Κοινωνία

Έρευνα: Οι αναρτήσεις στο Facebook μπορούν να προβλέψουν ψυχικές διαταραχές

  • NewsRoom


Εργαλείο για τον εντοπισμό περιπτώσεων ατόμων, που πάσχουν από διάφορες παθήσεις, μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιες τους οι αναρτήσεις στο Facebook, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Όπως αποκαλύπτουν οι υπεύθυνοι της αμερικανικής έρευνας, η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι χρήστες του Facebook στις αναρτήσεις τους, μπορεί να αποτελέσει ασφαλή ένδειξη για παθήσεις από τις οποίες ενδεχομένως πάσχουν, όπως για παράδειγμα διαβήτη, άγχος, κατάθλιψη ή ψύχωση.

Μάλιστα, όπως υποστηρίζουν οι Αμερικανοί μελετητές, με τη συγκατάθεση του ατόμου, οι αναρτήσεις του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέθοδο παρακολούθησης της κατάστασης της υγείας του, όπως ακριβώς λειτουργούν και τα σωματικά συμπτώματα.

Αντικείμενο μελέτης της έρευνας αποτέλεσαν οι αναρτήσεις περίπου χιλίων ατόμων, στο σύνολό τους και σε βάθος χρόνου. οι χρήστες που συμμετείχαν στην μελέτη έδωσαν την συγκατάθεσή τους, ώστε οι αναρτήσεις τους να μπορούν να συνδεθούν με στοιχεία από το ιατρικό ιστορικό τους. Από τη μελέτη, προέκυψαν τρία μοντέλα πρόβλεψης ασθενειών. Το ένα εκ των τριών μοντέλων λάμβανε υπόψη του αποκλειστικά τα δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων, όπως για παράδειγμα, την ηλικία, το φύλο και άλλες, τέτοιου είδους πληροφορίες. Το δεύτερο μοντέλο λειτουργούσε μόνο με στοιχεία που λάμβανε από τη δραστηριότητα των χρηστών στο Facebook, ενώ το τρίτο μοντέλο συνδύαζε τις δύο αυτές πηγές πληροφοριών.

Τα αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «PLOS ONE», απέδειξαν ότι το σύνολο των 21 περιπτώσεων νόσων που εξέτασε η έρευνα, είναι δυνατό να προβλεφθούν από το Facebook.

Χαρακτηριστικό στοιχείο, μάλιστα, αποτελεί το ότι, για τις δέκα περιπτώσεις νόσων από τις εξεταζόμενες, οι αναρτήσεις στο Facebook ήταν καλύτερος προβλεπτικός παράγοντας από τα δημογραφικά στοιχεία.

Επί παραδείγματι, στην έρευνα διαπιστώθηκε ότι, λέξεις που χρησιμοποιούνταν τακτικά στις αναρτήσεις, όπως «μπουκάλι» και «πίνω» συνδέονται με υπερκατανάλωση αλκοόλ, ενώ άλλες λέξεις που φανερώνουν εχθρότητα, συσχετίζονται με κατάχρηση ναρκωτικών ή ψύχωση. Στα αποτελέσματα που προξένησαν περισσότερη εντύπωση αποτελούν οι ενδείξεις των λέξεων «Θεός» και «προσευχή», που αποδείχτηκε ότι είναι 15 φορές πιθανότερο να συνδέονται με διαβήτη.

Εξηγώντας το σκεπτικό πίσω από την έρευνα, η επικεφαλής ερευνήτρια, αναπληρώτρια καθηγήτρια και διευθύντρια του Ιατρικού Κέντρου για την Ψηφιακή Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, Ράινα Μέρτσαντ εξήγησε: «Συχνά, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εμφανείς οι επιλογές ζωής, οι εμπειρίες και τα συναισθήματα των ανθρώπων. Τέτοιου τύπου πληροφορίες μπορούν να συμβάλουν στην παροχή επιπλέον πληροφοριών για τους παράγοντες που επιδεινώνουν ή βελτιώνουν διάφορες ασθένειες».

«Πολλές είναι οι μέχρι τώρα έρευνες, που δείχνουν τη σχέση μεταξύ της χρήσης συγκεκριμένων γλωσσικών όρων και ασθενειών, όπως η γλώσσα που προβλέπει την κατάθλιψη. Ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό, είναι η εύρεση σχέσεων μεταξύ αυτών των ιατρικών περιπτώσεων, κάτι που μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για νέες εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης», συμπλήρωσε ο Άντριου Σβαρτς, επίκουρος καθηγητής Επιστήμης Πληροφορικής και Υπολογιστών στα πανεπιστήμια Πενσιλβάνια και Στόνι Μπρουκ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, οι ίδιοι μελετητές είχαν πραγματοποιήσει μια παρόμοια μελέτη πέρυσι, βάσει της οποίας διαπιστώθηκε ότι, οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να «μαρτυρήσουν» σημάδια κατάθλιψης, ακόμη και τρεις μήνες νωρίτερα από την κλινική διάγνωση.

Μάλιστα, η παρούσα μελέτη βασίστηκε στην προηγούμενη, για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σύμφωνα με την δρ. Μέρτσαντ, τέτοια στοιχεία επιτρέπουν σκέψεις για δημιουργία ενός συστήματος, που θα συνδέεται με τα κοινωνικά δίκτυα και τη δραστηριότητα των χρηστών σε αυτά, δίνοντας πληροφορίες για την υγεία των ανθρώπων, με στόχο την εξασφάλιση της βέλτιστης παροχής φροντίδας. Μια τέτοια εφαρμογή, βέβαια, αναμένεται να βρει «τοίχο» σε αρκετούς χρήστες, που θα δείξουν απροθυμία ως προς τα να μοιραστούν τέτοιες πληροφορίες, ωστόσο, σύμφωνα με τους μελετητές θα μπορούσε να λειτουργήσει ευεργετικά για τους ανθρώπους.