Με… εξέχοντα ονόματα του επιχειρείν από τον κλάδο των ακινήτων συνεχίζεται ο διαγωνισμός για την παραχώρηση κτιρίων στα Ανάκτορα Τατοΐου, που διενεργεί το Υπερταμείο.

H Άκτωρ Παραχωρήσεις του ομίλου Aktor, η Εκτέρ, κατασκευαστική που έχει αιτηθεί τη λήψη εργοληπτικού πτυχίου 7ης Τάξης, η Dimand του Δημήτρη Ανδριόπουλου, η Elia Corporation του Γιάννη Μυτιληναίου και η Reina Hellenic Properties του Ερρίκου Αρώνες είναι οι πέντε διεκδικητές του πετραδιού του στέμματος των πρώην βασιλικών ανακτόρων, δηλαδή 24 από τα συνολικά 40 κτίρια εντός του ακινήτου στο Τατόι.

1

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη παραχώρηση ακινήτου την οποία διεκδικεί τόσο η Άκτωρ Παραχωρήσεις – μετά την εξαγορά της από την Aktor –, όσο και η Εκτέρ, η οποία στα ακίνητα έχει παρουσία μόνο μέσω τουριστικών projects. Από την άλλη, ο εφοπλιστής Γιάννης Μυτιληναίος, αδερφός του Ευάγγελου Μυτιληναίου, είναι «πρωταγωνιστής» στο πεδίο των ιδιωτικών club, ως ιδιοκτήτης του Tatoi Club, που ίδρυσε πριν από περίπου μία δεκαετία, με ιππικές εγκαταστάσεις, γήπεδα τένις, πισίνα και χώρους ευεξίας. Ο Ερρίκος Αρώνες εξέφρασε πρόσφατα το ενδιαφέρον του για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό (σ.σ. στην εταιρεία εισήλθε πρόσφατα η οικογένεια Πέτρου, Ειρήνης και Ευγενίας Βασιλόπουλου, γνωστή από τη φαρμακευτική Specifar, η οποία ανήκει σήμερα στην Teva), ενώ η Dimand διαθέτει την τεχνογνωσία στις παραχωρήσεις δημοσίων ακινήτων.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους για τη συμμετοχή του στην πρώτη φάση του διαγωνισμού, ο Ερρίκος Αρώνες τόνισε ότι υπήρχε μεγαλύτερη ανταπόκριση στη διαδικασία από την αναμενόμενη, ενώ διευκρίνισε ότι η Hellenic Properties συμμετέχει από κοινού με την Ergon των αδελφών Δούζη, διατηρώντας το πλειοψηφικό ποσοστό. “Η ελληνικότητα του brand της Ergon και η εμπειρία στην πώληση προϊόντων ήταν που έδωσε ώθηση στις δύο πλευρές να συμμετάσχουν ως κοινοπραξία, όπως είπε. “Είναι στη σωστή κατεύθυνση η χρήση των δημοσίων κτιρίων μαζί με τα κτίρια που παραχωρούνται σε ιδιώτες”, κατέληξε.

Οι υποψήφιοι επενδυτές που συμμετείχαν στην πρώτη φάση του διαγωνισμού, υπέβαλαν τους φακέλους εκδήλωσης ενδιαφέροντος με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα. Αφού οι συμμετοχές αξιολογηθούν, διαδικασία που διαρκεί κατά το σύνηθες μερικές εβδομάδες, θα ζητηθούν οι οικονομικές προσφορές. Αυτή θα είναι η δεύτερη φάση του διαγωνισμού, κατά την οποία θα οριστεί η ακριβής διάρκεια της παραχώρησης – η οποία, πάντως, θα είναι τουλάχιστον 65 χρόνια. Σημειωτέον ότι για εταιρείες και funds απαιτούνταν μέσος όρος ιδίων κεφαλαίων ή μη επενδεδυμένα κεφάλαια τουλάχιστον 10 εκατ. ευρώ την τελευταία τριετία.

Τα πρώτα έργα στο Τατόι, βέβαια, έχουν ήδη ξεκινήσει. Σύμφωνα με το Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής, τα έργα υποδομής στο πρώην Βασιλικό Κτήμα προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθούν το δεύτερο τρίμηνο του 2026 κι έπειτα θα προχωρήσει η αποκατάσταση των κτιρίων των Εποχικών Εργατών και του Υπασπιστηρίου στο πρώην Βασιλικό κτήμα Τατοΐου. Οι υπογραφές των συμβάσεων αποκατάστασης κτιρίων αναμένεται να πέσουν το τρίτο τρίμηνο του 2026.

Όσον αφορά στην αξιοποίηση των 24 κτιρίων που προωθεί το υπουργείο Πολιτισμού – για λογαριασμό του οποίου διενεργεί το διαγωνισμό το Υπερταμείο –, οι προτεινόμενες χρήσεις περιλαμβάνουν χώρους φιλοξενίας/ξενοδοχεία, εστιατόρια, θερμοκήπιο, οινοποιείο και άλλες δραστηριότητες ήπιας ανάπτυξης. Παράλληλα, δύναται να συμπεριληφθούν και καλλιεργήσιμες εκτάσεις 1.200 στρεμμάτων, με στόχο την αναβίωση του αγροτικού χαρακτήρα του κτήματος, σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον και την ιστορική του ταυτότητα, όπως η αναβίωση του αμπελώνα και του ελαιώνα.

Η συνολική δόμηση σήμερα στο κτήμα ανέρχεται σε περίπου 15.000 τ.μ., εκ των οποίων 6.400 τ.μ. αφορούν τα κτίρια που θα παραχωρηθούν. Ο ανάδοχος που θα προκύψει θα αναλάβει όλες τις μελέτες, αδειοδοτήσεις και εργασίες, με τις χρήσεις να συνάδουν με τη λειτουργία των χαρακτηρισμένων ως νεωτέρων μνημείων κτιρίων και του κτήματος. Τα κτίρια χρήζουν ενισχύσεων, στερεώσεων και αποκαταστάσεων στο σύνολο τους, καθώς εμφανίζουν κατά κανόνα βλάβες τόσο στον φέροντα οργανισμό όσο και στα μη φέροντα δομικά στοιχεία τους, λόγω της εγκατάλειψης και απουσίας συστηματικής συντήρησης αλλά και εξαιτίας του σεισμού το 1999.