Πολιτισμός

Οι δράκοι του Τάσου Μαντζαβίνου, μυθικά και υπαρξιακά τέρατα στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη

  • Μαρία Θερμού

Ο Τάσος Μαντζαβίνος με ένα από τα έργα του


Στη μυθολογία, στα παιδικά παραμύθια, στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Ον φανταστικό, παράξενο, τρομακτικό, που διασχίζει χιλιετίες ιστορίας, επιβιώνει σε όλους τους πολιτισμούς, αντιστέκεται στη λογική και ξεπηδά αναπάντεχα από τα κατάβαθα της ψυχής. Είναι ο δράκος. Μυθικό τερατόμορφο πλάσμα, ένα ερπετοειδές με φτερά, που πετάει και φωτιές απ΄το στόμα. Ή κάπως έτσι. Γιατί κάθε πολιτισμός σε κάθε εποχή έχει τους δικούς του δράκους, όπως και κάθε άνθρωπος επίσης. Φτιαγμένοι από  τσίγκο, ξύλο και άλλα υλικά, μαζεμένα από το Μοναστηράκι είναι οι δράκοι του Τάσου Μαντζαβίνου.

Χρωματιστοί αλλά τρομεροί μέσα στην αγριάδα τους να παραπέμπουν στις φιγούρες του Καραγκιόζη, πατώντας γερά σε μία λαϊκή παράδοση αιώνων. Πρόκειται λοιπόν για εικόνες ταιριαστές με τα έργα του Φώτη Κόντογλου και του Ευγένιου Σπαθάρη, δίπλα από τα οποία  παρουσιάζονται στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη από τις 7 Νοεμβρίου. «Εγώ και ο δράκος» είναι ο τίτλος της έκθεσης, και η συνομιλία άμεση, με όλη την γενιά του ΄30, που έχει βρει στέγη στην Πινακοθήκη Γκίκα, δημιούργημα του Άγγελου Δεληβορριά.

Ο καλλιτέχνης και έργο του με θέμα τα φίδια

Με το πινέλο, το κοπίδι, το στρώσιμο με το χέρι, τα ξυσίματα και τις γραμμές πάνω από το χρώμα, με όλα τα μέσα δηλαδή, που έχει στη διάθεσή του φιλοτεχνεί ο καλλιτέχνης αυτά τα έργα, που δικαιολογημένα ονομάζει «κεντήματα».

Οι δράκοι του, όπως λέει ο ίδιος προέρχονται «μέσα από τα παραμύθια, τις εικονογραφήσεις και τις ζωγραφιές» της ελληνικής τέχνης. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τον δράκο της Κολχίδας, που φυλούσε ακοίμητος το χρυσόμαλλο δέρας ώσπου να τον σκοτώσει ο Ιάσονας και να το πάρει. Ή τον δράκο φύλακα των χρυσών μήλων των Εσπερίδων. Και φυσικά τον ΄Αγιο Γεώργιο, που σκότωσε τον δράκο, γιατί κρατούσε το νερό από τους ανθρώπους.

Και η ίδια η λέξη «δράκος» εξάλλου, είναι καθαρά ελληνική, από το ρήμα δέρκομαι που σημαίνει βλέπω – παρατηρώ ενώ η συσχέτισή της με το φίδι προήλθε από την ικανότητά του να ακινητοποιεί τα θύματά του κοιτώντας τα σταθερά και επίμονα. Γι΄αυτό άλλωστε χρησιμοποιήθηκε περισσότερο για να υποδηλώσει ερπετά και πιο συγκεκριμένα τα φίδια, όπως για παράδειγμα στην Ιλιάδα.

Τα φίδια, που δεν λείπουν, αντίθετα κυριαρχούν στα έργα του Μαντζαβίνου, καθώς επανέρχεται με διάφορους τρόπους σ΄αυτά. Όπως στην ενότητα «Το φιδάκι» από το γνωστό παιδικό παιχνίδι, όπου το φίδι εκπροσωπεί την πλέον αθώα εκδοχή του δράκου. Μια ξύλινη κατασκευή αυτής της ενότητας μάλιστα, παρουσιάζεται στην έκθεση στην Πινακοθήκη Γκίκα.

«Όλη μου η ζωγραφική είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Όχι για λόγους ναρκισσιστικούς, αλλά γιατί είναι το μόνο, που ξέρω καλά και δεν θα πω ψέματα», λέει ο ίδιος. Γι΄αυτό κι οι δράκοι του έχουν μια μεταψυχαναλυτική και μετακαφκική ερμηνεία.

Αφιερωμένη στον Άγγελο Δεληβορριά είναι αυτή η έκθεση, αφού επί έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του είχαν συνεργαστεί για την οργάνωσή της, ύστερα από την αναδρομική του ζωγράφου, που είχε πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Μπενάκη το 2012. Αρωγός της έκθεσης και του ομότιτλου βιβλίου που τη συνοδεύει, είναι η Πινακοθήκη Γιώργου Ν. Βογιατζόγλου με επιμελητή τον ιστορικό τέχνης Γιώργο Μυλωνά.

Info

Πινακοθήκη Γκίκα – Μουσέιο Μπενάκη: Κριεζώτου 3

Τάσος Μαντζαβίνος «Εγώ ο δράκος»

Διάρκεια:7 Νοεμβρίου 2019 – 4 Ιανουαρίου 2020