F

Τράπεζες

Stress tests: 265 δισ. ευρώ χαμηλότερα τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών στην άσκηση της ΕΒΑ

Stress tests: 265 δισ. ευρώ χαμηλότερα τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών στην άσκηση της ΕΒΑ


Ανθεκτικό το σύστημα των τραπεζών λέει ο SSM

  • Ο μέσος τελικός δείκτης CET1 για 89 εποπτευόμενες τράπεζες υπό δυσμενές σενάριο τριών ετών είναι 9,9%, μειωμένος κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες από την αφετηρία του 15,1%.
  • Το σύνολο περιλαμβάνει 38 τράπεζες στο δείγμα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και άλλες 51 μεσαίου μεγέθους τράπεζες που εποπτεύονται από την ΕΚΤ.
  • Κύριοι παράγοντες εξάντλησης κεφαλαίου είναι οι : πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος αγοράς και ικανότητα δημιουργίας εισοδήματος.
  • Για πρώτη φορά, η ΕΚΤ δημοσιεύει μεμονωμένες πληροφορίες για τράπεζες που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της ΕΑΤ.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα  δημοσίευσε σήμερα τα αποτελέσματα του stress test του 2021, τα οποία δείχνουν ότι το τραπεζικό σύστημα της ζώνης του ευρώ είναι ανθεκτικό στις δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις.

Ο δείκτης κεφαλαίου Common Equity Tier 1 (CET1) των 89 τραπεζών στο τεστ αντοχής θα μειωνόταν κατά μέσο όρο 5,2 εκατοστιαίες μονάδες, σε 9,9% από 15,1%, εάν είχαν στρεσαριστεί  σε μια περίοδο τριών ετών τα πιστωτικά ιδρύματα, περίοδο η οποία  χαρακτηρίζεται από προκλητικές μακροοικονομικές Ο λόγος CET1 είναι ένα βασικό μέτρο της οικονομικής ευρωστίας μιας τράπεζας.

Οι 89 τράπεζες που καλύπτονται από την έκθεση ελέγχονται από την ΕΚΤ.

Περιλαμβάνουν 38 τράπεζες της ζώνης του ευρώ που αποτελούν μέρος του πανευρωπαϊκού stress test υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) και 51 ακόμη μεσαίου μεγέθους τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Μαζί αντιπροσωπεύουν λίγο περισσότερο από το 75% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού στη ζώνη του ευρώ.

Οι τράπεζες ήταν σε καλύτερη κατάσταση στην αρχή της άσκησης από ό, τι πριν από τρία χρόνια, αλλά η εξάντληση κεφαλαίων σε επίπεδο συστήματος ήταν υψηλότερη.

Αυτό συνέβη επειδή το σενάριο ήταν πιο σοβαρό από το σενάριο που χρησιμοποιήθηκε στο stress test του 2018.

Η μέση συνολική εξάντληση κεφαλαίου κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες μπορεί να αναλυθεί ως εξής. Για τις 38 τράπεζες που δοκιμάστηκαν από την ΕΑΤ, ο μέσος δείκτης κεφαλαίου CET1 μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες από 14,7% και διαμορφώθηκε στο 9,7%. Οι 51 μεσαίες τράπεζες που ελέγχθηκαν αποκλειστικά από την ΕΚΤ δείχνουν μέση εξάντληση κεφαλαίου 6,8 ποσοστιαίες μονάδες σε 11,3 %, από σημείο εκκίνησης 18,1%.

Ο κύριος λόγος αυτής της διαφοράς στην εξάντληση κεφαλαίου στο δυσμενές σενάριο είναι ότι οι μεσαίες τράπεζες επηρεάζονται περισσότερο από χαμηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους, χαμηλότερα καθαρά έσοδα από προμήθειες και χαμηλότερα έσοδα από συναλλαγές κατά τον τριετή ορίζοντα.

Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι ο πρώτος βασικός μοχλός της μείωσης του κεφαλαίου ήταν ο πιστωτικός κίνδυνος, επειδή το οικονομικό σοκ στο δυσμενές σενάριο οδήγησε σε απώλειες δανείων. Παρά τη συνολική ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος, έχουν προκύψει νέες προκλήσεις από την πανδημία του κοροναϊού (COVID-19) και οι τράπεζες πρέπει να διασφαλίσουν ότι μετρούν και διαχειρίζονται σωστά τον πιστωτικό κίνδυνο.

Για ένα υποσύνολο τραπεζών, ο δεύτερος κύριος παράγοντας εξάντλησης κεφαλαίου ήταν ο κίνδυνος αγοράς. Πολλά χρηματοοικονομικά προϊόντα έπρεπε να επανεκτιμηθούν πλήρως, καθιστώντας αυτό το μεγαλύτερο κίνητρο κινδύνου της αγοράς. Αυτό επηρέασε ιδιαίτερα τις μεγαλύτερες τράπεζες, καθώς είναι πιο εκτεθειμένες σε κραδασμούς μετοχών και πιστωτικών διαφορών.

Ο τρίτος κύριος παράγοντας ήταν η περιορισμένη ικανότητα δημιουργίας εισοδήματος υπό αντίξοες οικονομικές συνθήκες, καθώς στο δυσμενές σενάριο οι τράπεζες αντιμετώπισαν σημαντική μείωση των καθαρών εσόδων τους από τόκους, των εμπορικών τους εσόδων και των καθαρών εσόδων από προμήθειες και προμήθειες.

Ο πιστωτικός κίνδυνος, ο κίνδυνος αγοράς και η ικανότητα δημιουργίας εισοδήματος είναι τρία βασικά ζητήματα στα οποία επικεντρώνονται οι εποπτικές αρχές της ΕΚΤ ως μέρος της καθημερινής εποπτικής εργασίας τους.

Ενσωμάτωση στο SREP

Οι επόπτες λαμβάνουν υπόψη ορισμένα ποιοτικά αποτελέσματα από την άσκηση του άγχους, όπως η επικαιρότητα και η ακρίβεια των δεδομένων και η ποιότητα των πληροφοριών, κατά την αξιολόγηση της διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας εποπτείας και αξιολόγησης (SREP)

To δυσμενές σενάριο

Αυτή η άσκηση επιτρέπει να εκτιμηθεί, με συνέπεια, η ανθεκτικότητα των τραπεζών της ΕΕ σε τριετή ορίζοντα τόσο σε βασικό όσο και σε δυσμενές σενάριο, το οποίο χαρακτηρίζεται από σοβαρές διαταραχές λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο της πανδημίας. Τα επιμέρους τραπεζικά αποτελέσματα προάγουν την πειθαρχία της αγοράς και αποτελούν μια συμβολή στη διαδικασία λήψης εποπτικών αποφάσεων.

Το δυσμενές σενάριο έχει αντίκτυπο 485 μονάδες βάσης στο δείκτη CET1 των τραπεζών οδηγώντας τον στο 10,2% στο τέλος του 2023 (και 10,3% σε μεταβατική βάση).

Από το προηγούμενο stress test σε όλη την ΕΕ που πραγματοποιήθηκε το 2018, οι τράπεζες συνέχισαν να ενισχύουν την κεφαλαιακή τους βάση και στην αρχή της άσκησης (δηλ. στο τέλος του 2020).

Το φετινό stress test χαρακτηρίζεται από ένα δυσμενές σενάριο που προϋποθέτει ένα παρατεταμένο σενάριο Covid-19 σε ένα περιβάλλον χαμηλότερο επιτοκίων. Παρατηρείται σωρευτική πτώση του ΑΕΠ στον τριετή ορίζοντα κατά 3,6% στην ΕΕ και αρνητική σωρευτική πτώση του ΑΕΠ κάθε κράτους μέλους.

Στο πλαίσιο αυτό, υπό το δυσμενές σενάριο, το τραπεζικό σύστημα της ΕΕ στο σύνολό του θα έβλεπε το δείκτης CET1 να μειώνεται κατά 485 μονάδες βάσης.
Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης διασπορά στις τράπεζες. Για παράδειγμα, οι τράπεζες που εστιάζουν περισσότερο σε εγχώριες δραστηριότητες ή με χαμηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους, εμφανίζουν μεγαλύτερη εξάντληση.

Οι πιστωτικές απώλειες και το χαμηλότερο εισόδημα είναι οι κύριοι παράγοντες

Ο συνολικός αντίκτυπος οδηγεί σε κεφαλαιακή πτώση ύψους 265 δισεκατομμυρίων ευρώ και σε αύξηση του συνολικού ποσού έκθεσης των τραπεζών σε κίνδυνο 868 δισεκατομμυρίων ευρώ στο τέλος του τριετούς ορίζοντα.

Οι απώλειες προκύπτουν από τον πιστωτικό κίνδυνο είναι 308 δισ. ευρώ και αφορούν ζημίες κινδύνου αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, ύψους 74 δισ. ευρώ, απώλειες λειτουργικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου συμπεριφοράς, ύψους 49 δισ. ευρώ.

Ο τελικός δείκτης κεφαλαίου CET1 επηρεάζεται επίσης από ένα υποτονικό οικονομικό περιβάλλον. Η συνεισφορά του εισοδήματος ανέρχεται μόνο στις 290 μονάδες βάσης και είναι, σημαντικά χαμηλότερη σε σύγκριση με τις προηγούμενες ασκήσεις.

Τα μέτρα στήριξης θα κρατήσουν σε όλο το διάστημα των ακραίων καταστάσεων.

Δεδομένης της σημασίας της παρακολούθησης της εξέλιξης του πιστωτικού κινδύνου για δάνεια που είχαν υποβληθεί σε δημόσια μέτρα στήριξης, αξίζει να επισημανθεί η υψηλότερη αύξηση του δείκτη του σταδίου 3 στον ορίζοντα ακραίων καταστάσεων για τα δάνεια υπό μορατόρια (από 3,1% σε 13,4%) .

Διαβάστε επίσης

Κρίσιμες ερωτήσεις και απαντήσεις για τα stress tests
Με επιτυχία ολοκλήρωσαν τα stress tests οι 4 ελληνικές τράπεζες


ΣΧΟΛΙΑ