Ο Ανδρέας Μελάς πανηγυρικά επαναφέρει την γκαλερί Μελάς Μαρτίνος στην τροχιά της διεθνούς σύγχρονης τέχνης. Τώρα με την έκθεση του ελβετού καλλιτέχνη David Weiss (Ντέιβιντ Βάις, 1946-2012) αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι η πρωτεύσουσα μπορεί να χαίρει της σύγχρονης ματιάς. Τόσο ως μέσο εκπαίδευσης όσο και ως μέσο αισθητικής απόλαυσης. Και το κυριότερο, ότι ο Ανδρέας Μελάς έφερε την ελίτ των δυτικών δημιουργών σε απόσταση αναπνοής από τον ζωτικό ιστό της πόλης, όχι κάτι ακριβοθώρητο και μακρινό.
Επίσης, το ότι η γκαλερί Μελάς Μαρτίνος βρίσκεται πάνω από το περίφημο Παλαιοπωλείο Μαρτίνος της Ελένης Μαρτίνου μοιραία δημιουργεί μια γέφυρα και όσμωση ανάμεσα στο αγέραστο παλιό και στο διαχρονικό νέο.
Στη Μελάς Μαρτίνος ο Ανδρέας Μελάς παρουσιάζει τώρα επιλογή από τη σειρά έργων Neocolor από την περίοδο του 1977–1978.
Ο Βάις δούλεψε στα έργα αυτά εφαρμόζοντας με κηρομπογιές Neocolor πεδία χρώματος και ρίγες πάνω σε χαρτί, τα οποία κάλυψε με μαύρη βαφή. Εν συνεχεία αφαίρεσε το ανώτερο στρώμα με λεπτή αιχμηρή μύτη σε τεχνική grattage (γκρατάζ), αποκαλύπτοντας την υποκείμενη σύνθεση από έντονες, ζωντανές πινελιές και γραμμές.
Σαν να θέλει να τραβήξει το φως μέσα από το σκοτάδι. Τα χρωματιστά μοτίβα που Αναδύονται από τη σκοτεινή επιφάνεια ποικιλόμορφα χρωματιστά μοτίβα, άλλοτε ως αφηρημένες μορφές άλλοτε ως απόκοσμες και αποσπασματικές ανθρωποειδείς φιγούρες. Αυτή η πύκνωση των ετερόκλητων στοιχείων συνθέτει διαφορετικά νυχτερινά τοπία.
Η σειρά ανήκει στην περίοδο που ο Βάις ζούσε στη Zähringerstrasse (Ζαρινγκεστράσε), στη συνοικία Niederdorf (Νίντερντορφ) της Ζυρίχης. Αντανακλά τον αντισυμβατικό και ενίοτε αναρχικό χαρακτήρα της καλλιτεχνικής σκηνής της πόλης εκείνη την εποχή. Η ενέργεια, οι επιθυμίες και οι φιλοδοξίες του κύκλου διαμορφώνονταν και υπαγορεύονταν από τους περιορισμούς των δημόσιων χώρων.

Η πορεία του
Ο Ντέιβιντ Βάις υπήρξε μια από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης, με σήμα κατατεθέν το ότι ταύτισε το παιγνιώδες με τη φιλοσοφική ενατένιση.
Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία του με τον Πίτερ Φίσλι (Peter Fischli).
Από κοινού διαμόρφωσαν το ιδίωμα που εξύψωσε την μπανάλ καθημερινότητα σε πεδίο υπαρξιακού στοχασμού. Το έργο τους απέδωσε στο φαινομενικά ασήμαντο ή απλά χρηστικό μια σχεδόν μεταφυσική δύναμη.
Ο Ντέιβιντ Βάις δεν ενδιαφερόταν για το «υψηλό» με την τυπική του έννοια. Αντίθετα, αντλούσε έμπνευση από ταπεινά αντικείμενα, όπως μπουκάλια, λάστιχα ή κομμάτια ξύλου, τα οποία επαναπροσδιόριζε μέσα από ευρηματικές εγκαταστάσεις και κινητικά έργα. Σε αυτά τα έργα, η έννοια της αιτιότητας και της αλυσιδωτής αντίδρασης γίνεται κεντρική. Μετατρέπει τη φυσική κίνηση σε ποιητικό γεγονός.
Το πιο γνωστό παράδειγμα της προσέγγισής του παραμένει ίσως το έργο The Way Things Go (1987). Πρόκειται για κινηματογραφημένη αλληλουχία γεγονότων που δίνεται ως σειρά από αλυσιδωτών αντιδράσεων. Το θεαματικό αυτό έργο λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη διαλεκτική ανάμεσα στην πρόθεση και την τυχαιότητα.

Ο Βάις μαζί με τον Φίσλι επέμεναν ότι ο κόσμος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον ανθρώπινο έλεγχο αλλά και από ένα σύνολο απρόβλεπτων παραμέτρων που συνδιαμορφώνουν την πραγματικότητα.
Στην υπαρξιακή αναζήτησή του, ο Ντέιβιντ Βάις υπήρξε ελαφρύς, όχι πεισιθάνατος, πεσιμιστής ή ερεβώδης. Χειρίστηκε τη θνησιγενή ύλη εξισορροπώντας ανάμεσα στο χιούμορ και τη σοβαρότητα. Το χιούμορ του λειτουργεί ως εργαλείο αποδόμησης, επιτρέποντας στο θεατή να επαναξιολογήσει τη σχέση του με τον κόσμο. Οι δημιουργίες του ενίοτε προκαλούν γέλιο ή έκπληξη, αλλά κάτω από αυτή την τρυφηλή επιφάνεια υποβάλλει τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία.
Παράλληλα, η χρήση της φωτογραφίας και γλυπτικής στο έργο του αναδεικνύουν την ευελιξία και το εύρος του ως καλλιτέχνη.
Οι σειρές φωτογραφιών που δημιούργησε με τον Φίσλι, όπως οι Equilibres, παρουσιάζουν στιγμιότυπα εύθραυστων ισορροπιών, όπου αντικείμενα τοποθετούνται με τρόπο που φαίνεται να αψηφά τη βαρύτητα. Αυτές οι εικόνες συμβολίζουν την ανθρώπινη συνθήκη, τη μοίρα της αβεβαιότητας και της πεπερασμένης ύπαρξης.
Με μια μεγαλειώδη έκθεση το 2006, η Tate του Λονδίνου αναγνώρισε στην ιδιαιτερότητα της πρακτικής των Βάις και Φίσλι την ακραιφνή παρατήρηση της καθημερινότητας με φιλοσοφικό υπόβαθρο και την ελαφρότητα του χιούμορ. Η Tate εστίασε ιδιαίτερα στο πώς η χρήση απλών, καθημερινών αντικειμένων μετουσιώνονται σε ποιητικά και συχνά απρόβλεπτα γεγονότα.
Η έκθεση σχολίασε ότι η κληρονομιά τους, οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στα έργα τους και οι εύθραυστες ισορροπίες, λειτουργούν σαν στοχασμοί πάνω στη σχέση αιτίας και αποτελέσματος αλλά και στην ανθρώπινη επιθυμία για τάξη μέσα στον χαοτικό κόσμο.
Δέκα χρόνια αργότερα, στο μουσείο της Νέας Υόρκης Solomon R. Guggenheim Museum σε αναδρομική θεώρηση του έργου τους, διέκρινε στη διάρκεια της συνεργασίας τους τη συνοχή: Το πώς επανέρχονται σε θεμελιακά ερωτήματα όπως η αμφισβήτηση της σημασίας του «σημαντικού» και του «ασήμαντου».
Το Guggenheim ανέδειξε επίσης τη διεπιστημονική φύση της προσέγγισής τους, την επιμειξία γλυπτικής, φωτογραφίας και φιλμ, καθώς επίσης και την ικανότητά τους να δημιουργούν εμπειρίες οπτικά εντυπωσιακές και εννοιολογικά πολυδιάστατες.
Η συμβολή του Ντέιβιντ Βάις στην τέχνη επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιόρισε τη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. Τα έργα του διεκδικούν την ενεργή συμμετοχή, ο θεατής καλείται να γίνει συμμέτοχος σε ένα παιχνίδι νοημάτων.
Τέλος, σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά επιδιώκει το εντυπωσιακό μπούκωμα των συνθέσεων, ο Βάις παραμένει αξιοσημείωτα και απατηλά απλός. Πίσω από τις φαινομενικά λιτές συνθέσεις του κρύβεται η λεπτή κατανόηση των φυσικών νόμων, της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της αισθητικής εμπειρίας.
Ο Βάις άνοιξε τις πόρτες σε νέα ερμηνεία της πραγματικότητας με διαφορετική, αυθόρμητη μάτια, στην αναγνώριση της απλής ομορφιάς, στην αποδοχή της ρευστότητας ως αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης.

Βιογραφικό
Ο David Weiss γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1946. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ζυρίχης έως το 1964 και στη συνέχεια γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βασιλείας. Το 1979 γνώρισε τον Peter Fischli και δημιούργησαν το καλλιτεχνικό δίδυμο Fischli/Weiss, το οποίο διατηρήθηκε έως τον θάνατό του Weiss το 2012.
Το δίδυμο συμμετείχε σε σημαντικές διεθνείς εκθέσεις, μεταξύ άλλων στη Μπιενάλε της Βενετίας (1995, 2003, 2013) και σε αναδρομικές εκθέσεις στη Tate στο Λονδίνο (2006) και στο Μουσείο Guggenheim στη Νέα Υόρκη (2016).
Τα τελευταία χρόνια, τα έργα του Weiss παρουσιάστηκαν σε ατομικές εκθέσεις από το Swiss Institute στη Νέα Υόρκη (2014), το Bündner Kunstmuseum στο Chur (2014), το Weiss Falk στη Βασιλεία (2021), την Matthew Marks Gallery στη Νέα Υόρκη (2019, 2022) και την Taro Nasu. Gallery στο Τόκιο (2023).
Πληροφορίες
Εγκαίνια: 27 Μαΐου, 18:00–21:00
Διάρκεια: 27 Μαΐου 2026 – 12 Σεπτεμβρίου 2026
Πανδρόσου 50, Αθήνα 105 55
Τρίτη – Σάββατο 12:00–18:00 και κατόπιν ραντεβού
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- O «τρομερός τύπος» ΚΜ, τα σκουλαρίκια της Μπριζίτ, το κολιέ του Σαουδάραβα, φιλέτο καραβίδας στο Προεδρικό και η εντολή για Σκέρτσο
- Αμαλία Παυλίδου: Η Ελληνίδα που έστησε «βιομηχανία» εναλλακτικών θεραπειών με χιλιάδες πελάτες και εκατομμύρια κοινό
- Ά. Γεωργιάδης – Ε. Αγαπηδάκη: «Κλειδωμένα» 3 προγράμματα «Προλαμβάνω» και μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
- Ο Σκέρτσος, ο Βορίδης ο Μητσοτάκης και τα όρια της εξουσίας
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.