Πολιτισμός

Λίνα Μενδώνη στο mononews: Το κράτος δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ τα μουσεία του

Μενδώνη Υπ. Πολιτισμού

Λίνα Μενδώνη, υπουργός Πολιτισμού


«Το κράτος στηρίζει όλα ανεξαιρέτως τα μουσεία του. Δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ, κανένα. Και τώρα, στις ειδικές συνθήκες που παρουσιάστηκαν, ανταποκρίνεται στο έπακρο στις απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί».

Η υπουργός Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη είναι κατηγορηματική, μιλώντας στο mononews για την απόλυτη προστασία, που παρέχει το κράτος στους φορείς πολιτισμού, είτε είναι αμιγώς κρατικοί, είτε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, είτε όμως και ιδιωτικοί.

Απέναντί τους η πολιτική είναι μία και αταλάντευτη: Η στήριξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πολιτισμού γενικώς. Σε τίποτε επομένως δεν πρόκειται να αλλάξει η προστατευτική ομπρέλα του υπουργείου Πολιτισμού με την μετατροπή πέντε μεγάλων μουσείων της χώρας σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ει μη μόνον επί τα βελτίω, όσον αφορά την λειτουργία και την προσφορά τους, κατά το πρότυπο μάλιστα του επιτυχημένου Μουσείου Ακρόπολης.

Παραμονές του νέου έτους η υπουργός Πολιτισμού είχε παρουσιάσει το σχετικό νομοσχέδιο στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, στο πλαίσιο του Ενοποιημένου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής για το 2021 με τον πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη να το χαρακτηρίζει ως μία πολύ σημαντική παρέμβαση, που προσθέτει αυτοτέλεια στα μεγάλα, εμβληματικά μουσεία της χώρας, τα οποία θα μπορούν πλέον να χαράσσουν αυτόνομη πολιτική, διαχειριζόμενα τα ίδια, πόρους και χορηγίες.

Κατόπιν αυτών κατατίθεται στα τέλη του Φεβρουαρίου το νομοσχέδιο για τα ΝΠΔΔ προς ψήφιση στη Βουλή, αφού υπάρξει και η κατά το νόμο δημόσια διαβούλευση.

Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τέλος το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Όλα, να σημειωθεί, λειτουργούν ανεξάρτητα από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Τα οφέλη

«Τα μουσεία θα έχουν την διοικητική και οικονομική τους αυτοτέλεια, αφού θα αποδεσμευθούν από τον κρατικό ασφυκτικό μηχανισμό. Θα μπορούν πλέον να σχεδιάζουν τη δική τους πολιτική και να εκπονούν τη στρατηγική που θα αρμόζει περισσότερο στις ανάγκες και στo ειδικό αντικείμενό τους. Ακόμη και η επιλογή ενός διευθυντή μπορεί να κάνει τη διαφορά, αφού θα έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει τον δικό του προγραμματισμό ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε μουσείου», όπως λέει η κυρία Μενδώνη για τα οφέλη αυτής της αλλαγής.

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Σ΄αυτά να προστεθούν η ένταξη σε χορηγικά προγράμματα, η απ΄ευθείας αποδοχή δωρεών, χορηγιών, ακόμη και κληροδοτημάτων κάθε είδους (σε χρήμα δηλαδή ή σε άλλη μορφή) και βεβαίως η δυνατότητα ανάπτυξης συνεργασιών και συνεργειών με ξένα μουσεία, χωρίς να παρεμβάλλεται η γραφειοκρατία του δημοσίου με τις καθυστερήσεις, που πολλές φορές συνεπάγεται.

Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η καλύτερη λειτουργία τους, διοικητικά και επιστημονικά, η αξιοποίηση στο έπακρο των δυνατοτήτων τους και οι υψηλές υπηρεσίες που προσφέρονται στον επισκέπτη. Πάντα ωστόσο με το προστατευτικό δίχτυ του υπουργείου Πολιτισμού.

«Δίνεις στα μουσεία οξυγόνο, τους δίνεις ζωτικό χώρο», λέει η υπουργός Πολιτισμού.

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Όπως είχε πει άλλωστε ο πρωθυπουργός «Ο πολιτισμός ανθίζει όταν χειραφετείται και όχι όταν καθοδηγείται».

Εξάλλου δεν πρόκειται για «κεραυνό» εν αιθρία δεδομένου ότι η κυρία Μενδώνη είχε προαναγγείλει τις αλλαγές ήδη από την ανάληψη των καθηκόντων της, μετά τις εκλογές του 2019.

Νομική κατοχύρωση

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου και την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος θα γίνει η κατάθεσή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να αποφανθεί για τον Οργανισμό λειτουργίας των μουσείων. Θυμίζουμε πάντως, ότι υπάρχει το σχετικό προηγούμενο του Μουσείου Ακρόπολης, όταν το ΣτΕ αποφάσισε υπέρ της δυνατότητας να είναι ένα μουσείο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Στον ενδιάμεσο χρόνο και αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου θα ερωτηθούν οι εργαζόμενοι στα μουσεία, αν επιθυμούν να παραμείνουν στη θέση τους ως υπάλληλοι ΝΠΔΔ πλέον ή θέλουν να μετατεθούν σε άλλη υπηρεσία.

Είναι στην διακριτική τους ευχέρεια να αποφασίσουν να φύγουν , όπως είναι γνωστό άλλωστε ελλείψεις υπάρχουν παντού, ενώ όσοι παραμείνουν δεν πρόκειται φυσικά να θιγούν, απλώς θα είναι πλέον υπάλληλοι του ελληνικού δημοσίου, του υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίοι θα υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα».

Όσο για την κάλυψη ενδεχομένως κενών θέσεων, αυτή θα γίνει μέσω της δυνατότητας που προσφέρει ο νόμος περί κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων ή ακόμη και με προσλήψεις.

Τα μουσεία θα διοικούνται, όπως προβλέπεται για τα ΝΠΔΔ, από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τον πρόεδρο και τα μέλη θα ορίζει ο υπουργός Πολιτισμού με ορισμένα εξ αυτών να είναι ex officio.

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Ο πρώτος διευθυντής θα προέρχεται οπωσδήποτε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενδέχεται μάλιστα να παραμείνει ο ήδη υπάρχων. Η θητεία του ούτως ή άλλως θα είναι τριετής, ώστε στο ενδιάμεσο να προκηρυχθεί διεθνής διαγωνισμός για την θέση. Κατά το πρότυπο και πάλι του Μουσείου Ακρόπολης _ο διαγωνισμός του είναι σε εξέλιξη ως γνωστόν_ και με τον απαράβατο όρο, όπως λέει η κυρία Μενδώνη της τέλειας γνώσης της ελληνικής γλώσσας.

Υποψήφιοι μπορεί να είναι επιστήμονες από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ή εκτός αυτής, πανεπιστημιακοί και άλλοι. (Μένει να αποσαφηνιστεί από το υπουργείο Εσωτερικών αν θα μπορεί να είναι και συνταξιούχοι ή αν θα υπάρξει κάποιο όριο ηλικίας).

Οικονομική εξασφάλιση

Όσο για τα οικονομικά κάθε μουσείου, είναι εξασφαλισμένα. Τα πρώτα χρόνια θα καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες τους από το κράτος και αν αργότερα αποκτήσουν επαρκή έσοδα, τότε μπορεί να υπάρξει μία μείωση.

Ως παράδειγμα η κυρία Μενδώνη αναφέρει και πάλι το Μουσείο Ακρόπολης, το οποίο όντως λάμβανε επιχορήγηση τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, στη συνέχεια όμως, με την μεγάλη αύξηση της επισκεψιμότητάς του και επομένως των εσόδων του, δεν την χρειαζόταν πλέον. Το 2018 και το 2019 μάλιστα συνέβαλε από τα έσοδά του στο Ταμείο Αρχαιολογικό Πόρων με 2 εκατ. ευρώ το χρόνο.

«Αντίθετα τώρα και λόγω της μεγάλης κρίσης το Μουσείο Ακρόπολης επιχορηγήθηκε με 3,9 εκατ. ευρώ, προκειμένου να αντεπεξέλθει κι αυτό στις υποχρεώσεις του. Αλλά και η Εθνική Πινακοθήκη που είναι επίσης ΝΠΔΔ επιδοτείται κάθε χρόνο από το ΥΠΠΟ. Το ίδιο και η Εθνική Λυρική Σκηνή και τα κρατικά θέατρα που είναι μάλιστα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. Το κράτος τα στηρίζει όλα», επανέρχεται η κυρία Μενδώνη.

Μεταξύ αυτών και ιδιωτικά μουσεία εφ΄όσον χρειάζεται, όπως για παράδειγμα το Εθνολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης το οποίο επιτελεί εθνικό έργο ή το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Την αναγκαιότητα αυτής της απομάκρυνσης ορισμένων μουσείων από τον στενό κρατικό πυρήνα είχε επισημάνει ωστόσο, ήδη από το 1997 ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ως υπουργός Πολιτισμού τότε, είχε διακρίνει τις δυνατότητες από μια τέτοια αλλαγή, δεδομένου ότι ήταν η εποχή, που αποκτούσαν αυτοτέλεια τα τελευταία από τα μεγάλα μουσεία του εξωτερικού.

Όπως είναι γνωστό άλλωστε το Λούβρο, το Βρετανικό Μουσείο, τα μεγάλα γερμανικά μουσεία έχουν παραπλήσιο καθεστώς λειτουργίας. Στην Ελλάδα όμως το πράγμα έμοιαζε ακόμη, εντελώς καινοφανές. ΄Επρεπε να ιδρυθεί και κυρίως να λειτουργήσει το Μουσείο Ακρόπολης ώστε να φανούν στην πράξη τα θεαματικά αποτελέσματα.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Αντιδράσεις πάντως υπάρχουν και τώρα, κυρίως από συνδικαλιστικά σωματεία εργαζομένων, αν και χωρίς σοβαρά επιχειρήματα, που να ξεπερνούν τις στενές υπαλληλικές ανησυχίες και να μπορούν να αντικρούσουν τα πλεονεκτήματα της νέας μορφής των μουσείων. Και φυσικά το θέμα ετοιμάζεται να σηκώσει ψηλά και η αντιπολίτευση.

Στο μεταξύ όμως το υπουργείο Πολιτισμού προχωρεί στη γενικότερη βελτίωση όλων των μουσείων της χώρας, δημόσιων και ιδιωτικών με την πιστοποίησή τους.

Κάτι, που έχει προβλεφθεί από το 2002 αλλά τώρα προχωρεί με γοργούς ρυθμούς, αποσκοπώντας σε καλύτερες υποδομές των μουσείων και παρεχόμενες υπηρεσίες.

Κι αυτό, γιατί κατά την αναγνώριση αποτυπώνεται και αξιολογείται η συμμόρφωση του μουσείου ως προς το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο, τα διεθνή πρότυπα και την επιστημονική δεοντολογία, εξετάζεται το νομικό και ιδιοκτησιακό του καθεστώς, η δομή και η στελέχωσή του, η οικονομική του βιωσιμότητα, οι υπηρεσίες του προς το κοινό κλπ.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, και όπως διευκρινίζει η υπουργός διαφορετικά αντιμετωπίζονται τα μεγάλα μουσεία από τα μικρά, καθώς υπάρχουν διάφορες κατηγορίες ένταξης, ώστε να παρασχεθεί σε όλα η δυνατότητα να ενταχθούν στο πρόγραμμα πιστοποίησης, αναβαθμίζοντας τις υπηρεσίες τους.


ΣΧΟΛΙΑ