Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) αποφάσισε πως οι εγγυητικές επιστολές των 2.000.000 ευρώ και το παράβολο των 600.000 ευρώ, που προβλέπεται να καταβάλλει κάθε ιδιωτικό αλλοδαπό Πανεπιστήμιο προκειμένου να εγκατασταθεί και λειτουργήσει παράρτημα στην Ελλάδα, συνάδει με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου και δεν αντιβαίνει τις επιταγές της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την οδηγία 2006/123/ΕΚ για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά της Ε.Ε.

Αυτό αποφάσισε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και απέρριψε τις αιτήσεις εννέα ιδιωτικών Πανεπιστημίων και της Ένωσης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων για κατάργηση της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ).

1

Αναλυτικά το Δελτίο Τύπου του ΣτΕ:

Με την απόφαση 284/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγήτρια: Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλος), απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως κατά της 7363/27.9.2024 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών – Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού με θέμα «Ρύθμιση της διαδικασίας κατάθεσης εγγυητικής επιστολής και επιμερισμός του καταβαλλόμενου παραβόλου κατά την υποβολή αίτησης περί χορήγησης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτημάτων – Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» (Β΄ 5460/1.10.2024), και κρίθηκαν τα εξής:

Α. Από την ίδια τη φύση της εκπαίδευσης και δη της ανώτατης, η οποία συνδέεται με το αγαθό της παιδείας χάριν του ατόμου και της κοινωνίας, την ελεύθερη διάδοση των ιδεών και την ελευθερία του λόγου, προκύπτει η ιδιαιτερότητα του οικείου τομέα παροχής υπηρεσιών που ρυθμίζεται από το ενωσιακό δίκαιο, δεδομένο, από το οποίο παρέπεται ότι κάθε κράτος μέλος, επί τη βάσει των εκάστοτε κρατουσών αντιλήψεων και αξιών και των τυχόν εθνικών ιδιαιτεροτήτων, που αφορούν τον ευαίσθητο αυτό χώρο, έχει την ευχέρεια να επιλέξει μεταξύ ποικίλων σχημάτων, κατά τις οργανωτικές και τις ουσιαστικές τους προϋποθέσεις, διαθέτει δε ένα επαρκές περιθώριο εκτίμησης σχετικά με την επιλογή του επιπέδου προστασίας της παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει.

Β. Εν σχέσει προς το επίπεδο προστασίας που επιλέγει ο εθνικός νομοθέτης σε πεδία, που εμφανίζουν ιδιαιτερότητες, έχει κριθεί από το ΔΕΕ ότι τα κράτη μέλη διατηρούν επαρκή εξουσία εκτίμησης σχετικά με την επιλογή του επιπέδου της επιδιωκόμενης προστασίας και ότι οι εκάστοτε διατάξεις πρέπει να αξιολογούνται αποκλειστικά υπό το φως των σκοπών που επιδιώκουν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους και υπό το φως του επιπέδου της προστασίας που σκοπούν να διασφαλίσουν. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον οικείο τομέα παροχής υπηρεσιών και, ενδεχομένως, να προσδιορίζουν το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας, στο πλαίσιο δε αυτό εκτιμάται εάν οι τεθέντες περιορισμοί συνάδουν με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, όταν το κράτος μέλος επιδιώκει την εξασφάλιση ενός ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου προστασίας

Γ. Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε να οργανώσει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΝΠΠΕ, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση και το όλο περιεχόμενο του νόμου, κατά τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται υπό την εγγύηση της ελληνικής πολιτείας ένα υψηλών προδιαγραφών επίπεδο ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή για παροχή υψηλού επιπέδου ανώτατης εκπαίδευσης με σεβασμό στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Από την συνολική δε ρύθμιση του νόμου προκύπτει και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του νεότευκτου θεσμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των παρόχων υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τη δραστηριοποίηση ικανού μεγέθους εκπαιδευτικών φορέων, τον κοινωνικό προσανατολισμό του, τις αυστηρές προϋποθέσεις αδειοδότησης και, εν συνεχεία, τον διαρκή και απαιτητικό έλεγχο της λειτουργίας του, υπό την εγγύηση ανεξάρτητης αρχής, κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον των δημοσίων πανεπιστημίων, θέτοντας υψηλές απαιτήσεις ακαδημαϊκής και οικονομικής βιωσιμότητας, με στόχο τη λειτουργία του κατά τρόπο εφάμιλλο της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.

Δ. Οι επί μέρους όροι και προϋποθέσεις, που έχουν τεθεί από το νομοθέτη για την ίδρυση και λειτουργία των παραρτημάτων, υπηρετούν πράγματι σκοπούς γενικού συμφέροντος, και, ιδίως, την επιλογή του νομοθέτη για την παροχή ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης υψηλών προδιαγραφών, και συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, με αποτέλεσμα να συνιστούν θεμιτούς περιορισμούς της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Χώρα κατά το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, την οδηγία 2006/123/ΕΚ και το Χάρτη. Απορρίφθηκαν οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως ότι αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο: α) η προϋπόθεση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, β) η πρόβλεψη υψηλού κόστους ίδρυσης και λειτουργίας των ΝΠΠΕ, γ) η θέσπιση υπερβολικών δεσμεύσεων, με τις οποίες περιορίζεται η ακαδημαϊκή ελευθερία του μητρικού ιδρύματος, δ) η αλληλεπικάλυψη των προϋποθέσεων αδειοδότησης με τις αξιούμενες προϋποθέσεις στη χώρα προέλευσης, ε) η αξιολόγηση των υπό ίδρυση ΝΠΠΕ από ανταγωνιστικούς φορείς λόγω της συμμετοχής στην ΕΘΑΑΕ εν ενεργεία καθηγητών Α.Ε.Ι., στ) η νομοθέτηση των παραρτημάτων, παρά το γεγονός ότι από το ενωσιακό δίκαιο δεν απορρέει υποχρέωση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεδομένου ότι στη χώρα παρέχεται ήδη ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση από τα Κολλέγια, ζ) η δημιουργία παρόχων υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δύο ταχυτήτων (των Κολλεγίων και των ΝΠΠΕ), με αποτέλεσμα τη δημιουργία αδικαιολόγητης ανισότητας, η) η καθιέρωση υπέρμετρης διακριτικής ευχέρειας κατά την αδειοδότηση με την πρόβλεψη της προϋπόθεσης της συνεισφοράς του υπό αδειοδότηση παραρτήματος στην ανώτατη εκπαίδευση και θ) η παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει προθεσμία ολοκλήρωσης της διαδικασίας αδειοδότησης.

Ε. Διατυπώθηκε μειοψηφία σχετικά με την προϋπόθεση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και με το ύψος του ορισθέντος ποσού παραβόλου.

Νικόλαος Σεκέρογλου
Πάρεδρος

Διαβάστε επίσης:

Στο ΣτΕ ξανά ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός και το ΠΔ για τα «πράσινα» μπόνους

MSC Cruises: Επαναπατρίζει 1.500 επιβάτες του MSC Euribia από το Ντουμπάι

Κρήτη: Περίπου 400 μετανάστες έφτασαν στις ακτές σε λίγες ώρες