ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Με σαφές μήνυμα προτίμησης για τις μετοχές του ΟΤΕ και της Metlen επανήλθε ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος Morgan Stanley, προτείνοντας θετικές συστάσεις «overweight» και υψηλές τιμές στόχους για τις δύο μετοχές.
Για τη Metlen σημειώνει ότι το 2026 αποτελεί έτος μετάβασης, αλλά με ισχυρή ορατότητα για επιτάχυνση της κερδοφορίας από το 2027, διατηρώντας σύσταση «overweight» και τιμή στόχο τα 55 ευρώ, σε ανάλυση που υπογράφουν οι Ioannis Masvoulas και η ομάδα του, μετά από διαδικτυακή συνάντηση με τη διοίκηση στο πλαίσιο roadshow στο Λονδίνο (22 Απριλίου 2026).
Για τον ΟΤΕ διατηρούν τη σύσταση «overweight» με νέα υψηλότερη τιμή στόχο στα 21,4 ευρώ (από 20,70 ευρώ πριν), καθώς η Lindsey Zastawny με την ομάδα της (21 Απριλίου 2026) εκτιμούν ότι η επενδυτική ιστορία του ομίλου παραμένει ισχυρή, παρά δύο βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας που κρατούν τη μετοχή σε πιο συγκρατημένη πορεία.
Πιο αναλυτικά για τη Metlen, το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης των αναλυτών της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας είναι ότι το επενδυτικό στόρι του ομίλου δεν αλλάζει, αντίθετα ενισχύεται από τις εξελίξεις στις αγορές μετάλλων και ενέργειας, με τη διοίκηση να εμφανίζεται ακόμη πιο αισιόδοξη για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου EBITDA κοντά στα 2 δισ. ευρώ.
Η Morgan Stanley βλέπει το 2026 ως ένα «έτος συλλογής», με ενίσχυση ταμειακών ροών και σταδιακή απομόχλευση, πριν από την ουσιαστική επιτάχυνση που θα προέλθει κυρίως από τον κλάδο μετάλλων. Ειδικότερα, η παραγωγή γαλλίου και η επέκταση της αλουμίνας αναμένεται να αρχίσουν να αποδίδουν από το δεύτερο εξάμηνο του 2027, με πλήρη ανάπτυξη έως το 2028.
Η εικόνα των εκτιμήσεων της Morgan Stanley αποτυπώνει αυτή τη δυναμική, καθώς το EBITDA από 1,07 δισ. ευρώ το 2026 ανεβαίνει στα 1,34 δισ. το 2027 και στα 1,6 δισ. ευρώ το 2028, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή αυξάνονται από 3,83 ευρώ το 2026 σε 6,57 ευρώ το 2028. Σε όρους αποτίμησης, αυτό μεταφράζεται σε σημαντική συμπίεση των πολλαπλασιαστών, με τον δείκτη P/E να υποχωρεί στις 5 φορές έως το 2028.
Κομβικό ρόλο στην ορατότητα της κερδοφορίας παίζει η στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου. Η εταιρεία έχει ήδη «κλειδώσει» την παραγωγή αλουμινίου και το κόστος φυσικού αερίου για την περίοδο 2026-2027 σε επίπεδα χαμηλότερα της αγοράς, ενώ σημαντικό μέρος των συμβολαίων αλουμίνας συνδέεται με τις τιμές αλουμινίου. Αυτό, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των premia σε billet και slab, δημιουργεί σαφή ανοδική δυναμική για τα αποτελέσματα.
Παράλληλα, η Morgan Stanley επισημαίνει ότι το ενεργειακό σκέλος λειτουργεί ως «σταθεροποιητής» του ομίλου. Με παραγωγή περίπου 10 TWh και μερίδιο αγοράς λίγο πάνω από 20%, η Metlen διαθέτει ένα ισορροπημένο μοντέλο μεταξύ παραγωγής και προμήθειας, περιορίζοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις των τιμών spot. Το περιθώριο εκτιμάται κοντά στα 40 ευρώ ανά MWh, ενώ η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου, λόγω γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, λειτουργεί υποστηρικτικά για τη δραστηριότητα εμπορίας.
Την ίδια στιγμή, η κρίση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τη σχετική ελκυστικότητα των επενδύσεων σε ηλιακή ενέργεια και αποθήκευση (BESS), με τη διοίκηση να βλέπει αυξανόμενη ζήτηση για τέτοιες λύσεις ως ανταγωνιστική μορφή βασικής παραγωγής.
Στο μέτωπο των επενδύσεων, το 2026 χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες να διαμορφώνονται κάτω από 1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 60% κατευθύνεται σε μέταλλα και άμυνα και το υπόλοιπο στις ΑΠΕ. Παράλληλα, η εταιρεία στοχεύει σε μείωση της μόχλευσης κοντά στις 2 φορές EBITDA έως το τέλος του 2026, από περίπου 3,1 φορές το 2025, μέσω αυξημένων κερδών και θετικών ελεύθερων ταμειακών ροών .
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη δραστηριότητα MPP (έργα EPC), η οποία παραμένει μη βασικός τομέας. Μετά τα προβλήματα σε συγκεκριμένα projects, η διοίκηση έχει ενισχύσει τους μηχανισμούς ελέγχου και στοχεύει στην ολοκλήρωση 11 από τα 13 έργα έως το 2026, επαναπροσανατολίζοντας τη δραστηριότητα σε δίκτυα και data centers.
Τέλος, σημαντικό καταλύτη αποτελεί και το σχέδιο εισαγωγής της Metka (υποδομές και παραχωρήσεις), με EBITDA που εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 140-150 εκατ. ευρώ το 2026. Η πιθανή πώληση ποσοστού 25%-50% θα μπορούσε να αποφέρει 230-460 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας τη χρηματοδότηση της περαιτέρω ανάπτυξης.
Γιατί βλέπουν στον ΟΤΕ ισχυρή ανάπτυξη και ελκυστική αποτίμηση
Η εικόνα που περιγράφει ο οίκος για τον ΟΤΕ είναι χαρακτηριστική της φάσης στην οποία βρίσκεται η μετοχή με ισχυρά θεμελιώδη, σταθερή κερδοφορία και υψηλές ταμειακές ροές, αλλά και εξωγενείς παράγοντες που περιορίζουν το rerating.
Η Morgan Stanley αναλύει δύο εναλλακτικά σενάρια. Το αισιόδοξο σενάριο βλέπει σημαντικά υψηλότερη αξία, με αποτίμηση που μπορεί να φτάσει έως και τα 30,3 ευρώ ανά μετοχή. Η προϋπόθεση είναι ο ΟΤΕ να διατηρήσει ισχυρή τιμολογιακή δύναμη, αξιοποιώντας τη μετάβαση των πελατών σε ακριβότερα πακέτα δεδομένων και την αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες υψηλής ταχύτητας. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός, κυρίως από τη ΔΕΗ στις οπτικές ίνες, δεν καταφέρνει να πιέσει ουσιαστικά την αγορά. Σε αυτό το σενάριο, η βελτίωση των περιθωρίων είναι πιο έντονη, οδηγώντας την αποτίμηση έως και στις 8,5 φορές EV/EBITDA, με σημαντικό rerating της μετοχής.
Αντίθετα, στο δυσμενές σενάριο, η τιμή της μετοχής θα μπορούσε να υποχωρήσει προς τα 15,2 ευρώ. Η βασική υπόθεση εδώ είναι ότι ο ανταγωνισμός εντείνεται, με τη ΔΕΗ να καθίσταται ουσιαστικός παίκτης στις οπτικές ίνες, οδηγώντας σε πιέσεις τιμών. Παράλληλα, η μετάβαση των πελατών σε συμβόλαια υψηλότερης αξίας επιβραδύνεται, περιορίζοντας την αύξηση των εσόδων. Σε αυτό το περιβάλλον, η βελτίωση των περιθωρίων είναι περιορισμένη, ενώ η αποτίμηση υποχωρεί έως τις 4,5 φορές EV/EBITDA, αντανακλώντας αυξημένο ρίσκο.
Πρώτος παράγοντας είναι η είσοδος της ΔΕΗ στη σταθερή τηλεφωνία μέσω οπτικών ινών, με ιδιαίτερα επιθετική τιμολόγηση, έως και 50% χαμηλότερη σε σχέση με τους παραδοσιακούς παρόχους. Ωστόσο, η Morgan Stanley εμφανίζεται καθησυχαστική, σημειώνοντας ότι μέχρι σήμερα η διείσδυση παραμένει περιορισμένη, μόλις περίπου 13 χιλ. συνδέσεις σε δίκτυο που καλύπτει 1 εκατ. νοικοκυριά, ενώ ο ΟΤΕ δεν έχει δει ουσιαστική επίπτωση στα μεγέθη του.
Δεύτερος παράγοντας είναι η μετάβαση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε αναπτυγμένη αγορά στους δείκτες MSCI, η οποία μετατίθεται για τον Μάιο του 2027. Η αβεβαιότητα για το αν ο ΟΤΕ θα συμπεριληφθεί στους βασικούς δείκτες δημιουργεί βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, με την Morgan Stanley να επισημαίνει ότι το κρίσιμο “cut-off” θα είναι στα τέλη Απριλίου 2027.
Παρά τα παραπάνω, η επενδυτική τράπεζα θεωρεί ότι η βασική επενδυτική ιστορία δεν έχει αλλάξει. Ο ΟΤΕ παραμένει ο ηγέτης της αγοράς με το ισχυρότερο δίκτυο, γεγονός που του επιτρέπει να διατηρεί υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κλάδο.
Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες κινητής, όπου η αύξηση εσόδων εκτιμάται κοντά στο +3% ετησίως έως το 2030, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κινείται κοντά στο 0%. Παράλληλα, η μετάβαση των πελατών σε ακριβότερα πακέτα δεδομένων και η ενίσχυση των υπηρεσιών ICT δημιουργούν πρόσθετες πηγές εσόδων.
Σε επίπεδο ομίλου, η Morgan Stanley προβλέπει ετήσια αύξηση εσόδων περίπου +2,5%, EBITDA περίπου +3% και ελεύθερων ταμειακών ροών +9% έως το 2030, με την κερδοφορία να ενισχύεται και από μέτρα εξοικονόμησης κόστους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην αμυντική δομή του ισολογισμού. Ο ΟΤΕ διαθέτει πολύ χαμηλή μόχλευση, με δείκτη καθαρού δανεισμού προς EBITDA μόλις 0,2 φορές, γεγονός που τον προστατεύει από την άνοδο των επιτοκίων. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή του έκθεση είναι σε μεγάλο βαθμό καλυμμένη μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων, περιορίζοντας τον αντίκτυπο ακόμη και σε σενάρια έντονης αύξησης του κόστους ενέργειας.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η εικόνα παραμένει ελκυστική. Η μετοχή διαπραγματεύεται με δείκτη P/E 10,8 φορές για το 2027 και ελεύθερη ταμειακή απόδοση περίπου 8,5%, υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 6%. Παράλληλα, η συνολική απόδοση προς τους μετόχους, μέσω μερισμάτων και επαναγορών, εκτιμάται επίσης στο 8,5%, επίπεδο που υπερβαίνει αισθητά την απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου.
Η Morgan Stanley αφήνει μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο ακόμη υψηλότερων διανομών, εφόσον ο όμιλος συνεχίσει να κατανέμει το σύνολο των ελεύθερων ταμειακών ροών στους μετόχους, όπως έκανε την προηγούμενη χρονιά.
Συνολικά, το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές και είναι ότι ο ΟΤΕ βρίσκεται σε φάση ώριμης ανάπτυξης με ισχυρές ταμειακές ροές και υψηλές αποδόσεις, ενώ οι πρόσφατες πιέσεις σχετίζονται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες. Για τη Morgan Stanley, η ισορροπία αυτή διατηρεί το επενδυτικό προφίλ ελκυστικό, με το story να μετατοπίζεται από την απλή σταθερότητα σε μια πιο καθαρή περίπτωση αξίας με ανάπτυξη.
Διαβάστε επίσης:
J.P. Morgan για ΔΕΗ: Γιατί η ΑΜΚ 4 δισ. ευρώ δεν «τρομάζει» την αγορά
Moody’s: Τι αλλάζει στις αξιολογήσεις των τραπεζών – Αναβάθμιση για την Πειραιώς
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Έλια Πορταλάκη: Ποια είναι η γυναίκα, που «ξεκλειδώνει» τον κόσμο του Οίκου Sotheby’s στην Ελλάδα
- Λάτσιο: Συμφωνία 20,5 εκατ. ευρώ με την Polymarket και το «παράθυρο» για νέα έσοδα στην Ευρώπη
- Οι Έλληνες εφοπλιστές – πρωταγωνιστές των γηπέδων
- Ο φόβος της 7ης Μαΐου για τον ΚΜ, γιατί ο Μακρόν θυμήθηκε τον Παπασταύρου, το alter ego του Πιέρρ κι ένα αποκλειστικό για την απονομή Δικαιοσύνης
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.