ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μεγαλωμένη ανάμεσα στο εργοτάξιο και την αισθητική απαίτηση, η Ναταλία Κοκοσαλάκη έχει μάθει να βλέπει την αρχιτεκτονική πέρα από την εικόνα. Στο κτίριο και την πόλη, το ατελές, το λαϊκό, το υλικό, το σωματικό και το σχεδόν άβολο δεν είναι παρεκκλίσεις από την ποιότητα. Είναι συχνά οι συνθήκες μέσα από τις οποίες ένας χώρος αποκτά χαρακτήρα.
Για την ιδρύτρια του γραφείου Kokosalaki | Architecture, που από το 2010 αναλαμβάνει κατοικίες, ξενοδοχειακά έργα και χώρους εργασίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, η αρχιτεκτονική δεν εξαντλείται στη μορφή, ούτε στις εικόνες. Μετριέται στο αν ένας χώρος καταφέρνει να φιλοξενήσει ουσιαστικά την καθημερινότητα των ανθρώπων, να αντέξει στον χρόνο και να αποκτήσει ζωή πέρα από την πρώτη εντύπωση.

Η διεθνής της διαδρομή διαμόρφωσε καθοριστικά αυτή τη ματιά. Σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής Bartlett του University College London, όπου το έργο της τιμήθηκε με έπαινο σχεδιασμού από τον Sir Peter Cook, συνέχισε με εξειδίκευση στην αποκατάσταση και επανάχρηση κτιρίων στο TU Delft της Ολλανδίας και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στον βιώσιμο περιβαλλοντικό σχεδιασμό στην Architectural Association του Λονδίνου. Εργάστηκε στη Βαρκελώνη, στο Λονδίνο και στην Ολλανδία, συνεργαζόμενη με γραφεία διεθνούς κύρους, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα για να ιδρύσει το δικό της αρχιτεκτονικό στούντιο.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, η Κοκοσαλάκη μιλά για την Αθήνα και τη δημιουργική δύναμη της ατέλειας, για την κατοίκηση ως πράξη φροντίδας, για τη λεπτή σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το σώμα, αλλά και για την ευθύνη κάθε δημιουργού να σχεδιάζει όχι απλώς χώρους, αλλά εμπειρίες που θα αποκτήσουν πραγματικό νόημα μόνο όταν κατοικηθούν.

Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που αποφασίσατε να γίνετε αρχιτέκτονας ή η σχέση σας με τον χώρο προϋπήρχε;
Δεν θυμάμαι μια συγκεκριμένη στιγμή που αποφάσισα ότι θέλω να γίνω αρχιτέκτονας.
Κοιτώντας πίσω, όμως, βλέπω ότι με απασχολούσε πολύ νωρίς η ιδέα του κατοικείν. Να μπορώ να δημιουργώ συνθήκες, όπου μια οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει, να συναντηθεί και να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Αυτό είναι πολύ πιο προσωπικό ως αφετηρία για έναν αρχιτέκτονα.
Όταν οι συνομήλικοί μου είχαν σταματήσει να παίζουν με Lego και Playmobil, εγώ συνέχιζα. Όχι όμως για τις ιστορίες ή το role-playing. Με ενδιέφερε να στήνω σπίτια. Έφτιαχνα δωμάτια, διαμερίσματα, ολόκληρες οικογένειες, με μόνιμο χαρακτηριστικό τους να είναι πολυπληθείς και με περιορισμό χώρου. Οργάνωνα πού θα κοιμηθεί ο καθένας, πού θα διαβάζει, πού θα συναντιούνται. Έφτιαχνα μέχρι και μικροσκοπικά βιβλία για τα παιδιά του φανταστικού αυτού νοικοκυριού.


Με ενδιέφερε περισσότερο η οργάνωση της ζωής, παρά το παιχνίδι το ίδιο. Η ιδέα ότι ο χώρος μπορεί να φροντίζει τους ανθρώπους.
Κάπως έτσι ήρθε και η αρχιτεκτονική, σχεδόν φυσικά. Στο δεύτερο σπίτι μας, όταν ήμουν δέκα χρονών, διάλεξα πράγματα για το σπίτι. Στο τρίτο, στα δεκαοκτώ μου, σχεδίασα το layout. Στα είκοσι έξι μου σχεδίασα το σπίτι, όπου μένω σήμερα. Δεν το έζησα σαν μεγάλη ηρωική απόφαση. Περισσότερο σαν κάτι που δεν μπορούσα να μην κάνω.
Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό είναι κάτι που με ακολουθεί ακόμη. Δεν με γοήτευσε ποτέ η αρχιτεκτονική ως άσκηση μορφής ή ως αναζήτηση της τελειότητας, αλλά ως ένας τρόπος να οργανώνω σχέσεις. Με ενδιαφέρει περισσότερο πώς οι άνθρωποι συνυπάρχουν μέσα σε έναν χώρο, πώς κινούνται, πώς συναντιούνται, πώς νιώθουν ότι ανήκουν κάπου.


Πώς διαμορφώθηκε το βλέμμα σας μέσα από την Αθήνα και την αισθητική της ατέλεια;
Μπορούσα από μικρή να αναγνωρίσω την άρτια κατασκευή μέσα σε κάτι άσχημο και την κακή κατασκευή μέσα σε κάτι απολύτως instagramable. Ανέκαθεν είχα μια έλξη προς χώρους που είχαν ένταση, όχι απαραίτητα προς χώρους ωραίους. Με τραβούσαν χώροι, όπου κάτι δεν καθόταν καλά, αλλά δεν μπορούσες και να τους αγνοήσεις. Σπίτια με κάτι άβολο. Βεράντες υπερβολικά φωτεινές το μεσημέρι. Εσωτερικά που μύριζαν υγρασία και καλοκαίρι μαζί. Χώροι που δεν ήταν ισορροπημένοι, αλλά είχαν μια δύναμη.
Με ενδιέφερε πάντα αυτή η αίσθηση ότι κάτι δεν «κάθεται» τέλεια και, παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο θέλεις να μείνεις. Η αρχιτεκτονική ήρθε σαν τρόπος να καταλάβω τι είναι αυτό.


Μεγάλωσα στο Χαλάνδρι, τη δεκαετία του ’80 και του ’90, σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν αισθητικά ωραίο. Χωματόδρομοι, ατελείωτες οικοδομές, μια Αθήνα που δεν προσπαθούσε να γίνει όμορφη. Ήξερα από τα δέκα μου χρόνια ότι αυτό που έβλεπα γύρω μου δεν ήταν ωραίο. Από την άλλη, ποιος ζει στην Αθήνα και δεν είναι εκπαιδευμένος κατά έναν τρόπο στην ασχήμια, για να επιβιώνει; Το άσχημο μπορεί να παράγει πολύ ενδιαφέρουσες εντάσεις. Η πολλή ομορφιά, αντίθετα, μπορεί να γίνει βαρετή.
Δεν ένιωσα ποτέ θύμα της αισθητικής γύρω μου. Μπορούσα να υπάρξω σε κάθε περιβάλλον, με μια ανεκτικότητα στο άσχημο και στο λαϊκό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν καταλάβαινα τι ήθελα ή ότι δεν είχα κριτήριο.



Τι ρόλο έπαιξε η οικογένειά σας στη σχέση σας με την αρχιτεκτονική;
Μεγάλωσα, γενικώς, ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους. Ο πατέρας μου ήταν ο κλασικός εργολάβος της εποχής. Έχτισε το πρώτο μας σπίτι με τα χέρια του. Ήμασταν μέσα σε εργολαβίες, δημόσια έργα, γραφεία, όπου έρχονταν εργάτες και τσακώνονταν Σάββατο για τα μεροκάματα. Ήταν ένα σκληρό περιβάλλον, πολύ πραγματικό, με πράγματα που χάλαγαν, έπεφταν, διορθώνονταν, πληρώνονταν ή δεν πληρώνονταν.

Από την άλλη, η μητέρα μου, από τα Χανιά, ερχόταν από ένα πολύ διαφορετικό, πιο ντελικάτο περιβάλλον. Καμία σχέση με το «πιάσε την πέτρα και στύψε την». Ήταν απαιτητική αισθητικά και αυτό επηρέασε και την αδερφή μου, Σοφία, και εμένα. Οι γονείς μου ήταν τόσο αταίριαστοι που, με μια περίεργη διαστροφή, ταίριαζαν. Ο ένας ήταν της επιβίωσης. Η άλλη ερχόταν από έναν κόσμο που είχε μάθει να ορίζει, να επιλέγει, να απαιτεί.
Νομίζω ότι η αρχιτεκτονική έχει ακριβώς αυτή την αμφιθυμία. Είναι τέχνη, αλλά δεν καταλογίζεται πάντα στις τέχνες. Είναι αισθητική, αλλά είναι και πράξη. Είναι ιδέα, αλλά περνάει από συνεργεία, υλικά, λάθη, χρήματα, σώματα, καιρικές συνθήκες, λεπτομέρειες που δεν συγχωρούν.



Πώς θα περιγράφατε τη δική σας γλώσσα σχεδιασμού; Είναι περισσότερο αισθητική ταυτότητα ή στάση απέναντι στον χώρο;
Δεν θα τη χαρακτήριζα «γλώσσα» με την κλασική έννοια. Η γλώσσα του γραφείου μας, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, είναι περισσότερο μια στάση απέναντι στα πράγματα. Με ενδιαφέρει ο χώρος να αποκτά χαρακτήρα μέσα από αντιφάσεις: το προσεγμένο και το ατελές, το πρόχειρο με το ακριβές, το ήσυχο με το έντονο.
Η καθαρότητα, από μόνη της, έχει περιορισμένο ενδιαφέρον για μένα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι παράγει στον χρήστη. Ένας υπερβολικά καθαρός σχεδιαστικά χώρος, για παράδειγμα, σε κάνει να κινείσαι πιο προσεκτικά και να βρίσκεσαι σε μια διαρκή εγρήγορση: «μη λερώσω, μη χαλάσω, μη ξεφύγω». Σε εκπαιδεύει και σου επιβάλλει να μην απλωθείς.
Αντίστοιχα, το ατελές πάτωμα, όταν δεν λειτουργεί σαν χαριτωμένο defect, μπορεί να γίνει σήμα ανοχής. Το ελαφρώς άνισο φως δημιουργεί ζώνες και επιτρέπει απόσυρση. Το ίχνος χρήσης λειτουργεί σαν «κοινωνική άδεια». Εδώ μπορείς να υπάρξεις χωρίς να είσαι προσεκτικός κάθε δευτερόλεπτο.



Πώς μεταφέρεται αυτή η στάση στα ξενοδοχεία και στους χώρους φιλοξενίας σήμερα;
Στα ξενοδοχεία, αυτό γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο. Πολλά από τα ξενοδοχεία που παρουσιάζονται τα τελευταία χρόνια καταλήγουν σε κάτι πιο ύπουλο. Η αποστείρωση γίνεται σκηνοθεσία. Και αυτό έχει ως συνέπεια να παράγουν επισκέπτες-παρατηρητές, αντί για χρήστες.
Ο χώρος σε τοποθετεί, αντί να σε απορροφά. Γίνεσαι μέρος μιας Instagramικής εικόνας, αντί μιας πραγματικής κατάστασης. Η οικειότητα αντικαθίσταται από επίγνωση του εαυτού. Αντί να χαλαρώνεις, αρχίζεις να «φαίνεσαι»: πώς κάθομαι, πώς ακουμπάω, αν ταιριάζω με το περιβάλλον.
Συνεπώς, όταν βρίσκομαι σε τέτοιους, κατά τα άλλα άρτια σχεδιασμένους χώρους, που πρεσβεύουν το quiet luxury, το slow living και όλα αυτά, η αισθητική που πουλιέται ως «ηρεμία», συχνά μου παράγει κάποιο είδος άγχους, παρόλο που έχω πληρώσει κανονικά για να είμαι εκεί.
Επομένως, θα έλεγα ότι η υπερ-επιμελημένη καθαρότητα σπάνια ταυτίζεται με τη φιλοξενία. Συχνά είναι πειθαρχία με ωραίο φωτισμό.

Ποια είναι η σχέση της δουλειάς σας με τον κόσμο της μόδας;
Η σχέση με τη μόδα είναι προσωπική, αλλά κυρίως είναι ζήτημα τρόπου σκέψης. Με έχει επηρεάσει βαθιά η Sophia Kokosalaki, ιδιαίτερα ο τρόπος που μιλούσε για το σώμα και την κίνηση. Την ενδιέφερε το ρούχο ως κάτι που ενεργοποιείται όταν φοριέται, όταν κινείται, όταν αποκτά βάρος, πτώση, αντίσταση. Αυτό προσπαθώ να μεταφέρω στην αρχιτεκτονική.
Με ενδιαφέρει ο χώρος ως κάτι που «φοριέται». Πώς κινείται το σώμα μέσα του, πού επιβραδύνει, πού εκτίθεται, πού βρίσκει καταφύγιο. Η μόδα έχει μια ειλικρινή σχέση με το σώμα και την επιθυμία, και αυτό για μένα είναι πολύ χρήσιμο.
Δεν με ενδιαφέρει η μετάφραση μορφολογικών στοιχείων από τη μόδα στον χώρο. Με ενδιαφέρει η μεταφορά μιας στάσης: ότι κάτι αποκτά νόημα όταν βιώνεται. Προσπαθούμε, λοιπόν, ο χώρος να λειτουργεί ως κάτι παραπάνω από φόντο. Να ζητά από το σώμα να προσαρμοστεί, να επιβραδύνει, να εκτεθεί, να επιλέξει, να αγγίξει.
Ο χώρος, όπως και το ένδυμα, ολοκληρώνεται όταν φορεθεί.

Πιστεύετε στη λιτότητα ως κανόνα ποιότητας στην αρχιτεκτονική;
Δεν είμαι σίγουρη ότι συμμερίζομαι την αρχική παραδοχή της ερώτησης, δηλαδή ότι μπορεί να υπάρχει ένας καθολικός κανόνας με τον οποίο κρίνεται η ποιότητα στην αρχιτεκτονική. Έχοντας σπουδάσει και εργαστεί σε διαφορετικές χώρες, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η αρχιτεκτονική χρειάζεται ένα ενιαίο αισθητικό ή ιδεολογικό πλαίσιο. Αντιθέτως, θεωρώ ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική οφείλει να επιτρέπει πολλαπλές στάσεις, διαφορετικές ευαισθησίες και ακόμη και αντιφατικές προσεγγίσεις.
Η λιτότητα μπορεί να παράγει εξαιρετική αρχιτεκτονική. Όπως μπορεί να το κάνει και η αφθονία ή η έντονη υλικότητα. Δεν πιστεύω ότι η ποιότητα βρίσκεται σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες καθαυτές.
Για μένα, μία από τις πρώτες φορές που είδα αυτή τη λιτή προσέγγιση να εκφράζεται με πραγματική δύναμη ήταν σε έργα της αρχιτέκτονα Κaterina Tsigarida στο Πήλιο, πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Εκείνη η δουλειά είχε κάτι πολύ φρέσκο και ουσιαστικό. Η λιτότητα δεν ήταν αισθητική συνταγή αλλά αποτέλεσμα μιας βαθύτερης σχέσης με το τοπίο, τα υλικά και τον τρόπο ζωής.

Όμως, όπως συμβαίνει συχνά, μια ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική στάση αναπαράχθηκε, εμπορευματοποιήθηκε και τελικά μετατράπηκε σε προϊόν. Σήμερα βλέπουμε συχνά μια αισθητική «ήσυχης πολυτέλειας», μοναστικής απλότητας και επιμελημένης γαλήνης, η οποία συνδέεται έντονα με την ανάπτυξη του τουρισμού και τη βιομηχανία του ευ ζην. Δεν είμαι βέβαιη ότι αυτό αποτελεί πλέον αρχιτεκτονική θέση· πολλές φορές μοιάζει περισσότερο με branding.
Αυτό δε σημαίνει ότι η λιτότητα έχει εξαντληθεί ως εργαλείο. Εκείνο που θεωρώ ότι έχει εξαντληθεί είναι η ιδέα ότι μία συγκεκριμένη αισθητική μπορεί να λειτουργεί ως καθολικό μέτρο ποιότητας.
Προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει να υπηρετώ κάποιο αισθητικό δόγμα, είτε αυτό είναι η λιτότητα είτε το αντίθετό της. Με ενδιαφέρει κάθε έργο να βρίσκει τη δική του γλώσσα, να ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια στους ανθρώπους που θα το χρησιμοποιήσουν και να δημιουργεί τη συναισθηματική εμπειρία που χρειάζεται. Άλλο απαιτεί μια μεγάλη κατοικία υψηλής τεχνικής πολυπλοκότητας, άλλο ένα μικρό ξενοδοχείο και άλλο ένας χώρος καθημερινής εργασίας και συνύπαρξης.

Προφανώς η επίλυση της κάτοψης έχει σημασία. Και η μορφή έχει σημασία. Μήπως όμως ο χώρος είναι και εμπειρία, layers αφηγήσεων, εποχών και υλικών και αυτό συνιστά δουλειά του αρχιτέκτονα;
Προφανώς, η επίλυση της κάτοψης έχει σημασία. Είναι βασικό κομμάτι της δουλειάς μας και πολλές φορές είναι και το πιο δύσκολο. Αλλά δεν πιστεύω ότι εκεί τελειώνει η αρχιτεκτονική.
Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βιώνουν ποτέ μια κάτοψη. Δεν κινούνται μέσα σε διαγράμματα. Βιώνουν ατμόσφαιρες, σχέσεις, συνήθειες, μικρές καθημερινές τελετουργίες. Βιώνουν το πώς πέφτει το φως στο τραπέζι όπου πίνουν τον καφέ τους κάθε πρωί, πού επιλέγουν να καθίσουν, όταν θέλουν να μείνουν μόνοι τους, πού συναντιούνται αυθόρμητα με τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού. Σε κάθε έργο προσπαθούμε να καταλάβουμε όχι μόνο τι πρέπει να χωρέσει μέσα σε ένα κτίριο, αλλά και τι είδους ζωή πρόκειται να συμβεί εκεί. Ποιοι άνθρωποι θα το χρησιμοποιούν, ποιες συνήθειες έχουν, τι χρειάζονται, τι τους ηρεμεί, τι τους φέρνει κοντά ή τι τους επιτρέπει να απομονωθούν όταν το χρειάζονται.
Αυτό είναι ίσως και το πιο σύνθετο κομμάτι της δουλειάς μας, γιατί δεν μπορείς να το εξηγήσεις πλήρως, ούτε με μια κάτοψη, ούτε με μια φωτορεαλιστική απεικόνιση. Υπάρχει πάντα ένα κομμάτι που παραμένει άυλο. Μια ατμόσφαιρα, μια πρόθεση, μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να βιωθεί ο χώρος. Και σε μεγάλο βαθμό ο πελάτης καλείται να σε εμπιστευτεί σε αυτό. Να εμπιστευτεί ότι πίσω από εκατοντάδες μικρές αποφάσεις, υπάρχει μια συνολική σκέψη για το πώς θα αισθάνεται και πώς θα ζει μέσα σε αυτόν τον χώρο όταν το έργο ολοκληρωθεί.


Ένα ή περισσότερα έργα σας που σας καθόρισαν και οι λόγοι. Τι σημαίνει για εσάς context και αρχιτεκτονική;
Ένα έργο που θυμάμαι συχνά είναι το “A Summer Story” στην Κρήτη, όχι επειδή είναι το πιο γνωστό μας έργο, αλλά επειδή άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμουν τη σχέση ανάμεσα στον σχεδιασμό και τη ζωή που πρόκειται να συμβεί μέσα σε έναν χώρο.
Οι πελάτες ήταν φίλοι της αδερφής μου και από την αρχή υπήρχε μια κοινή επιθυμία: να δημιουργήσουμε ένα σπίτι που να μοιάζει σαν να ήταν πάντα εκεί. Όχι ένα καινούργιο αντικείμενο στο τοπίο, αλλά ένα σπίτι που ανήκει φυσικά στον τόπο και στην καθημερινότητα των ανθρώπων του.
Θυμάμαι ότι σε μια πολύ πρώιμη φάση του έργου, μαζί με τον συνεργάτη μου Ιάσονα Βαγιανό, γράψαμε ένα μικρό κείμενο με τίτλο “A Summer Story”. Περιγράφαμε μια καλοκαιρινή μέρα στο σπίτι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τον ήχο της καμπάνας από το χωριό, τα παιδιά που τρέχουν ανάμεσα στα κτίσματα, το πρωινό στη σκιά των δέντρων, τους φίλους που καταφθάνουν χωρίς βιασύνη, το φαγητό που ετοιμάζεται, το απογευματινό φως και τη σιέστα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι εκείνη τη στιγμή το σπίτι δεν είχε ακόμη χτιστεί.
Κοιτώντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι αυτό το κείμενο περιέγραφε κάτι που θεωρώ ακόμη πολύ σημαντικό: η αρχιτεκτονική δεν αφορά μόνο το κτίριο, αλλά τη ζωή που φαντάζεσαι ότι θα φιλοξενήσει.
Ίσως γι’ αυτό όταν μιλάω για context δεν αναφέρομαι μόνο στο φυσικό περιβάλλον, στο τοπίο ή στα υλικά. Context είναι επίσης οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, οι συνήθειές τους, οι αναμνήσεις που φέρνουν μαζί τους και οι νέες αναμνήσεις που ελπίζουν να δημιουργήσουν.
Το φυσικό τοπίο, η κοινωνική ζωή και η μνήμη του τόπου δεν είναι για μένα τρεις ξεχωριστές έννοιες. Είναι τρία στρώματα της ίδιας ιστορίας. Και η δουλειά του αρχιτέκτονα είναι να τα ακούσει προσεκτικά πριν αρχίσει να σχεδιάζει.

Σε μια περίοδο, όπου η εικόνα της αρχιτεκτονικής διακινείται έντονα ψηφιακά, πώς διασφαλίζετε ότι η δουλειά σας δεν εξαντλείται στην εικόνα;
Οι φωτογραφίες είναι σημαντικές, αλλά δείχνουν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Δείχνουν πώς φαίνεται ένας χώρος. Δεν δείχνουν πώς ακούγεται, πώς χρησιμοποιείται ή πώς αλλάζει μέσα στον χρόνο, αν γερνά όμορφα ή όχι.
Με ενδιαφέρουν πολύ τα νέα εργαλεία, τα renders, η τεχνητή νοημοσύνη και οι δυνατότητες πειραματισμού που προσφέρουν. Όμως τα βλέπω ως εργαλεία διερεύνησης και όχι ως τελικό προορισμό.
Η πραγματική δοκιμασία ενός έργου ξεκινά όταν κατοικηθεί.
Και η επιτυχία του κρίνεται, συνήθως, χρόνια μετά τη στιγμή που φωτογραφήθηκε.

Διαβάστε επίσης:
The Nest & The Cascades: Η Zaha Hadid Architects μεταμορφώνει τα Τίρανα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Άδεια αναψυχής 2026: Ο πλήρης οδηγός για εργαζόμενους και εργοδότες – Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για δικαιώματα, υποχρεώσεις και παγίδες
- Φωτιά στο Ωραιόκαστρο: Στον εισαγγελέα ο 76χρονος που με το αυτοκίνητό του προκάλεσε σπινθήρες
- Τοξικό νέφος στη Θεσσαλονίκη από τη μεγάλη φωτιά στο Ωραιόκαστρο
- Κυριάκος Μητσοτάκης για τη δολοφονική εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη: Οι δράστες θα βρεθούν και θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.