Τράπεζες

Τράπεζες: Ξεκινά το stress test της κλιματικής αλλαγής

Φωκίων Καραβίας (Eurobank), Βασίλης Ψάλτης (Alpha Bank), Παύλος Μυλωνάς (Εθνική Τράπεζα), Χρήστος Μεγάλου (Τράπεζα Πειραιώς)

Φωκίων Καραβίας (Eurobank), Βασίλης Ψάλτης (Alpha Bank), Παύλος Μυλωνάς (Εθνική Τράπεζα), Χρήστος Μεγάλου (Τράπεζα Πειραιώς)


Το βαθμό ετοιμότητας των τραπεζών απέναντι στους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής έρχεται να μετρήσει το «πράσινο» stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που ξεκινά μέσα στον Φεβρουάριο.

Η άσκηση είναι αναγνωριστική και στόχος της είναι μία ποσοτικοποίηση του κινδύνου της κλιματικής αλλαγής, ωστόσο είναι όμως και απαραίτητη διότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες προβλέψεις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, και προς το παρόν δεν ενσωματώνεται ο κίνδυνος αυτός στα επιχειρηματικά μοντέλα των τραπεζών.

Η «πράσινη» άσκηση θα ξεκινήσει στις 21 Φεβρουαρίου και θα ολοκληρωθεί στις αρχές Ιουλίου, όταν οι τράπεζες θα ενημερωθούν από την ΕΚΤ για τον βαθμό επίδοσης τους, και θα θα δημοσιευθούν τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα. Και θα προετοιμάσει τις τράπεζες της ευρωζώνης για τα πραγματικά stress tests κλιματικού κινδύνου που θα ακολουθήσουν.

Μάλιστα η ΕΚΤ έχει απευθύνει σύσταση στις τράπεζες να είναι απαισιόδοξες στις βραχυπρόθεσμες εκτιμήσεις τους, ιδίως προσομοιώνοντας τις συνέπειες έως το 2024 από μια άνοδο των τιμών του άνθρακα στα 100 δολάρια καθώς και τις επιπτώσεις από θεωρητικές ξηρασίες και πλημμύρες φέτος.

Το στρεσάρισμα έχει στόχο να εντοπίσει τις επικίνδυνες ζώνες, τις βέλτιστες πρακτικές αλλά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες κατά τη διαχείριση των κλιματικών κινδύνων.

Η «πράσινη» άσκηση αποτελείται από τρεις ξεχωριστές ενότητες:

– ερωτηματολόγιο σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτουν οι τράπεζες για την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων όσον αφορά το κλίμα,

– συγκριτική ανάλυση μεταξύ ιδρυμάτων με ομοειδή χαρακτηριστικά για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών και της έκθεσής τους σε εταιρείες υψηλής έντασης εκπομπών

– άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που έχει ως αντικείμενο συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού που είναι εκτεθειμένα σε κλιματικούς κινδύνους και όχι τους συνολικούς ισολογισμούς των τραπεζών. Επικεντρώνεται τόσο σε ανοίγματα όσο και σε πηγές εσόδων που είναι πιο ευπαθή στους κλιματικούς κινδύνους, συνδυάζοντας τις κλασικές προβολές για ζημίες με νέες συλλογές ποιοτικών δεδομένων.

Να σημειωθεί ότι η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας τον περασμένο Δεκέμβριο σημείωνε πως: «όσο πιο συγκεντρωμένη είναι η δραστηριότητα και τα ανοίγματα μιας τράπεζας σε γεωγραφικές περιοχές ή/και κλάδους της οικονομίας που είναι ευάλωτοι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τόσο μεγαλύτερος εκτιμάται ότι είναι και ο κίνδυνος (φυσικός και μετάβασης) που αναλαμβάνει μια τράπεζα».

Οι τράπεζες λοιπόν καλούνται να ενσωματώσουν και να σταθμίσουν τους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή καθώς οι επιπτώσεις τους:

μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα των δανειοληπτών να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους,

να οδηγήσουν σε απομείωση της αξίας των εξασφαλίσεων/ ενεχύρων εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής ενισχύοντας περαιτέρω τις ζημίες ή/και περιορίζοντας την πιστωτική επέκταση.

να επηρεάσουν την αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, όταν ο κλιματικός κίνδυνος δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στις τιμές των ανοιγμάτων (π.χ. ζημίες από την υποχώρηση των τιμών των εταιρικών ομολόγων μετά από μια φυσική καταστροφή ή νέους κανονισμούς που πλήττουν το λειτουργικό και επιχειρηματικό μοντέλο μιας επιχείρησης).

να δυσκολέψουν την πρόσβαση των τραπεζών σε σταθερές πηγές χρηματοδότησης, καθώς η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να επηρεάσει τις ροές των καταθέσεων/ πιστώσεων, αλλά και τις διακρατήσεις τίτλων (fire sales).

Ενώ μία φυσική καταστροφή μπορεί να επηρεάσει ακόμα και τη λειτουργία των φυσικών εγκαταστάσεων των τραπεζών. Επιπλέον, ο νομικός κίνδυνος και ο κίνδυνος φήμης μιας τράπεζας μπορεί να αυξηθούν σε περίπτωση χρηματοδότησης δραστηριοτήτων με υψηλό επίπεδο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου καθώς και στο λεγόμενο «περιβαλλοντικό ξέπλυμα», για παράδειγμα μέσω των προϊόντων που μπορεί να προωθεί μια τράπεζα στους πελάτες της ως βιώσιμα, ενώ οι πραγματικές επιδόσεις αυτών των επενδύσεων δεν είναι ευθυγραμμισμένες με βιώσιμους στόχους (το greenwashing).

Διαβάστε επίσης:

Τράπεζες: Κλείνουν φέτος 120 καταστήματα

Η S&P επιβεβαιώνει τις αξιολογήσεις ΕΤΕ, Eurobank, Alpha Bank και Πειραιώς

Εθνική Τράπεζα: Ανταμείβει, για ακόμη μια χρονιά, τους συνεπείς πελάτες στεγαστικών δανείων



ΣΧΟΛΙΑ