ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ποιες ήταν οι εορταστικές τελετουργίες στην αυλή του βυζαντινού αυτοκράτορα; Ποια η πορεία του από τα ανάκτορα προς την Αγία Σοφία; Και ποια η επίσημη ενδυμασία του; Πώς ήταν το επίσημο αυτοκρατορικό τραπέζι με τα πολυτελή σκεύη; Πότε και πώς καθιερώθηκαν οι χριστιανικές γιορτές και ποια ήταν τα έθιμα του Δωδεκαημέρου;
Αρχαιολόγοι, ιστορικοί της τέχνης, ειδικοί επιστήμονες στην ιστορία και τον πολιτισμό του Βυζαντίου απαντούν με κείμενά τους στο επετειακό αφιέρωμα του mononews για τις Γιορτές των Χριστουγέννων.
Το βυζαντινό καλαντάρι: Γιορτάζοντας τον Δεκέμβρη και το Δωδεκαήμερο
Γράφει η αρχαιολόγος δρ Αντιγόνη Τζιτζιμπάση

Από την παρατήρηση της φύσης στα πρώτα ημερολόγια

Η έννοια του χρόνου απασχόλησε από πολύ νωρίς τον άνθρωπο καθώς σχετίζεται με την ίδια του την ύπαρξη πάνω στη γη. Επαναλαμβανόμενα φυσικά φαινόμενα, με πιο σημαντικό η εναλλαγή μέρας-νύχτας, τον βοήθησαν να συνειδητοποιήσει την πρώτη μονάδα μέτρησης του χρόνου, την ημέρα, που σχετίζεται με την παρουσία του ζωοποιού Ήλιου ενώ η παρατήρηση της Σελήνης και των φάσεων της στην επόμενη μονάδα μέτρησης του χρόνου, τον σεληνιακό μήνα, που αντιστοιχεί σε 29 σχεδόν ημέρες. Στην ελληνική γλώσσα άλλωστε, η λέξη μήνας προέρχεται από τη Μήνη, την ονομασία της Σελήνης όταν αποκτά το μηνοειδές, σε μορφή δρεπανιού, σχήμα της.
Η ανάπτυξη της γεωργίας σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει ήδη κατανοήσει τα επίγεια φυσικά σημάδια του χρόνου: βλάστηση, καρποφορία, ξηρασία, αναγέννηση και τη διαδοχή των εποχών: κρύο, ζέστη, βροχές και μπορεί να προβλέψει την περιοδική επανάληψή τους και να προγραμματίσει τις αγροτικές κυρίως δραστηριότητές του. Δημιουργεί έτσι το πρώτο ημερολόγιο, που η εφεύρεσή του συχνά αποδίδεται σε κάποιον μυθικό ήρωα που το χαρίζει στους ανθρώπους. Για τους αρχαίους Έλληνες είναι ο Προμηθέας, ενώ για τους Ρωμαίους ο Ρωμύλος (8ος αι. π.Χ.), θρυλικός ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς της Ρώμης και ο Νουμάς Πομπίλιος (8ος-7ος αι. π.X.) που τον διαδέχτηκε. Για τους αρχαίους Έλληνες τις Ώρες, δηλαδή τις εποχές του έτους, τις φέρνει ο θεός Διόνυσος Ωροφόρος όπως μνημονεύεται σε επιγραφή του 3ου αι. μ.Χ της συλλογής μας.
Το ιουλιανό ημερολόγιο, το επίσημο ημερολόγιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Το σημερινό ημερολόγιό μας έλκει την καταγωγή του από το ρωμαϊκό που αρχικά ήταν δεκάμηνο με Πρωτοχρονιά την 1η Μαρτίου. Ο Νουμάς Πομπίλιος το μεταρρύθμισε σε δωδεκάμηνο, προσθέτοντας στο τέλος του έτους δυο ακόμη μήνες, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο ενώ αργότερα, γύρω στον 1ο αι. π.Χ., η Πρωτοχρονιά μετακινήθηκε από την 1η Μαρτίου στην 1η Ιανουαρίου. Με τις αλλαγές αυτές οι μήνες Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος, που σημαίνουν έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος αντίστοιχα, άλλαξαν τη σειρά τους, διατήρησαν όμως την ονομασία τους.
Βασισμένος σ’ αυτό το ημερολόγιο ο Σωσιγένης, αστρονόμος από την Αλεξάνδρεια, δημιούργησε ένα βελτιωμένο ηλιακό ημερολόγιο, που καθιερώθηκε το 45 π.Χ. από τον αυτοκράτορα Ιούλιο Καίσαρα (100-44 π.Χ.) – εξ ου και η ονομασία του ιουλιανό – με στόχο την αντικατάσταση των διάφορων τοπικών ημερολογίων που ίσχυαν στην απέραντη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Το ιουλιανό ημερολόγιο ήταν το επίσημο ημερολόγιο του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή της βυζαντινής. Στον ελλαδικό χώρο ίσχυε ως το 1924 οπότε αντικαταστάθηκε από το γρηγοριανό ή νέο, από το όνομα του πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ που εισήγαγε τον 16ο αι. βελτιώσεις στο ατελέστερο ιουλιανό. Πάνω στο ιουλιανό ημερολόγιο η Εκκλησία σταδιακά – από τα μέσα του 4ου ως περίπου τον 10ο αι. – συγκρότησε το χριστιανικό εορτολόγιο λαμβάνοντας υπόψη τη «φαινομενική» ετήσια τροχιά του Ήλιου γύρω από τη Γη. Η τροχιά αυτή καθορίζεται από τέσσερα κομβικά σημεία: την εαρινή ισημερία στις 21 Μαρτίου και τη φθινοπωρινή στις 23 Σεπτεμβρίου, όπου μέρα και νύχτα έχουν ίση χρονική διάρκεια, και τα δυο ηλιοστάσια ή αλλιώς τροπές, το θερινό ηλιοστάσιο στις 21 Ιουνίου όπου έχουμε τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ημέρα του έτους και το χειμερινό στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερης διάρκειας νύχτα. Η Εκκλησία τοποθέτησε στην εαρινή ισημερία στις 25 Μαρτίου τον Ευαγγελισμό και στη φθινοπωρινή στις 23 Σεπτεμβρίου τη Σύλληψη του Ιωάννη Βαπτιστή, ενώ στο θερινό ηλιοστάσιο στις 24 Ιουνίου τη Γέννηση του Ιωάννη και στο χειμερινό στις 25 Δεκεμβρίου τη Γέννηση του Χριστού.

Στις παραπάνω κομβικές ημερομηνίες του χειμερινού ηλιοστασίου – από τα ρωμαϊκά ακόμη χρόνια – υπήρχαν δημοφιλείς γιορτές όπως τα Σατουρνάλια (17-23 Δεκεμβρίου), το γενέθλιο του αήττητου Ήλιου (25 Δεκεμβρίου), οι Καλένδες (1 Ιανουαρίου) και η γιορτή του Αιώνος (6 Ιανουαρίου). Οι Καλένδες συνοδεύονταν από «διαβατήρια» έθιμα, δηλαδή τελετουργίες που υποδήλωναν τη μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη, και συνοδεύονταν από τυχερά παιχνίδια, μαντέματα, δώρα και τραγούδια με ευχετήριο περιεχόμενο, τα κάλαντα, από το λατινικό calendae, που ήταν η πρώτη μέρα κάθε μήνα, από όπου και η λέξη calendar, το καλαντάρι, αλλιώς ημερολόγιο.
Οι χριστιανικές γιορτές – κινητές και ακίνητες – τοποθετήθηκαν μέσα στο επίσημο ημερολογιακό έτος με χρονική αλληλουχία – όχι απόλυτη – που συμφωνεί όμως με τα εξιστορούμενα στα Ευαγγέλια, επιδιώκοντας να μετασχηματίσουν και να προσαρμόσουν τις δημοφιλείς γιορτές του εθνικού παρελθόντος μέσα στο πλαίσιο της χριστιανικής πλέον βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κάτω από την πίεση της επίσημης Εκκλησίας οι βαθιά ριζωμένες μεγάλες γιορτές της αρχαιότητας είτε εξαλείφθηκαν είτε εκχριστιανίστηκαν.
Οι χριστιανικές γιορτές αποτέλεσαν επίσης, με βάση την καθημερινή εμπειρία των αγροτικών κυρίως χριστιανικών κοινοτήτων, καθοριστικά χρονικά σημεία για την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, της θρησκευτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής τους και μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα 1453, στην περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης ως και το πρόσφατο παρελθόν, συνιστώντας το λεγόμενο λαϊκό χριστιανικό εορτολόγιο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα λατινογενή ονόματα των μηνών του ιουλιανού ημερολογίου αντικαταστάθηκαν από ονομασίες που σχετίζονται με τις αγροτικές εργασίες του κάθε μήνα ή με τις γιορτές δημοφιλών αγίων όπως ο Αύγουστος (της Παναγιάς ο μήνας), ο Δεκέμβρης (ο Χριστουγεννάς). Αυτές προστέθηκαν στις υπάρχουσες από την αρχαιότητα, που συνέδεαν τον κάθε μήνα με ένα ζώδιο, δηλαδή με ένα σύμπλεγμα αστεριών, σχηματίζοντας τον γνωστό μας ζωδιακό κύκλο. Το θέμα αυτό, αγαπητό τόσο σε ψηφιδωτά δάπεδα παλαιοχριστιανικών χρόνων όπως σε ψηφιδωτό δάπεδο πολυτελούς κατοικίας του 5ου αι. από τη Θεσσαλονίκη αλλά και σε μεταβυζαντινές τοιχογραφίες χριστιανικών κτισμάτων συμβόλιζε για τους βυζαντινούς τον αέναο κύκλο της φύσης και την αρμονία του θεϊκού σύμπαντος.
Το εορτολόγιο του Δεκέμβρη

Μέσα στο χριστιανικό εορτολόγιο ιδιαίτερη θέση κατέχουν ο Δεκέμβριος, τελευταίος μήνας του έτους που οφείλει την ονομασία του στο λατινικό decem, που σημαίνει δέκα, ο τελευταίος μήνας στο αρχικά δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο) και ο Ιανουάριος ή Γενάρης, πρώτος μήνας του ημερολογίου μας, που πήρε την ονομασία του από τον Ρωμαίο θεό Ιανό (Janus) που συμβόλιζε την αρχή και το τέλος. Εορταστικοί μήνες με τις γεωργικές, κτηνοτροφικές και ναυτικές εργασίες να έχουν σταματήσει εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, έδινε την ευκαιρία για ξεκούραση, σύσφιξη οικογενειακών και φιλικών σχέσεων και τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος.

Η λαϊκή εμπειρία παρετυμολογώντας, δηλαδή συνδέοντας λανθασμένα ετυμολογικά τις λέξεις, συσχέτιζε τις καιρικές συνθήκες και το τσουχτερό κρύο των πρώτων ημερών του Δεκέμβρη με τις γιορτές της αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου), του αγίου Σάββα (5 Δεκεμβρίου) και του αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου) «Βαρβάρα βαρβαρώνει, Σάββας σαβανώνει, άι Νικόλας παραχώνει» ενώ τη σταδιακή αύξηση της ημέρας με τον άγιο Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου) «σπυρί-σπυρί μεγαλώνει η μέρα» και τον άγιο Ιγνάτιο (20 Δεκεμβρίου) «άγιος Αγνάντιος αγναντεύει τον ήλιο». Στις σημαντικές γιορτές του μήνα συγκαταλέγονται του αγίου Ελευθερίου (15 Δεκεμβρίου) προστάτη των εγκύων που τις «ελευθερώνει», του αγίου Μόδεστου (16 Δεκεμβρίου), προστάτη των ζώων και των κτηνοτρόφων, με ρόλο ιδιαίτερα σημαντικό στην αγροτική παραγωγή της προβιομηχανικής εποχής, της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας (22 Δεκεμβρίου) που είχε τη δύναμη να λύνει τις φαρμακείες, δηλαδή τα μάγια και του αγίου Στεφάνου (27 Δεκεμβρίου), προστάτη των νιόπαντρων «στεφανωμένων» ζευγαριών. Με τον Ήλιο και το φως συνδέεται η μεγαλύτερη γιορτή του μήνα, τα Χριστούγεννα, που γιορτάζονται στη χειμερινή τροπή του Ήλιου, τότε που οι μέρες αρχίζουν πάλι να μεγαλώνουν, συσχετίζοντας τη γέννηση του Χριστού με το ζωοποιό φως.
Γιορτές και έθιμα του Δωδεκαημέρου

Με το χειμερινό ηλιοστάσιο, την πορεία του Ήλιου προς το φως, συνδέονται πολλές δοξασίες και προχριστιανικά έθιμα που παρέμειναν ζωντανά και συμπεριλαμβάνονται στην περίοδο γνωστή ως Δωδεκαήμερο που ξεκινά την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) και τελειώνει τη νέα χρονιά με τα Θεοφάνεια ή αλλιώς Φώτα (6 Ιανουαρίου). Στην περίοδο αυτή των δεκατριών στην πραγματικότητα ημερών – ανύπαρκτη στο επίσημο εορτολόγιο – γνωστή με διάφορες ονομασίες και σε άλλους λαούς της Ευρώπης, συμπλέκονται το παγανιστικό παρελθόν με το χριστιανικό εορτολόγιο.
Τις μέρες αυτές κυριαρχούν δοξασίες για δαιμονικά όντα όπως οι Καλικάντζαροι και μεταμφιέσεις με διονυσιακό υπόβαθρο. Ήδη από τον 4ο αι. μ.Χ. ο Ιωάννης Χρυσόστομος κατηγορεί τους χριστιανούς που μεταμφιέζονται ενώ η επίσημη καταδίκη έρχεται στα 691-692 μ.Χ. από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο καθώς συσχετίστηκαν με την καταδικασθείσα δημοφιλή ρωμαϊκή γιορτή των Καλενδών (1η Ιανουαρίου). Παρά τις απαγορεύσεις της επίσημης Εκκλησίας το έθιμο συνεχίζεται και ο Θεόδωρος Βαλσαμών, βυζαντινός νομικός και λόγιος του 12ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι στην εποχή του οι μεταμφιέσεις θεωρούνται πλέον μια μακραίωνη συνήθεια. Το έθιμο των μεταμφιέσεων διατρέχοντας τους αιώνες επιβιώνει ως τις μέρες μας ιδίως στον βορειοελλαδικό χώρο.

Στη βυζαντινή κοινωνία τα «διαβατήρια», θρησκευτικά έθιμα του Δωδεκαημέρου – με χριστιανικό πλέον ένδυμα – είχαν ως κύριο σκοπό να προσφέρουν χαρά στους ανθρώπους για τη Γέννηση του Χριστού, τη μετάβαση από το σκοτάδι στο φως, από τον θάνατο στην αναγέννηση της φύσης και να εξασφαλίσουν την ευτυχία για το νέο έτος με τυχερά παιχνίδια, μαντικές ενέργειες και ανταλλαγή δώρων ενώ με τις γιορτές να τονωθεί το θρησκευτικό και οικογενειακό αίσθημα.
Την παραμονή των μεγάλων γιορτών του Δωδεκαημέρου (Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Φώτα) τα παιδιά τραγουδούσαν λαϊκά θρησκευτικά, ευχετικά τραγούδια, τα κάλαντα, φέροντας το μήνυμα του εορτασμού και παίρνοντας δώρα, χρήματα και γλυκίσματα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αρχικά απέτρεπαν το έθιμο των καλάντων, επειδή καταγόταν από τη ρωμαϊκή γιορτή των Καλενδών. Το εκχριστιανισμένο πλέον έθιμο αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικό μέσα στον χρόνο. Έτσι, τα κάλαντα των Χριστουγέννων περιγράφουν τη Γέννηση του Χριστού και την Προσκύνηση των Μάγων, αγαπητά θέματα που απαντούν και στη βυζαντινή εικονογραφία όπως σε μια από τις παλαιότερες εικόνες της συλλογής Οικονομοπούλου), της Πρωτοχρονιάς εξυμνούν την άφιξη του νέου χρόνου και την προσωπικότητα του αγίου Βασιλείου, προστάτη των γραμμάτων ενώ τα κάλαντα των Φώτων αναφέρονται στη Βάπτιση του Χριστού.

Με τη μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) και τον αγιασμό των υδάτων, όπου συνυφαίνονται η καθαρτική και εξαγνιστική δύναμη του νερού – γνωστή ήδη από την αρχαιότητα – με τη χριστιανική πίστη για τη δύναμη του αγιασμού, κλείνει η εορταστική περίοδος του Δωδεκαημέρου.
Στις γιορτές και στα έθιμα αυτών των ημερών ανιχνεύονται πολλά στοιχεία τόσο από το εθνικό ελληνορωμαϊκό παρελθόν όσο και από τις αξίες και τη θρησκευτική ζωή των κοινοτήτων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής κοινωνίας, συνδέοντάς μας αόρατα με το πλούσιο παρελθόν μας. Πολύτιμα και ταπεινά αντικείμενα των συλλογών του Μουσείου μας φωτίζουν αυτή τη σχέση που έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο, τους φόβους, τις αγωνίες αλλά και τις ελπίδες, τις ευχές και τα όνειρά του του μπροστά στο κατώφλι της νέας χρονιάς.

Βιογραφικό σημείωμα
H Αντιγόνη Τζιτζιμπάση γεννήθηκε στο Δοξάτο Δράμας. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου συνέχισε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές της σπουδές με ειδίκευση στη βυζαντινή αρχαιολογία και τέχνη. Η διδακτορική διατριβή της, με άριστα παμψηφεί έχει ως θέμα «Αρχιτεκτονική γλυπτική της Θεσσαλονίκης (4ος-αρχές 10ου αιώνα)». Είναι επίσης αριστούχος απόφοιτος του Διιδρυματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Θρησκευτικός & Προσκυνηματικός Τουρισμός» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας & Χριστιανικού Πολιτισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Τμήματος Διοίκησης Οργανισμών, Μάρκετινγκ & Τουρισμού του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδας.
Από το 1990 συμμετείχε σε συστηματικές και σωστικές ανασκαφές σε Φιλίππους, Διδυμότειχο, Μαρώνεια και στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού από την ίδρυσή του, το 1994 συμμετέχοντας στις καταγραφές των συλλογών του και στην οργάνωση των αρχαιολογικών αποθηκών του. Υπήρξε επιστημονική συνεργάτης στον σχεδιασμό της βραβευμένης από το Συμβούλιο της Ευρώπης (2005) μόνιμης έκθεσής του και της μόνιμης έκθεσης στον Λευκό Πύργο (2008). Συμμετείχε στη διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων και ποικίλων δράσεων του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού και έχει δημοσιεύσει πάνω από 50 μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων, καταλόγους εκθέσεων και ηλεκτρονικές εκδόσεις. Τα ειδικότερα επιστημονικά της ενδιαφέροντα αφορούν την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή γλυπτική.
Είναι προϊσταμένη του Τμήματος Συλλογών Γλυπτικής, Ξυλογλυπτικής, Κεραμικής, Μικροτεχνίας, Νομισματικής, Μουσαμάδων και Υφασμάτων του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού.
***Όλα τα αντικείμενα και οι φωτογραφίες του άρθρου προέρχονται από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
Διαβάστε επίσης:
Επιτραπέζια σκεύη στο γιορτινό βυζαντινό τραπέζι
Οι γιορτές στη βυζαντινή αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Βασιλική Λαζαράκου στο mononews: Πως η ΑΙ θα ελέγχει τις συναλλαγές το καλοκαίρι του 2026 – «Επιβάλαμε τις περισσότερες κυρώσεις στην Ευρώπη»
- Ά. Γεωργιάδης: 4+1 προτεραιότητες για το 2026, όλες οι πληροφορίες
- Bardot top: Η ιστορία της μπλούζας που φέρει το όνομα της Γαλλίδας σταρ από την αρχαιότητα στο σήμερα
- Τι ομάδα ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης;