F

Πολιτισμός

Όταν η Γη γίνεται μούσα: Δέκα καλλιτέχνες εμπνέονται από το μεγάλο σπίτι του ανθρώπου

Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς «Άγρια κύματα, Μάουντ Ντέζερτ , Μέιν», 1850


Απ΄ όλα έχει ο πλανήτης προσφέροντας στην τέχνη άπειρη έμπνευση σε βάθος αιώνων και χιλιετιών.

Τροπικά δάση και παγόβουνα. Άγρια βράχια, φουρτουνιασμένη θάλασσα και τεράστια πευκοδάση. Ήρεμες λίμνες και κινούμενοι αμμόλοφοι, ψηλά βουνά και άνυδροι έρημοι. Απ΄ όλα έχει ο πλανήτης προσφέροντας στην τέχνη άπειρη έμπνευση σε βάθος αιώνων και χιλιετιών.

Πενήντα χρόνια φέτος από την ανακήρυξη της Ημέρας της Γης το 1970, μια ευκαιρία για προβληματισμό σχετικά με τον φυσικό μας κόσμο και ίσως να αναλάβουμε δράση για να τον διατηρήσουμε. Για την επέτειο, λοιπόν, αυτή επιλέγονται δέκα καλλιτέχνες από το 19ο αιώνα και τον 20ό αιώνα με έργα τους που αποτυπώνουν με δύναμη και ευαισθησία βουνά και ωκεανούς, ερήμους, πεδιάδες, λίμνες και δάση.

Τα πευκοδάση της Ρωσίας

Δημοφιλής καλοκαιρινός προορισμός για τους κατοίκους της Αγίας Πετρούπολης τον 19ο αιώνα ήταν το περίφημο πευκοδάσος Σιβέρσκαγια, μόλις σε απόσταση 70 χιλιομέτρων από την πόλη. Εκεί κατέφευγε και ο Ιβάν Ιβάνοβιτς Σίσκιν, ένας από τους πιο διάσημους ζωγράφους τοπίου της Ρωσίας, ο επονομαζόμενος και «τσάρος του δάσους», προκειμένου να δημιουργήσει μερικά από τα πιο γνωστά έργα του.

Δικαιολογημένος ο τίτλος, αφού ο Σίσκιν θεωρείται μοναδικός στην απεικόνιση της ομορφιάς του παρθένου δάσους, των τεράστιων εκτάσεων με αγρούς, αλλά και του σκληρού για τη φύση, ρωσικού χειμώνα. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που, κοιτάζοντας κάποιος τους πίνακές του, έχει συχνά την εντύπωση ότι ένα αεράκι πρόκειται να φυσήξει ή να ακουστεί μια ρωγμή κλαδιών.

Ιβάν Ιβάνοβιτς Σίσκιν «Σιβέρσκαγια», 1896

Η αγάπη του Σίσκιν (1832 – 1898 ) για την φύση ήταν εξάλλου και μία αντανάκλαση της αγάπης για την πατρίδα του, έτσι είχε ιδρύσει την ομάδα καλλιτεχνών, τους «Περιπλανώμενους», που ήταν γνωστοί για την εξαιρετικά ρεαλιστική, αλλά συμβολική απεικόνιση των απλών ανθρώπων και των τοπίων.

Γιατί ο Σίσκιν είχε δει τη δραματική ύπαιθρο της Ρωσίας ως έμβλημα της εθνικής ταυτότητας της χώρας.

Είναι επίσης γνωστός για την σχεδόν φωτογραφική του απεικόνιση των εποχών, καθώς και για ζώα και πουλιά, ενώ κι ο θάνατός του, ενώ ζωγράφιζε με ένα πινέλο στο χέρι, κυριολεκτικά ήταν μία ακόμη απόδειξη της μεγάλης αγάπης του για τη ζωγραφική.

Οι βραχώδεις ακτές του νησιού Μάουντ Ντέζερτ

Το 1850, ο Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς επισκέπτεται για πρώτη φορά το νησί Μάουντ Ντέζερτ στα ανοικτά των ακτών του Μέιν. Ζωγράφος μεγάλων τοπίων, απεικονίζοντας συχνά βουνά, καταρράκτες, ηλιοβασιλέματα, ο Τσέρτς (1826 – 1900) δεν είχε, ως τότε, ζωγραφίσει τη θάλασσα.

Ο γεννημένος στο Κονέκτικατ, αλλά ζώντας στην Νέα Υόρκη καλλιτέχνης πληροφορείται, όμως, ότι η θέα της θάλασσας από το Μάουντ Ντέζερτ είναι από τις καλύτερες της χώρας. Και όταν το επισκέπτεται, πραγματικά γοητεύεται από φυσικό περιβάλλον του νησιού και, κυρίως, από τις δραματικές ακτές του, με τον έντονα βραχώδη χαρακτήρα.

Εκεί, πάντως, βρίσκεται και το Εθνικό Πάρκο Ακάντια, που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού. Έτσι, ο Τσερτς θα επανέλθει στη συνέχεια άλλες δώδεκα φορές μέσα στα επόμενα 30 χρόνια, ζωγραφίζοντας πια, όχι μόνον τη θάλασσα, αλλά και την πόλη, αν και με ένα πιο φανταστικό, τροπικό ύφος, αποτέλεσμα των επιρροών του από ένα ταξίδι στη Νότια Αμερική.

Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς «Άγρια κύματα, Μάουντ Ντέζερτ, Μέιν», 1850

Με έμφαση στη λεπτομέρεια και στο δραματικό φως και με προτίμηση στην απεικόνιση της πανοραμικής θέας, οι πίνακες του Τσερτς τον είχαν κάνει διάσημο στην εποχή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τα έργα του να ακριβοπληρώνονται από το φανατικό κοινό του.

Και σήμερα, όμως, αυτός ο πρώιμος πίνακάς του «Άγρια κύματα, Μάουντ Ντέζερτ, Μέιν», που είναι από τις πιο αυθεντικές απεικονίσεις του νησιού έχει πωληθεί σε δημοπρασία των Christie΄s για 1,267,500 δολάρια.

Η αγγλική εξοχή

Όταν ο Τζον Κόνσταμπλ επισκέφθηκε για πρώτη φορά το προάστιο Χάμστεντ του βόρειου Λονδίνου το 1819, η περιοχή ήταν ακόμη μέρος της υπαίθρου έξω από την πρωτεύουσα. Εκεί ζωγράφισε πολλούς πίνακές του με θέα στην πόλη και τα «ευγενή σύννεφα και τις εναλλαγές του φωτός, του σκοταδιού και του χρώματος», όπως θα
έγραφε αργότερα.

Έτσι, το Χάμστεντ θα γινόταν σταθερή πηγή έμπνευσης για τον καλλιτέχνη, που νοίκιαζε ένα σπίτι κάθε καλοκαίρι για τα επόμενα επτά χρόνια, προτού μετακομίσει εκεί μόνιμα το 1827.

Τζον Κόνσταμπλ «Branch Hill Pond, Hampstead (1821-1822)

Γιός ενός πλούσιου εμπόρου καλαμποκιού και αλεύρων, ο Τζον Κόνσταμπλ (1776–1837) ανήκει στη Ρομαντική σχολή και υπήρξε μαθητής στη ζωγραφική του Τζον Τόμας Σμιθ και, στη συνέχεια, του Τζορτζ Φροστ. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους τοπιογράφους, ενώ η τέχνη του συγκρίνεται σήμερα με εκείνην του Ντελακρουά και του Ζερικό, με τον ίδιο να επηρεάζει και νεότερους καλλιτέχνες, όπως ο Μπρμπιζόν και οι ιμπρεσιονιστές.

Η αγάπη του, πάντως, για τη φύση προήλθε, όπως έλεγε ο ίδιος, από την παιδική του ηλικία ακόμη, όταν παραθέριζε στην ύπαιθρο του Σάφολκ. «Συνδέω την ανέφελη παιδική μου ηλικία με όλα όσα βρίσκονται στην όχθη του ποταμού Στουρ. Αυτές οι σκηνές με έκαναν ζωγράφο και είμαι ευγνώμων», θα θυμόταν αργότερα, ως ενήλικας.

Το έργο του, «Branch Hill Pond, Hampstead» φιλοτεχνήθηκε το 1821-22 και βρίσκεται σήμερα Μουσείο Victoria and Albert, στο Λονδίνο.

Οι λόφοι του Γκίλονγκ της Αυστραλίας

Γεννημένος στη Βιέννη, ο Εζέν φον Γκέραντ (1811-1901) είχε ήδη καθιερώσει τη φήμη του ως κορυφαίος ζωγράφος τοπίου στην Ευρώπη, όταν μετακόμισε στην Αυστραλία το 1852, έχοντας προσελκυσθεί κι αυτός από τον «Νέο Κόσμο» και την προοπτική εύρεσης χρυσού.

Σήμερα, οι λεπτομερείς απεικονίσεις των τοπίων του, της Αυστραλίας, όπου έζησε ως το 1882, θεωρούνται πλέον επιστημονικά στοιχεία ενός χαμένου κόσμου. Με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του έργου του, «Τάουερ Χιλ», που βρίσκεται τώρα στην Πινακοθήκη Γουαρνάμπουλ και με βάση το οποίο οι επιστήμονες αποκατέστησαν τα γηγενή φυτά της περιοχής, που είχαν χαθεί λόγω βοσκής και εξόρυξης.

Εζέν φον Γκέραρντ «Άποψη του Γκίλονγκ», 1856

Το έργο «Άποψη του Γκίλονγκ» ζωγραφίστηκε τέσσερα χρόνια μετά την άφιξη του καλλιτέχνη στη χώρα και απεικονίζει μια περιοχή λουσμένη από χρυσό φως, σαν τον χρυσό που αναζητούσαν οι χρυσοθήρες. Παλαιότερα, βρισκόταν στη συλλογή του μεγάλου Βρετανού συνθέτη Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, ο οποίος το πούλησε, τον Ιούλιο του 2006, στην «Geelong Gallery», προκειμένου να επιστρέψει την Αυστραλία.

Άλλωστε και η κυβέρνηση της Βικτώρια μαζί με άλλους δωρητές είχαν συνεισφέρει γι΄αυτό.

Οι αμμόλοφοι στο Οσεάνο της Καλιφόρνιας

Στη διάρκεια του ’20 και του ’30, οι εντυπωσιακοί αμμόλοφοι στο Οσεάνο της Καλιφόρνιας και η μποέμ κοινότητά του είχαν προσελκύσει την προσοχή καλλιτεχνών, μουσικών και φωτογράφων. Μεταξύ αυτών ήταν ο Έντουαρντ Γουέστον (1886-1958), που άρχισε να φωτογραφίζει τους αμμόλοφους από το 1934, φθάνοντας στο απόγειο της τέχνης του το 1936, με μία σειρά φωτογραφιών που θεωρούνται από τις καλύτερες τοπίου στον κόσμο.

Για τον Γουέστον, η φύση είχε άμεσο αντίκτυπο στην «ψυχή και τη φυσική εμφάνιση των ανθρώπων», όπως έλεγε, πιστεύοντας ότι η φωτογραφία τοπίου ήταν μια μορφή ακτιβισμού, αντίστοιχη με την φωτογραφία ντοκιμαντέρ.

Έντουαρντ Γουέστον «Οσεάνο», 1936

Κάτι στο οποίο δεν συμφωνούσαν άλλοι ομότεχνοί του, όπως ο σπουδαίος Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, που κατηγόρησε τον Γουέστον -επίσης και τον Άνσελ Άνταμς- για κοινωνική απάθεια. «Ο κόσμος θα καταστραφεί και άνθρωποι όπως ο Άνταμς και ο Γουέστον φωτογραφίζουν βράχους!», είχε πει.

Για να λάβει, πάντως, την δεικτική απάντηση του Γουέστον: «Φαίνεται εντελώς αφελές που το τοπίο… δεν θεωρείται ότι έχει «κοινωνική σημασία», όταν μπορεί να έχει πολύ πιο σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη φυλή μιας δεδομένης περιοχής από τις πόλεις».

Και, για να δοθεί μία τάξη τιμής του έργου του, το «Dunes, Oceano», 1936 πωλήθηκε στο 2017 στη Νέα Υόρκη αντί 432.500 δολαρίων.

Τα τροπικά δάση της Λατινικής Αμερικής

Οι απεικονίσεις των τροπικών συστημάτων από τον Κουβανό καλλιτέχνη Τομάς Σάντσεζ (γεν.1948) έχουν θεωρηθεί ως εξιδανικευμένα μείγματα διαφορετικών τοπίων, εμπνευσμένα από τις πεζοπορίες του στα δάση και τα βουνά της Κόστα Ρίκα, της Κούβας, του Μεξικό και της Κεντρικής Αμερικής.

Ένα από αυτά είναι και το συγκεκριμένο έργο του «Ακτή με γκρίζο ουρανό». Οι πολιτικές εντάσεις είχαν αναγκάσει, ωστόσο, τον Σάντσεζ να εγκαταλείψει την Κούβα το 1990, αλλά οι αναμνήσεις του για τη χώρα παραμένουν στο έργο του.

Τομάς Σάντσεζ «Ακτή με γκρίζο ουρανό», 1996

Και, πράγματι, ένας από τους πίνακές του είχε αγοραστεί από τον Ραούλ Κάστρο για τον αδερφό του, Φιντέλ ως δώρο γενεθλίων. «Ήταν μια σπάνια περίσταση, που ζωγράφισα απευθείας από τη φύση», έλεγε ο Σάντσεζ σε συνέντευξή του γι΄αυτό το έργο.

Προσθέτοντας πως απεικονίζει «ένα σημείο στην οροσειρά Σιέρα Μέστρα της Κούβας, που αποδείχθηκε ότι επρόκειτο ακριβώς για την ίδια θέα που είχε ο Φιντέλ Κάστρο από την καλύβα του το 1959, όταν αυτός και οι άντρες του κρύβονταν στη Σιέρα πριν ξεκινήσουν την Επανάσταση».

Η έρημος του Νέου Μεξικού

«Μακάρι να μπορούσες να δεις αυτό που βλέπω έξω από το παράθυρο», είχε γράψει η Τζόρτζια Ο’Κιφ το 1942 στον καλλιτέχνη Άρθουρ Ντόβ από το ράντσο της στο Νέο Μεξικό. «Η γη είναι ροζ και τα βράχια κίτρινα στα βόρεια… Είναι ένας πολύ όμορφος κόσμος».

Η Ο’ Κιφ (1887-1986), γνωστή για τα τοπία της και τα έργα της με λουλούδια της ερήμου, είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά το Νέο Μεξικό το 1929 και αμέσως αισθάνθηκε σαν στο σπίτι της. «Μόλις το είδα, είπα ότι αυτή ήταν η χώρα μου. Δεν είχα δει ποτέ κάτι τέτοιο στο παρελθόν, αλλά μου ταίριαζε ακριβώς. Ήταν απλώς διαφορετικό», έλεγε αργότερα.

Τζόρτζια Ο’ Κιφ «Κοντά στο Αμπικουγιού»

Το συγκεκριμένο έργο της, «Κοντά στο Αμπικουγιού» δημιουργήθηκε δύο χρόνια μετά την αρχική της επίσκεψη και αντικατοπτρίζει την αγάπη της για τις τεράστιες εκτάσεις ερήμων και βουνών της περιοχής. Η καλλιτέχνης, μάλιστα, θα επέστρεφε στο Νέο Μεξικό σχεδόν κάθε χρόνο πριν από τη μόνιμη μετακόμισή της εκεί, το 1949.

Να σημειωθεί ότι το έργο αυτό πουλήθηκε το 2018 προς 8.412.500 δολάρια.

Το βουνό Ιμέι στην Κίνα

Το όρος Ιμέι στο Σιτσουάν της νοτιοδυτικής Κίνας είναι το υψηλότερο από τα τέσσερα ιερά, βουδιστικά βουνά της χώρας, φτάνοντας στα 3.099 μέτρα. Το βουνό είναι ένας τόπος προσκυνήματος, όπου έχουν χτιστεί δεκάδες ναοί και μοναστήρια και, όπως είναι επόμενο, αποτελεί έμπνευση για καλλιτέχνες επί αιώνες.

Χουάνγκ Τζουνμπί «Όρος Ιμέι», δεκαετία ΄40

Ένας από αυτούς, ο ζωγράφος μελάνης Χουάνγκ Τζουνμπί (1898-1991), ο οποίος έζησε στο Σιτσουάν στη δεκαετία του ΄40, ζωγράφισε αυτό το έργο από μνήμης. Ο Χουάνγκ είναι γνωστός ως ένας από τους «Τρεις Δασκάλους που διέσχισαν τη Θάλασσα», αφού, μαζί με τους συγχρόνους του, Ζουάνγκ Ντακιάν και Που Ρου, είχαν φύγει από την Κίνα το 1949, με τον ίδιο να εγκαθίσταται τελικά στην Ταϊβάν.

Η λίμνη Τουν στην Ελβετία

Η ζωγραφική τοπίων θα πρέπει «να μας δείχνει ότι η φύση είναι μεγαλύτερη και απλούστερη από όλες τις ασήμαντες λεπτομέρειες», είχε πει ο Ελβετός ζωγράφος Φέρντιναντ Χόντλερ (1853-1918). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Χόντλερ είχε επιστρέψει στη ζωγραφική τοπίων μετά από δεκαετίες, που είχε διαπρέψει ως πορτρετίστας, ιστορικός ζωγράφος και πρωτοπόρος του συμβολισμού.

Φέρντιναντ Χόντλερ «Η λίμνη Τουν το χειμώνα»,1912-13

Και, σ΄αυτά τα τοπία της ύστερης καριέρας του, το στυλ του Συμβολισμού που ονομάζεται Παραλληλισμός, μπορεί να φανεί πιο ξεκάθαρα στις απλές, συμμετρικές και επαναλαμβανόμενες απεικονίσεις των βουνών. Για τον Χόντλερ, οι ιδέες του Παραλληλισμού ήταν κάτι περισσότερο από το στυλ της τέχνης, ήταν η φιλοσοφία του ότι η φύση και η ζωή ακολούθησαν μια τάξη.

«Η λίμνη Τουν το χειμώνα» (1912- 13) είναι ο τίτλος αυτού του έργου.

Ανταρκτική

Το 2004 ο Βραζιλιάνος φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγάδο (γεν. 1944) άρχισε το επικό έργο «Γένεσις», προκειμένου να τεκμηριώσει μερικές από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές του κόσμου.

Κατά τη διάρκεια οκτώ ετών, ταξιδεύοντας από την Ανταρκτική ως τον Αμαζόνιο και από τη Σιβηρία ως τα Γκαλάπαγκος, πήρε ασπρόμαυρες φωτογραφίες τοπίων, ζώων και αυτοχθόνων κοινοτήτων. Και το αποτέλεσμα συγκεντρώθηκε σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Γένεσις», που εκδόθηκε το 2014 και, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, είναι «η ερωτική μου επιστολή στον πλανήτη».

Σεμπαστιάο Σαλγάδο «Γένεσις», 2005

Στη συγκεκριμένη φωτογραφία έχει απεικονίσει το παγόβουνο μεταξύ του νησιού Πόλετ και των νησιών Σάουθ Σέτλαντ στην Ανταρκτική το 2005. «Περίπου το 46% του πλανήτη είναι ακόμα όπως ήταν στην εποχή της Γένεσης. Πρέπει να διατηρήσουμε ό, τι υπάρχει», μας υπενθυμίζει ο φωτογράφος.


ΣΧΟΛΙΑ