Τρεις άρσεις ασυλίας μέσα σε λίγους μήνες. Δεν θα μιλήσουμε για τοξικές συμπεριφορές και αγένεια και διαταραχές. Για τα μετρήσιμα μόνο. Τρεις άρσεις ασυλίας και πολλές εκκρεμείς υποθέσεις.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι σε διαρκή επιχείρηση αυτοπροβολής (νομικής και τηλεοπτικής). Αγαπημένη μέθοδος να παρουσιάζει τον εαυτό της ως το μόνο θύμα σε κάθε υπόθεση στην οποία εμπλέκεται.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης την αδικεί. Οι δικαστές της Λάρισας συγκαλύπτουν την αλήθεια για τα Τέμπη. Όλοι εναντίον της, πάντα, και αυτό ακριβώς της δίνει το δικαίωμα να κάνει ό,τι κάνει. Να ασχημονεί, να αφήνει υπονοούμενα, να ειρωνεύεται, να διακόπτει, να φωνάζει.
Όταν κάθε αντίπαλος είναι εχθρός, κάθε θεσμός διεφθαρμένος και κάθε διαδικασία παγίδα, κάποια στιγμή σταματάς να πείθεις και αρχίζεις απλώς να κουράζεις τον πολύ κόσμο. Εκτός από εκείνους που έχουν στο μυαλό τους μια διαρκή συνομωσία και βλέπουν την αρχηγό της Πλεύσης σαν Ζών Ντ’Αρκ. Σε αυτούς απευθύνεται, στους πεφωτισμένος που την ακολουθούν.
Ας δούμε όμως πώς το έχει οργανώσει όλο αυτό. Υποβάλλει κάποιος μήνυση εναντίον της και εκείνη κάνει αντιμήνυση. Δικαστές χειρίζονται υποθέσεις που δεν της αρέσουν και εκείνη καταθέτει αιτήσεις εξαίρεσής τους. Αστυνομικός καταθέτει εναντίον της και ακολουθεί μήνυση. Υπουργός παραπονιέται δημοσίως και ακολουθεί μήνυση. Πρώην συνεργάτισσά της τη μηνύει και ακολουθεί αντιμήνυση.
Ελέγχεται από την Επιθεώρηση Εργασίας και ο υπάλληλος μπαίνει στο Αυτόφωρο. Επειδή μπορεί. Γνωρίζει τα νομικά τερτίπια και κάνει κατάχρηση.
Η λογική είναι απλή: όποιος τολμήσει να βρεθεί απέναντί της, δεν θα φύγει αλώβητος. Θα τον κυνηγά ώσπου να φωνάξει «ήμαρτον». Αυτό όμως δεν είναι νομική υπεράσπιση, είναι νομιμοφανής στρατηγική τρομοκράτησης.
Στη Λάρισα, εκεί που υποτίθεται ότι υπηρετεί τα θύματα των Τεμπών, κατηγορείται για παράνομη βιντεοσκόπηση και παραβίαση απορρήτου. Αυτό δεν είναι υπεράσπιση. Είναι δολιοφθορά στη διαδικασία. Οι οικογένειες των νεκρών δεν χρειάζονται έναν συνήγορο που γίνεται ο ίδιος υπόθεση, που μετατρέπει κάθε δικαστική αίθουσα σε σκηνή και κάθε ακροαματική διαδικασία σε προσωπικό έπος.
Στη Βουλή το σκηνικό επαναλαμβάνεται επακριβώς. Παρεμβάσεις που δεν τελειώνουν, ενστάσεις ως εργαλείο παρακώλυσης, εντάσεις που καταγράφονται και ανεβαίνουν στα social media την ίδια κιόλας ώρα. Υπάρχει σαφής στρατηγική σε αυτό και δεν έχει καμία σχέση με τις κοινοβουλευτικές υποχρεώσεις ή τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Η Πλεύση Ελευθερίας έχει παγιδευτεί στην προσωπικότητα της αρχηγού της. Το κόμμα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από εκείνη, και εκείνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς διαρκή σύγκρουση. Όταν τελειώσουν οι εχθροί, θα τελειώσει εκλογικά. Οπότε οι εχθροί δεν σταματούν ποτέ, και αν δεν υπάρχουν, δημιουργούνται. Κάθε μήνυση που καταθέτει είναι ανακοίνωση παρουσίας και παράκληση για προσοχή. Το ακροατήριό της το αντιλαμβάνεται και επαινεί.
Οι πρακτικές της έχουν κόστος που δεν πληρώνει η ίδια. Το πληρώνουν δικαστές που βρίσκονται αντιμέτωποι με μηνύσεις επειδή έκαναν τη δουλειά τους. Το πληρώνουν θεσμοί που δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά όταν κάθε διαδικασία γίνεται πεδίο μάχης. Το πληρώνουν οι ίδιες οι οικογένειες των Τεμπών, που βλέπουν τη δίκη τους να επιβαρύνεται από μια συνήγορο που έχει βάλει τον εαυτό της στο επίκεντρο.
Η ασυλία αίρεται, οι δίκες ξεκινούν, και η ίδια ετοιμάζει ήδη την επόμενη τηλεοπτική εμφάνιση για να εξηγήσει γιατί φταίνε όλοι οι άλλοι. Επαρκεί άραγε η άρση της ασυλίας; Φυσικά όχι. Μια μέθοδος θα ήταν η απομόνωση. Μόλις ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής, να αδειάζει η αίθουσα. Μόλις σηκώνεται να μιλήσει, οπουδήποτε, να φεύγουν όλοι. Επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις, σαν της Ζων Ντ’Αρκ, θέλει πολλά μέτρα για να σταματήσει να παρακωλύει τα πάντα.
Διαβάστε επίσης
Νίκος Ανδρουλάκης: Συζήτηση για τη συζήτηση