Η είσοδος της Superbet στην ελληνική αγορά δεν πέρασε απαρατήρητη. Το αντίθετο. Έγινε με θόρυβο, με χρήμα και με κινήσεις που σε μια ώριμη αγορά όπως το online gaming δημιουργούν εύλογα οσο και μυστήρια ερωτήματα. Όχι μόνο για τη στρατηγική της, αλλά κυρίως για το πώς ακριβώς στήθηκε το επιχειρηματικό της αποτύπωμα στην Ελλάδα.

Το βασικό σημείο που παραμένει ανοιχτό είναι η εξαγορά της Exoplay Limited. Μια συναλλαγή που ουδέποτε ανακοινώθηκε επισήμως.

1

Δεν υπάρχει τίμημα, δεν υπάρχει ποσοστό, δεν υπάρχει καμία απολύτως λεπτομέρεια για το τι αγοράστηκε και με ποιους όρους. Σε μια αγορά όπου η άδεια λειτουργίας αποτελεί περιουσιακό στοιχείο υψηλής αξίας, αυτή η απουσία κρίσιμων στοιχείων δεν περνά απαρατήρητη, δημιουργώντας -φορολογικές και άλλες- υπόνοιες, που είναι βέβαιο ότι η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων εσόδων (ΑΑΔΕ) και το αφεντικό της Γιώργος Πιτσιλής θα ελέγξει.

Τα ερωτήματα πολλά. Μεταξύ αυτών:

Ποιο ήταν το ύψος της συναλλαγής;

Η συναλλαγή έγινε μέσω ελληνικών τραπεζών η αλλοδαπών (πχ Ρουμάνικων) χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων;

Οι εταιρείες των μετόχων που πληρώθηκαν είναι ελληνικές η off shore;

Η συναλλαγή έγινε με μετρητά, με μετοχές άλλων εταιριών συγγενών της superbet η συνδυασμός των δύο;

H υπεραξία, εάν η συναλλαγή έγινε με μετρητά δηλώθηκε στις φορολογικές δηλώσεις των μετόχων που πούλησαν;  Πληρώθηκε φόρος 15% στην υπεραξία στην ελληνική εφορία;

Προφανώς η ΑΑΔΕ θα πρέπει να ακολουθήσει τις διαδρομές του χρήματος για να βγάλει άκρη.

Η άδεια μέσω Exoplay και το κενό πληροφόρησης

Η Superbet μπήκε στην ελληνική αγορά αξιοποιώντας την αδειοδοτημένη βάση της Exoplay.

Η Επιτροπή Παιγνίων ενέκρινε τη μεταβίβαση της άδειας τύπου 2, που αφορά διαδικτυακά παίγνια καζίνο, (ενώ στη συνέχεια η Superbet προχώρησε και στην απόκτηση άδειας τύπου 1 για το online στοίχημα) αξίας 2 εκατ. ευρώ.

Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η διαδικασία αυτή καθαυτή. Είναι το τι προηγήθηκε και το τι δεν γνωστοποιήθηκε ποτέ. Η Exoplay ήταν μια εταιρεία έτοιμη να λειτουργήσει, με γραφεία στην Παλλήνη, προσωπικό άνω των 15 ατόμων και επιχειρησιακή προετοιμασία για είσοδο στην αγορά. Ξαφνικά, η δραστηριότητα σταμάτησε. Και στη θέση της εμφανίστηκε η Superbet, πατώντας πάνω στην ίδια αδειοδοτική υποδομή.

Τα ερωτήματα σύνθετα αλλά παραμένουν αναπάντητα: ποιο ήταν το τίμημα αυτής της μετάβασης; Αγοράστηκε το σύνολο της εταιρείας ή μονάχα κάποιο ποσοστό; Υπήρξε μεταβίβαση μετοχών ή άλλη μορφή συμφωνίας;

Σε άλλες αγορές, τέτοιες συναλλαγές συνοδεύονται από ανακοινώσεις, οικονομικά στοιχεία και σαφήνεια.

Το σημειώνουν και στελέχη της αγοράς. Εδώ, τίποτα. Σιωπή.

Χορηγίες πριν από την παρουσία

Την ίδια στιγμή, η Superbet κινήθηκε επιθετικά στο μέτωπο των χορηγιών. Έκλεισε συμφωνίες με δύο μεγάλες ΠΑΕ, τον Παναθηναϊκό και τον ΠΑΟΚ, με ποσά που, σύμφωνα με πληροφορίες και δημοσιεύματα που δεν έχουν διαψευστεί, φτάνουν τα 6 εκατ. ευρώ ανά ομάδα.

Συνολικά 12 εκατ. ευρώ για παρουσία στη φανέλα σε μια σεζόν διάρκειας περίπου δέκα μηνών.

Το παράδοξο είναι χρονικό. Η εταιρεία εξασφάλισε επίσημη άδεια λειτουργίας στα τέλη Μαρτίου του 2026. Το πρωτάθλημα είχε ξεκινήσει από τον Αύγουστο του 2025. Δηλαδή, για περίπου οκτώ μήνες, η Superbet είχε συμφωνίες υψηλού κόστους χωρίς να έχει επίσημη παρουσία στην αγορά.

Πρόκειται για επιλογή στρατηγικής ή για επιθετική τοποθέτηση με στόχο την άμεση αναγνωρισιμότητα; Σε κάθε περίπτωση, το ρίσκο είναι εμφανές και συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο χρηματοδοτικό μοντέλο της εταιρείας.

Δανεισμός 1,3 δισ. ευρώ και πίεση για ανάπτυξη

Η μητρική Superbet δεν κρύβει ότι βασίζεται σε ισχυρή χρηματοδότηση. Το refinancing του 2025, ύψους περίπου 1,3 δισ. ευρώ, της μητρικής εταιρείας με τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, διαμόρφωσε ένα μοντέλο ταχείας επέκτασης. Αυτό το μοντέλο απαιτεί γρήγορα αποτελέσματα.

Μερίδιο αγοράς, αναγνωρισιμότητα, παρουσία. Δεν αφήνει περιθώρια για αργές κινήσεις. Και εξηγεί σε ένα βαθμό την επιθετική πολιτική χορηγιών και το timing της εισόδου.

Ωστόσο, η εξάρτηση από υψηλό δανεισμό σημαίνει και αυξημένες απαιτήσεις απόδοσης. Και αυτό μεταφράζεται σε πίεση για άμεση εμπορική επιτυχία σε κάθε νέα αγορά.

Οι άνθρωποι πίσω από την Exoplay

Η Exoplay δεν ήταν μια “ανώνυμη εταιρεία”. Μέτοχοι ήταν γνωστά πρόσωπα της αγοράς: Μεταξύ αυτών, ο Παναγιώτης Νίκας και ο Γιώργος Νίκας -τέως μέτοχος της Νίκας και της Mega Yeeros, ο οποίος εξακολουθεί να έχει προβλήματα με τις ΗΠΑ-, ο Κωνσταντίνος Κουμάτος, τότε διευθύνων σύμβουλος της Exoplay, ο Αλέξανδρος Στρογγυλός, έμπειρο στέλεχος με θητεία και στον ΟΠΑΠ στο παρελθόν καθώς και ο Θανάσης Πριόβολος, παράγοντας στο χώρο του ποδοσφαίρου (πρώην μέτοχος στην ομάδα του Αγίου Δημητρίου κλπ.). 

Η παρουσία τους δείχνει ότι υπήρχε σχέδιο, γνώση της αγοράς και προετοιμασία.

Το γεγονός ότι μια τέτοια δομή αποσύρθηκε χωρίς εξηγήσεις ενισχύει τα ερωτήματα. Δεν πρόκειται για μια τυπική αποχώρηση. Πρόκειται για μια αλλαγή κατεύθυνσης που συνέπεσε με την είσοδο ενός μεγάλου διεθνούς παίκτη.

Οι επιχειρηματίες (Νίκας, Πριόβολος, Κουμάτος, Στρογγυλός κλπ) δεν εξήγησαν ποτέ γιατί έκαναν πίσω.

Την Superbet «τρέχει» τώρα ως Country Manager στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καλαμβόκης.

Ο Καλαμβόκης δηλαδή το νυν αφεντικό της SUPEPBET ή άλλος από την εταιρεία ουδέποτε μίλησαν δημόσια για την Exoplay.

Προφανώς θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις στις ελληνικές φορολογικές αρχές.

Ένα ομιχλώδες τοπίο

Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται η έλλειψη διαφάνειας. Η Superbet έχει επενδύσει σημαντικά ποσά, έχει κινηθεί γρήγορα και έχει αποκτήσει θέση στην αγορά.

Όμως, το βασικό κομμάτι της εισόδου της, η εξαγορά της Exoplay, παραμένει χωρίς σαφή οικονομικά στοιχεία.

Σε μια αυστηρά ρυθμιζόμενη αγορά από την ΕΕΕΠ, όπου η άδεια λειτουργίας είναι το βασικό εισιτήριο εισόδου, η απουσία πληροφόρησης για το κόστος και τους όρους μιας τέτοιας συναλλαγής δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όχι απαραίτητα για τη νομιμότητα, αλλά για τη δομή, τη στρατηγική και τις πραγματικές διαστάσεις της επένδυσης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα τοπίο με πολλές σκιές και λίγες απαντήσεις.

Και μια υπόθεση που, όσο δεν ξεκαθαρίζει, θα συνεχίσει να απασχολεί την αγορά και τις ελληνικές φορολογικές αρχές.

Διαβάστε επίσης:

Σάσα Ντράγκιτς (Superbet): Ο υπέρογκος δανεισμός και τα ερωτήματα για την… πανάκριβη είσοδο στην ελληνική αγορά