφων, συνδυάζοντας πρακτική χρήση και κοινωνική προβολή υπηρετεί το χάλκινο, σφραγιστικό δαχτυλίδι από την Κολχίδα του νομού Κιλκίς. Κατασκευάστηκε με χύτευση και σφυρηλάτηση και χρονολογείται στον 6ο αιώνα μ.Χ. Η στεφάνη είναι ένας απλός, στιβαρός κρίκος, που τον στεφανώνει μία δισκοειδής σφενδόνη. Περιμετρικά την ορίζει ένας στικτός δακτύλιος και στην επιφάνειά της αναπτύσσεται το όνομα Παύλος, χαραγμένο κυκλικά με αντίστροφα κεφαλαία γράμματα, που τα άκρα του ορίζει ένας μεγάλος ανισοσκελής σταυρός.
Σήμερα αρκεί μια υπογραφή ή ένα ψηφιακό μήνυμα. Στον κόσμο του Βυζαντίου όμως, ένας άνθρωπος που χρειαζόταν να επικυρώνει έγγραφα, συναλλαγές και προσωπική αλληλογραφία αποτύπωνε την ταυτότητά του πάνω σε κερί, με τη βοήθεια μιας σφραγίδας, συνήθως χαραγμένης στη σφενδόνη ενός δαχτυλιδιού.
Τα σφραγιστικά δαχτυλίδια υπήρξαν από τα σημαντικότερα αντικείμενα προσωπικής ταυτότητας κατά τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδο. Σε μια εποχή που η υπογραφή δεν είχε ακόμη τη σημερινή της μορφή, η σφραγίδα λειτουργούσε ως νομικά αναγνωρισμένο προσωπικό γνώρισμα. Κάθε φορά που ο κάτοχος πίεζε τη σφραγίδα σε μαλακό κερί, άφηνε ένα μοναδικό αποτύπωμα, τη δημόσια δήλωση της ταυτότητάς του. Η κατοχή ενός τέτοιου αντικειμένου φανερώνει συμμετοχή σε διοικητικές, εμπορικές ή οικονομικές δραστηριότητες που απαιτούσαν επικύρωση, ενώ ταυτόχρονα το δαχτυλίδι ήταν ορατό σύμβολο κύρους.
Η λάμψη μιας αρχόντισσας

Στον αντίποδα του λεπτού χρυσού σύρματος, μόνιμα τοποθετημένου στους λοβούς των γυναικών στον 4ο αιώνα, βρίσκονται τα βαρύτιμα, χρυσά σκουλαρίκια με δύο σειρές μαργαριταριών, που μόνο σε ειδικές περιστάσεις θα φορούσε μια αρχόντισσα της Θεσσαλονίκης. Βρέθηκαν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, σε έναν θησαυρό, μία απόκρυψη δηλαδή κοσμημάτων και νομισμάτων, μαζί με τα μοναδικά περικάρπια που ακολουθούν. Η εποχή τους, ο 10ος αιώνας, ήταν μια περίοδος αναγέννησης για το Βυζάντιο. Μετά το τέλος της Εικονομαχίας και τις ταραχές των προηγούμενων αιώνων, η αυτοκρατορία γνώριζε νέα οικονομική άνθηση και η τέχνη της χρυσοχοΐας έφτανε ξανά σε υψηλά επίπεδα· τα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης παρήγαν αντικείμενα υψηλής ποιότητας. Τον 10ο αιώνα η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη πλούσια, πολυάνθρωπη και γεμάτη εργαστήρια· οι δρόμοι της έσφυζαν από εμπόρους, προσκυνητές και τεχνίτες. Σε αυτή την πόλη φορέθηκαν κάποτε αυτά τα χρυσά σκουλαρίκια, που αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της μεσοβυζαντινής χρυσοχοΐας.
Τα σκουλαρίκια αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο της γυναικείας ενδυμασίας, συχνά συνδυασμένα με περιδέραια, βραχιόλια και δαχτυλίδια, και αναφέρονται συστηματικά σε προικοσύμφωνα και διαθήκες. Τα σκουλαρίκια, πέρα από τον στολισμό εξυπηρετούσαν και ως μία δημόσια δήλωση ευημερίας. Στα συγκεκριμένα παραδείγματα η χρήση χρυσού και η πρόσβαση σε πολύτιμες πρώτες ύλες όπως τα μαργαριτάρια, μαρτυρούσε μία εύρωστη οικονομικά οικογένεια και την πρόθεσή της να τονίσει την υψηλή κοινωνική της θέση. Σήμερα εξακολουθούν να εκπέμπουν την ίδια αίσθηση πολυτέλειας που θα προκαλούσαν και πριν από χίλια χρόνια, όταν αντανακλούσαν το φως στους δρόμους της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της πόλης ως ενός από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της εποχής.
Το αριστούργημα της συλλογής

Αν έπρεπε να επιλέξει κανείς ένα μόνο κόσμημα για να συμβολίσει την πολυτέλεια του Βυζαντίου, τα χρυσά περικάρπια του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού θα ήταν ιδανικοί υποψήφιοι. Χρονολογούνται στον 10ο αιώνα και βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, ως τμήμα ενός χρυσού θησαυρού που περιλάμβανε ακόμη ζευγάρια σκουλαρικιών, δύο περίαπτα και έναν σταυρό· μαζί τους υπήρχαν και χρυσά νομίσματα του 17ου αιώνα, που ίσως μαρτυρούν την εποχή κατά την οποία ο ιδιοκτήτης τα έκρυψε και δεν μπόρεσε ποτέ να τα ξαναπάρει.
Τα περικάρπια έλκουν πιθανότατα την καταγωγή τους από εντελώς χρηστικά, υφασμάτινα στοιχεία που συγκρατούσαν τα μακριά και φαρδιά μανίκια των ρούχων της εποχής. Εδώ όμως το χρηστικό έχει γίνει κοσμητικό αριστούργημα. Κάθε περικάρπιο αποτελείται από δύο κυρτά ελάσματα που ενώνονται με καβίλιες, ορίζεται από κοκκίδες και χρυσό πλοχμό, και κοσμείται με την απαιτητική τεχνική του περίκλειστου σμάλτου: λεπτά χρυσά διαχωριστικά σχηματίζουν στην επιφάνεια μικροσκοπικά πεδία, τα οποία γεμίζουν με έγχρωμο γυαλί, σκούρο μπλε, γαλάζιο, πράσινο, λευκό και κόκκινο, που μετά την πυράκτωσή του αποκτά τη μορφή πολύχρωμου σμάλτου. Τα θέματα είναι πτηνά που ραμφίζουν φύλλα, σταυρόσχημοι ρόδακες και επιμήκη ανθέμια – μοτίβα με σαφή σχέση προς ανατολικά, περσικά πρότυπα, τα οποία εισάγονται και διαδίδονται μεταξύ των βυζαντινών τεχνιτών στην εποχή μετά την Εικονομαχία.
Τα περικάρπια αυτά ανήκαν σε μια γυναίκα πολύ υψηλής κοινωνικής θέσης, και όταν τα φορούσε, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, δήλωνε τον πλούτο της αλλά και τη συμμετοχή της στον αισθητικά εκλεπτυσμένο κόσμο της βυζαντινής αριστοκρατίας. Χίλια χρόνια αργότερα εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν, όχι τόσο για την αξία του χρυσού τους, όσο για την απαράμιλλη δεξιοτεχνία των ανθρώπων που τα δημιούργησαν. Για τον σύγχρονο επισκέπτη του μουσείου είναι ίσως ο πιο άμεσος τρόπος να αντιληφθεί το επίπεδο της βυζαντινής τέχνης στο απόγειό της.
Η ομορφιά των απλών ανθρώπων

Χωρίς χρυσό, χωρίς πολύτιμους λίθους ή σμάλτο, αυτό το ταπεινό βραχιόλι μας μιλά για τη βυζαντινή κοινωνία ίσως περισσότερο από ένα αριστοκρατικό κόσμημα όπως τα περικάρπια. Κατασκευασμένο από κράμα χαλκού μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα προέρχεται από τη Μακεδονία και ανήκει σε έναν πολύ διαδεδομένο, σε ολόκληρη τη Βαλκανική, τύπο βραχιολιών της Μεσοβυζαντινής περιόδου. Είναι μία ταινία που η επιφάνειά της χωρίζεται σε τετράγωνα πεδία με εμπίεστο και στικτό γεωμετρικό διάκοσμο.
Την εποχή αυτή, που οι οικονομικές συνθήκες για τους περισσότερους κατοίκους της περιοχής ήταν μάλλον δυσχερείς, τα χάλκινα βραχιόλια αποτέλεσαν έναν από τους πιο εύκολους και φθηνούς τρόπους κόσμησης. Φοριούνταν συχνά σε ζεύγη, ένα σε κάθε καρπό, και συμπληρώνονταν με άλλα χάλκινα και γυάλινα βραχιόλια στους καρπούς και τους βραχίονες, δημιουργώντας ήχο και κίνηση. Οι βυζαντινές πηγές τα αναφέρουν ως βραχιόνια, περιδέξια ή χλιδῶνες, συνεχίζοντας μια παράδοση που ξεκινά από τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους· η ίδια η νομοθεσία του Ιουστινιανού όριζε μάλιστα, ότι τα βραχιόλια ταίριαζαν στις γυναίκες.
Η απλότητα του υλικού δεν μειώνει την ιστορική και αρχαιολογική σημασία του αντικειμένου, αντίθετα μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τον κόσμο των ανθρώπων που δεν ανήκαν στις οικονομικές ελίτ. Η ανάγκη για στολισμό και κοινωνική έκφραση διαπερνούσε ολόκληρη τη βυζαντινή κοινωνία, όπως ακριβώς και την σύγχρονη. Και είναι ακριβώς τέτοια ταπεινά κοσμήματα, που εντοπίζονται κατά εκατοντάδες σε όλη τη Βαλκανική, αυτά που προσφέρουν στην έρευνα την πιο άμεση μαρτυρία του καθημερινού υλικού πολιτισμού των μεσοβυζαντινών χρόνων και κυρίως του κόσμου των ανθρώπων που δεν άφησαν άλλο ίχνος στις γραπτές πηγές.
Ένα γυάλινο βραχιόλι με πουλιά

Από τα αντικείμενα του αφιερώματος, αυτό ίσως είναι το πιο απρόσμενο. Ένα απλό γυάλινο βραχιόλι, που χρονολογείται μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα, πάνω στο οποίο ένας βυζαντινός τεχνίτης ζωγράφισε μια σειρά από πουλιά, το καθένα μέσα σε ένα πλαίσιο, που τα συνδέουν χρυσές και κίτρινες γραμμές που μιμούνται λεπτές αλυσίδες.
Τα γυάλινα βραχιόλια γνώριζαν μεγάλη διάδοση ήδη από τους αυτοκρατορικούς ρωμαϊκούς χρόνους, αποτελούσαν μια φθηνή λύση κόσμησης για τις χαμηλότερες τάξεις και για τα νεαρότερα κορίτσια και φοριούνταν συνήθως πολλά μαζί. Η ρωμαϊκή αυτή συνήθεια συνεχίζεται στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, οπότε μάλιστα εμπλουτίζονται τόσο τα σχήματα όσο και ο τρόπος διακόσμησής τους.
Στα μεσοβυζαντινά χρόνια (10ος-12ος αιώνας) τα γυάλινα βραχιόλια κατασκευάζονταν με την κάμψη ενός τμήματος θερμού γυαλιού ώστε να ενωθούν τα άκρα του και το σημείο ένωσης παραμένει συχνά ευδιάκριτο. Διακινούνταν από μεγάλα εργαστήρια σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, και η ευκολία παραγωγής τους εξηγεί την τεράστια διάδοσή τους. Την εποχή αυτή αρκετά κοσμούνται με γραπτό διάκοσμο: απλά γεωμετρικά σχέδια, σπιράλ και ζικ-ζακ, απλοποιημένα φυτικά μοτίβα ή, όπως εδώ, πτηνά. Τα περισσότερα γνωστά παραδείγματα ωστόσο ήταν ακόσμητα, με μόνο στολίδι το ίδιο τους το χρώμα και τη λάμψη του γυαλιού.
Η εικόνα των πουλιών μετατρέπει το βραχιόλι σε κάτι περισσότερο από στολίδι. Το πτηνό ήταν ένα από τα αγαπημένα μοτίβα της βυζαντινής τέχνης, συνδεδεμένο με συμβολισμούς που κυμαίνονται από την ευημερία και την αναγέννηση έως τον παράδεισο και τη σωτηρία της ψυχής. Η παρουσία του ζωγραφικού διακόσμου στο βραχιόλι που κάποτε αγκάλιαζε τον καρπό μιας κοπέλας της βυζαντινής Μακεδονίας αποτελεί ακόμη μία μαρτυρία του ότι η αισθητική φροντίδα δεν ήταν προνόμιο των εύπορων, αλλά διέτρεχε όλες τις βαθμίδες της βυζαντινής κοινωνίας.
Η χάντρα από τους «σκοτεινούς» αιώνες

Ας αφήσουμε για λίγο τη Θεσσαλονίκη και ας στραφούμε βορειότερα, στους σκοτεινούς αιώνες μετά τις αβαροσλαβικές επιδρομές. Κάποτε ένα και μόνο αντικείμενο αρκεί για να μαρτυρήσει την παρουσία ενός ολόκληρου φύλου. Στη Μακεδονία η σλαβική παρουσία, ιστορικά μαρτυρημένη αλλά ελάχιστα εντοπισμένη αρχαιολογικά μπορεί να αναφανεί μέσα από ένα μικροσκοπικό εύρημα, μια γυάλινη χάντρα από το κάστρο της Ρεντίνας, των μακεδονικών Τεμπών. Η μεγάλη αυτή χάντρα είναι φτιαγμένη από σκούρο μπλε και λευκό γυαλί. Το σχεδόν βαρελοειδές σώμα της κοσμείται με ανάγλυφους μπλε και λευκούς οφθαλμούς. Χάντρες αυτού του τύπου χρονολογούνται γενικά μεταξύ 7ου και 9ου αιώνα, και πολλές αντίστοιχες έχουν εντοπιστεί σε μια πολύ ευρεία γεωγραφική περιοχή που ξεκινά από την περιοχή του Βόλγα και τη βορειοδυτική Γερμανία και καταλήγει μέχρι την νότια Ελλάδα.
Ο στολισμός με πολλές, έντονα χρωματιστές χάντρες είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των ενδυμασιών Σλάβων και άλλων βαρβαρικών φύλων. Αντανακλά όχι μόνο τη γυναικεία φορεσιά αλλά και την πίστη στην αποτρεπτική, προστατευτική δύναμη των κόκκινων, κίτρινων, πράσινων και μπλε αυτών αντικειμένων, που κοσμούσαν τον λαιμό, ολόκληρο το ένδυμα, ακόμη και τις ψηλές μπότες τους. Κάποτε το περιδέραιο μιας γυναίκας κόπηκε και η χάντρα χάθηκε, για να μείνει στα χώματα του κάστρου δώδεκα αιώνες. Σήμερα μας προσφέρει ένα έμμεσο αλλά πολύτιμο ίχνος της παρουσίας Σλάβων στη μακεδονική γη πριν από την ενσωμάτωσή τους στον Βυζαντινό Πολιτισμό και όσο ακόμη διέθεταν ή και προτιμούσαν τα πατρογονικά τους στοιχεία κόσμησης.
Ένα δαχτυλίδι με τον άγιο

Για έναν Βυζαντινό, η πίστη δεν περιοριζόταν στην εκκλησία, αλλά τον συνόδευε παντού. Αυτό το μικρό χάλκινο ταινιωτό δαχτυλίδι, κατασκευασμένο με χύτευση και σφυρηλάτηση μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα, έχει στη σφενδόνη του εγχάρακτη, απλοποιημένη μορφή στρατιωτικού αγίου — μια ολόσωμη φιγούρα που κρατά κοντάρι και ξίφος και ανήκει σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κατηγορία αντικειμένων που συνδυάζουν τη διακόσμηση με την θρησκευτικότητα. Το συγκεκριμένο δαχτυλίδι συνόδευσε τον κάτοχό του στον τάφο του στην ορεινή Πιερία.
Τα χάλκινα ταινιωτά δαχτυλίδια ήταν από τα πιο συνηθισμένα μέσα κόσμησης των ανδρών στους μεσοβυζαντινούς χρόνους, και οι σφενδόνες τους κοσμούνταν κυρίως με εγχάρακτο διάκοσμο. Η συχνή επιλογή της μορφής ενός στρατιωτικού αγίου, λ.χ. του αγίου Γεωργίου ή του αγίου Δημητρίου, του μεγάλου προστάτη της Θεσσαλονίκης, εξηγείται από τους συχνούς πολέμους και τη γενικά ταραγμένη κατάσταση που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια. Οι άγιοι αυτοί θεωρούνταν προστάτες τόσο των στρατιωτών όσο και των πόλεων, των ταξιδιωτών και του κάθε πιστού.
Έτσι το δαχτυλίδι λειτουργούσε ταυτόχρονα ως κόσμημα και ως φυλαχτό. Η εικόνα του αγίου ήταν μια διαρκής υπενθύμιση της θείας παρουσίας και μια έκφραση προσωπικής ευσέβειας. Στον σύγχρονο κόσμο συχνά διαχωρίζουμε την πίστη από τα προσωπικά μας αντικείμενα, στο Βυζάντιο όμως τα δύο ήταν αξεχώριστα. Ένα δαχτυλίδι μπορούσε να παρέχει συγχρόνως στολισμό και προστασία.
Αυστηρά ανδρικό

Ένα ανδρικό δαχτυλίδι, φτιαγμένο από χυτό χαλκό εντοπίστηκε σε ένα καμαροσκεπή τάφο σε μικρό νεκροταφείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που φαίνεται ότι ανήκε σε έναν σημαντικό κάτοικο της Θεσσαλονίκης των μεσοβυζαντινών χρόνων, 10ου-12ου αιώνα. Το συμπαγές δαχτυλίδι, κατάλληλο για τα δάχτυλα ενός πολεμιστή, έχει ημικυκλική στεφάνη που καταλήγει σε ανυψωμένη εξαγωνική σφενδόνη μέσα στην οποία απεικονίζεται εγχάρακτος ένας γρύπας σε προφίλ που κατευθύνεται προς τα δεξιά.
Το μυθικό αυτό ζώο, με σώμα λιονταριού και κεφάλι, φτερά και νύχια αετού, γνωστό ήδη από την αρχαία ελληνική μυθολογία, διατήρησε και στο Βυζάντιο τον ισχυρό συμβολικό και αποτροπαϊκό χαρακτήρα του. Ως ένωση δύο κυρίαρχων ζώων, του λιονταριού της γης και του αετού του ουρανού, συνδέθηκε με την ισχύ και την προστασία, ενώ στη χριστιανική ερμηνεία παρέπεμπε στον Χριστό ως κύριο του ουρανού και της γης. Για τον λόγο αυτό οι γρύπες απαντούν συχνά στη μέση και ύστερη βυζαντινή τέχνη, σε θωράκια, τέμπλα και ταφικά μνημεία, λειτουργώντας ως φύλακες ιερών ή οριακών χώρων και ως σύμβολα αποτροπής του κακού. Έτσι εξηγείται η παρουσία του γρύπα σε αυτό το ανδρικό δαχτυλίδι όχι ως απλή διακόσμηση, αλλά δηλώνοντας προστασία, δύναμη και κοινωνικό κύρος, ιδιότητες που ταίριαζαν στον κάτοχο ενός τέτοιου προσωπικού αντικειμένου.
Το εργαλείο σαν κόσμημα

Η τελευταία κατηγορία ανδρικού εργαλείου/κοσμήματος που συναντούμε στην έκθεση του Μουσείου χρησιμοποιήθηκε από τους τοξότες με τα ανακλαστικά τόξα, και το αντικείμενο που μας οδηγεί σ’ αυτούς είναι το δαχτυλίδι με το οποίο ασφάλιζαν και καθοδηγούσαν τη χορδή, προστατεύοντας τη σάρκα του αντίχειρα τη στιγμή που την απελευθέρωναν. Είναι πιθανώς ο μοναδικός αποκλειστικά ανδρικός τύπος δαχτυλιδιού.
Το παράδειγμα του Μουσείου είναι χυτό, από κράμα χαλκού και πιθανώς επιχρυσωμένο, και προέρχεται από το υστεροβυζαντινό νεκροταφείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Έχει επίπεδη, ταινιωτή στεφάνη και ελαφρώς κυρτή, τριγωνική σφενδόνη που κοσμείται με εγχάρακτο οκτάφυλλο ρόδακα. Το σχήμα του δαχτυλιδιού το διαμόρφωσε η ίδια η χρήση. Χρησιμοποιούνταν μόνο με το ανακλαστικό, ανατολικού τύπου τόξο, του οποίου η χορδή βρισκόταν σε πολύ μεγάλη τάση. Φορεμένο στον αντίχειρα με την τριγωνική απόληξη στραμμένη προς την άκρη του, το δαχτυλίδι κάλυπτε την τελευταία φάλαγγα και προστάτευε από την τριβή, επιτρέποντας στον τοξότη να κρατά την προσοχή του στη στόχευση.
Τα απλούστερα τέτοια αντικείμενα φτιάχνονταν από δέρμα ή οστό και σπάνια διασώζονται, ενώ γνωρίζουμε και οστέινα τέτοια παραδείγματα από τη Θεσσαλονίκη και την ενδοχώρα της που ανήκουν στη συλλογή του Μουσείου. Στα Βαλκάνια ο τύπος αφθονεί στον 14ο–15ο αιώνα, εποχή κατά την οποία ανακλαστικά τόξα αρχίζουν να απεικονίζονται και σε τοιχογραφίες στρατιωτικών αγίων. Έτσι, το αρχικά ταπεινό και χρηστικό αυτό δαχτυλίδι εντάσσεται σε μια μακρά πορεία που ξεκινά από τους νομάδες τοξότες των ασιατικών στεπών και καταλήγει στους υστεροβυζαντινούς πολεμιστές και στους αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης. Η ιστορία του δείχνει πώς ένα καθαρά χρηστικό εργαλείο, ακολουθώντας την κοινωνική άνοδο του κατόχου του, ξεπέρασε τα όρια του εξαρτήματος και μεταμορφώθηκε σε κόσμημα — χάνοντας στο τέλος κάθε λειτουργική του δυνατότητα, όπως ακριβώς έχασαν την πολεμική τους ικμάδα και οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες του.
Πίστη φορεμένη στο στήθος

Στον σύγχρονο κόσμο η πίστη βιώνεται συχνά σε συγκεκριμένους χώρους και στιγμές. Στο Βυζάντιο όμως μπορούσε να φοριέται καθημερινά πάνω στο σώμα. Αυτό το λεπτό, δισκοειδές φυλαχτό από τη Θεσσαλονίκη, σμιλεμένο σε στεατίτη καστανοπράσινου χρώματος και χρονολογημένο στα παλαιολόγεια χρόνια (13ος – μέσα 15ου αιώνα), έχει σχεδόν κυκλικό σχήμα και κοσμείται στην κύρια όψη του με ανάγλυφο σταυρό με δύο οριζόντιες κεραίες, γνωστό ως Πατριαρχικό. Στο πάνω άκρο του υπάρχει οπή ανάρτησης, μαρτυρώντας ότι προοριζόταν να κρέμεται στον λαιμό.
Ο στεατίτης, ένα μαλακό πέτρωμα που επιτρέπει λεπτή χάραξη, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στη βυζαντινή μικρογλυπτική. Το σημείο του σταυρού κυριαρχούσε σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής: θεωρούμενο το μόνο αληθινό όπλο ενάντια στις δυνάμεις του κακού, οι πιστοί το φορούσαν σαν κόσμημα στον λαιμό, το ύφαιναν στα ρούχα τους, το χάρασσαν στα τείχη, στις γέφυρες και στις κατοικίες τους· σε καιρούς λοιμών ή ξηρασίας κληρικοί και απλοί άνθρωποι έβγαιναν σε λιτανείες κρατώντας μεγάλους σταυρούς.
Τον 14ο αιώνα η Θεσσαλονίκη γνώριζε περιόδους πολιτικής αβεβαιότητας, πολιορκιών και κοινωνικών ανακατατάξεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον τα προσωπικά αντικείμενα ευλάβειας αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία: δεν ήταν απλώς εκφράσεις πίστης, αλλά πηγές παρηγοριάς και ελπίδας. Κρεμασμένο στο στήθος, ένα τέτοιο φυλαχτό συνόδευε τον κάτοχό του στις μετακινήσεις, στις εργασίες και στις δυσκολίες του, ακόμη και στον τάφο περιμένοντας την ημέρα της Κρίσης, μια ζωντανή υπενθύμιση ότι για τους Βυζαντινούς η θρησκεία δεν ήταν αφηρημένη ιδέα, αλλά βίωμα που τους συνόδευε κάθε στιγμή της ζωής τους.
Ο σταυρός της καθημερινής ευλάβειας

Ορισμένα αντικείμενα αποκτούν αξία όχι επειδή είναι πολύτιμα, αλλά επειδή είναι απαραίτητα. Ένας τέτοιος σταυρός από στεατίτη, έργο των παλαιολόγειων χρόνων από τη Μακεδονία, συνόδευε πιθανότατα τον κάτοχό του καθημερινά, όχι μόνο στις γιορτές ή στις επίσημες περιστάσεις, αλλά ως μέρος της ίδιας της καθημερινής του ζωής.
Ο μικρός αυτός σταυρός-εγκόλπιο φοριόνταν στον λαιμό, πιθανώς συνδεόταν με συγκεκριμένα προσκυνήματα και λειτουργούσε ως ευλογία, θεωρούμενος φορέας ιδιαίτερης πνευματικής δύναμης. Ο στεατίτης, ανθεκτικός και εύκολος στην επεξεργασία, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη βυζαντινή μικροτεχνία, τόσο στη λάξευση εικονιδίων, όσο και στην κατασκευή κοσμημάτων, και η αξία του κάθε τέτοιου αντικειμένου δεν βρισκόταν στο υλικό κατασκευής, αλλά στο πνευματικό του περιεχόμενο και στον συμβολισμό του.
Οι Βυζαντινοί πίστευαν βαθιά στη δύναμη των ιερών αντικειμένων. Ένας σταυρός μπορούσε να λειτουργεί ως υπενθύμιση της πίστης, ως προσωπικό φυλαχτό και ως μέσο πνευματικής προστασίας, και η φυσική του παρουσία πάνω στο σώμα ενίσχυε την αίσθηση της σχέσης με το θείο. Έτσι, με ένα φθηνό και εύπλαστο υλικό, οι τεχνίτες μπορούσαν να αναπαραγάγουν σε προσιτή κλίμακα τους πολυτελείς σταυρούς των ανώτερων στρωμάτων και με αυτόν τον τρόπο ένα ταπεινό υλικό έφερνε τη λάμψη της μεγάλης τέχνης στα χέρια των πολλών. Σε αντίθεση με τα πολυτελή εγκόλπια των ανώτερων στρωμάτων, παραδείγματα όπως αυτό μαρτυρούν την έκταση και την ένταση της ιδιωτικής ευλάβειας στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η πιθανή σύνδεσή τους με συγκεκριμένα προσκυνήματα υπενθυμίζει ότι τέτοια αντικείμενα ταξίδευαν μαζί με τους κατόχους τους, μεταφέροντας την ευλογία ενός ιερού τόπου στην καθημερινότητα της ανατολικής Μεσογείου των ύστερων βυζαντινών χρόνων.
Προστασία και ελπίδα

Ίσως κανένα άλλο αντικείμενο του αφιερώματος δεν εκφράζει τόσο καθαρά τον κόσμο των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Οι τρεις αυτοί μικροί χάλκινοι σταυροί, που βρέθηκαν σε κοιμητήριο ναού στη Θεσσαλονίκη και χρονολογούνται μεταξύ 14ου και 16ου αιώνα, φοριούνταν κάποτε όλοι μαζί σε μία σύνθεση.
Πρόκειται για ισοσκελείς, χυτούς σταυρούς με συμφυή κρίκο ανάρτησης. Οι κεραίες τους απολήγουν σε αποστρογγυλεμένες διαμορφώσεις που κοσμούνται με διπλούς κύκλους και κεντρικά προεξέχοντα εξογκώματα, ομφαλούς, ενώ αντίστοιχος ομφαλός βρίσκεται και στο σημείο τομής των κεραιών. Η μορφή αυτή δεν είναι τυχαία: οι ανάγλυφοι ομφαλοί αποδίδουν, με απλό και οικονομικό τρόπο, την εντύπωση που δημιουργούσαν οι ένθετοι πολύτιμοι λίθοι στους πολυτελείς χρυσούς και αργυρούς σταυρούς των ανώτερων στρωμάτων. Με περιορισμένα μέσα, ο τεχνίτης κατόρθωσε να μιμηθεί τη λάμψη και τον όγκο ακριβότερων αντικειμένων.
Οι σταυροί αυτού του τύπου ανήκουν στις πιο διαδεδομένες εκφράσεις προσωπικής ευλάβειας των ύστερων βυζαντινών και πρώιμων μεταβυζαντινών χρόνων. Το μικρό τους μέγεθος επέτρεπε τη συνεχή χρήση τους επάνω στο σώμα, ενώ η παρουσία τριών σταυρών μαζί ενίσχυε τόσο τη διακοσμητική όσο και τη συμβολική τους λειτουργία. Στους αιώνες που προηγήθηκαν της οθωμανικής κατάκτησης, όταν η αυτοκρατορία συρρικνωνόταν και οι αβεβαιότητες πλήθαιναν, ο σταυρός παρέμενε η ισχυρότερη έκφραση πίστης και ελπίδας.

Συνολικά, τα κοσμήματα της συλλογής του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού σώθηκαν επειδή κάποτε κρύφτηκαν, χάθηκαν, θάφτηκαν ή ξεχάστηκαν. Σήμερα όμως μας επιτρέπουν να ακούσουμε ξανά τις φωνές των ανθρώπων που τα φόρεσαν: μιας γυναίκας που στόλιζε τα χέρια της με χρυσά περικάρπια, ενός παιδιού που προστατευόταν από ένα μικρό φυλαχτό, ενός εμπόρου που σφράγιζε τις επιστολές του με το δαχτυλίδι του, ενός πολεμιστή που αποζητούσε την θεία προστασία, ενός προσκυνητή που κρατούσε πάνω του έναν σταυρό. Μέσα από αυτά τα μικρά αντικείμενα αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος του Βυζαντίου, ανθρώπινος, κοντινός και απροσδόκητα οικείος.

*Όλες οι φωτογραφίες: © Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Βιογραφικό

Ο Αναστάσιος Χ. Αντωνάρας σπούδασε Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μουσειολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αναγορεύθηκε διδάκτορας Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κύριο ερευνητικό του ενδιαφέρον αποτελεί η ιστορία του γυαλιού, των κοσμημάτων και των υφασμάτων στους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους. Η μελέτη του για τη ρωμαϊκή και παλαιοχριστιανική υαλουργία της Θεσσαλονίκης τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2010.
Εργάζεται από το 1992 ως αρχαιολόγος στο υπουργείο Πολιτισμού και υπηρετεί ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επικοινωνίας και Υποδοχής Κοινού στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Έχει συμμετάσχει σε ανασκαφές στην Ελλάδα, Τουρκία και στα Δυτικά Βαλκάνια, στην προετοιμασία πολλών εκθέσεων και στη διοργάνωση διεθνών συνεδρίων και συμποσίων, ενώ έχει δώσει διαλέξεις σε μουσεία και πανεπιστήμια στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς, με βιβλία και άρθρα επικεντρωμένα στην ιστορία του γυαλιού και είναι μέλος συντακτικών επιτροπών επιστημονικών περιοδικών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης για την Ιστορία του Γυαλιού.

Διαβάστε επίσης:
- «Λευκές Περιοχές»: 54 νέοι σταθμοί φέρνουν ψηφιακή τηλεοπτική κάλυψη σε ακριτικές και απομακρυσμένες περιοχές
- Ιστορική στιγμή για την Ελλάδα: Ο Όλυμπος εντάχθηκε στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO
- Άδωνις Γεωργιάδης: «Ξαναζεσταμένο φαγητό» η Novartis – Οι αιχμές για ΣΥΡΙΖΑ, Σαλμά και οι εκλογές του 2027
- Μητσοτάκης: Νέα μείωση 10 λεπτών στο diesel – Στα 15 λεπτά η συνολική έκπτωση τον Αύγουστο
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.