Η ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 στην Ουκρανία υπήρξε καταλύτης αλλαγής όσον αφορά την ευρωπαϊκή αντιμετώπιση των αμυντικών δαπανών και της αμυντικής βιομηχανίας. Χώρες που μέχρι πρότινος θεωρούσαν υπερβολή τα κονδύλια για τις Ένοπλες Δυνάμεις – αντίληψη που ουκ ολίγες φορές μας είχαν κοινοποιήσει οι Ευρωπαίοι εταίροι μας στα χρόνια των μνημονίων – αντιλήφθηκαν κάποια κενά στις δομές δυνάμεων τους και αδυναμίες των γραμμών παραγωγής των βιομηχανιών τους, ιδίως στον τομέα των πυρομαχικών.

Η ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτήν την εξέλιξη είναι το ReArm Europe (επίσημα πλέον Readiness 2030), ένα στρατηγικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το οποίο παρουσίασε η Πρόεδρος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις 4 Μαρτίου 2025, με στόχο την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ έως το 2030, κινητοποιώντας συνολικά έως και 800  δισεκατομμύρια ευρώ. Υλοποιείται μέσα από πέντε πυλώνες: α) άρση εποπτείας των δημοσιονομικών κανόνων (έως +1,5% ΑΕΠ για την άμυνα), β) το νέο δανειακό μέσο SAFE (Support for Accelerating Future Equipment —Στήριξη για την Επιτάχυνση Μελλοντικού Εξοπλισμού, το οποίο προβλέπει €150 δισεκατομμύρια σε κοινές προμήθειες), γ) ανακατεύθυνση κοινοτικών κονδυλίων (π.χ. Ταμεία Συνοχής), δ) επέκταση δανειοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, και ε) κινητοποίηση κεφαλαίων του ιδιωτικού τομέα.

1

Η ευρωπαϊκή αυτή συγκυρία συμπίπτει με μία αναγκαία στροφή των Ενόπλων μας Δυνάμεων προς την υψηλή τεχνολογία. Ο αμυντικός σχεδιασμός είναι μία άσκηση ισορροπίας μεταξύ τριών μεταβλητών: της φύσης της απειλής, της προόδου της τεχνολογίας και των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της οικονομίας.

Κατά την πολυετή οικονομική κρίση που η χώρα μας βίωσε, ο εξοπλιστικός προγραμματισμός περιορίζονταν στο να κατανείμει ελάχιστους πόρους μεταξύ πολλών και διαφορετικών προτεραιοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η πολιτικοοικονομική αλλαγή του 2019, η έλευση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και η στροφή προς την ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση της τουρκικής επιθετικότητας, άλλαξε αυτήν την κατάσταση. Στον αμυντικό μας σχεδιασμό κυριάρχησε η μεταβλητή της εξωτερικής απειλής και η ανάγκη για γρήγορες εξοπλιστικές επενδύσεις, ώστε να καλυφθούν τα όποια κενά είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Στην τρέχουσα περίοδο και λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα από σύγχρονα πεδία των μαχών όπως αυτά της Ουκρανίας, του Ναγκόρνο Καραμπάχ και της Μέσης Ανατολής, ήρθε πλέον η ώρα της τεχνολογίας να διαμορφώσει προνομιακά τον αμυντικό μας σχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, υπό την καθοδήγηση του υπουργού Νίκου Δένδια, έχει προχωρήσει σε σημαντικά βήματα στροφής προς την ψηφιοποίηση και των εκσυγχρονισμό των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Η σύσταση του ΣΤ΄ Κλάδου του ΓΕΕΘΑ, με αρμοδιότητα την καινοτομία, καθώς και η ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) αποτελούν δύο σημαντικά βήματα θεσμικού εκσυγχρονισμού και διοικητικής διαχείρισης της διάχυσης της τεχνολογίας σε όλα τα επίπεδα του αμυντικού μας συστήματος.

Οι Ένοπλες μας Δυνάμεις έχουν μακρά παράδοση και στενή σχέση με την τεχνολογική πρόοδο. Υπήρξαν πολλές φορές στο παρελθόν πρώτες στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, όπως ενδεικτικά η αναερόβια πρόωση, καθώς και νέων τακτικών και επιχειρησιακών μεθόδων. Υπάρχουν όμως και τομείς, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα (οπλισμένα και μη), στους οποίους έχουμε μείνει πίσω.

Αυτά τα τεχνολογικά κενά καλούμαστε τώρα – εκμεταλλευόμενοι και τους νέους ευρωπαϊκούς πόρους – να καλύψουμε. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση ιδίως στο κομμάτι των χρημάτων που θα προκύψουν από την ανακατεύθυνση κονδυλίων του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Οι αμυντικές επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία δεν θα έχουν ως μόνο όφελος την αύξηση της μαχητικής ισχύος των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Μέσω της πρόβλεψης για 25% συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα, που πρόσφατα ανακοίνωσε η κυβέρνηση, καθώς και σε συνδυασμό με τα ερευνητικά προγράμματα που αναπτύσσονται από τους νέους φορείς καινοτομίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπως το ΕΛΚΑΚ που προαναφέραμε, οι αμυντικές δαπάνες αποκτούν πλέον την πολυπόθητη εδώ και πολλά χρόνια αναπτυξιακή τους διάσταση, δημιουργώντας στην ελληνική οικονομία νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας, ειδικά για τους νέους και τις νέες μας.

Η αλλαγή της ευρωπαϊκής αντιμετώπισης του τομέα της άμυνας αποτελεί ένα μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την εκμετάλλευση κοινοτικών πόρων στο πλαίσιο ενός ούτως ή άλλως αναγκαίου εκσυγχρονισμού του ελληνικού αμυντικού συστήματος. Το όραμα και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας είναι η εγγύηση ότι αυτή η ευκαιρία όχι μόνο δεν θα χαθεί, αλλά θα αποτελέσει και μία ευκαιρία για ευρύτερη αναπτυξιακή μόχλευση και διάχυση των ωφελημάτων οριζόντια και κάθετα στην ελληνική κοινωνία.

 

Ανακαλύψτε την ειδική digital έκδοση του mononews “Defence: Why we need to act today