ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Σε μια κίνηση που ισορροπεί ανάμεσα στη διπλωματική ευελιξία και τον οικονομικό εκβιασμό, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επ’ αόριστον παράταση της κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν φέρνει την ειρήνη, αλλά παρατείνει μια «γκρίζα ζώνη» σύγκρουσης, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σε πλήρη ισχύ.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, επικαλούμενος πληροφορίες για σοβαρό εσωτερικό διχασμό στην ηγεσία του Ιράν, επέλεξε να δώσει χρόνο στους μεσολαβητές από το Πακιστάν. «Περιμένουμε μια ενιαία πρόταση», δήλωσε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον ποντάρει στην κατάρρευση της συνοχής του καθεστώτος υπό το βάρος των κυρώσεων και των πρόσφατων στρατιωτικών πληγμάτων.
Ο ναυτικός αποκλεισμός έχει ήδη οδηγήσει σε κατάρρευση των εξαγωγών. Το Ιράκ και το Ιράν βλέπουν τα έσοδά τους να εξανεμίζονται, με τις αποθήκες πετρελαίου να γεμίζουν ασφυκτικά. Οι τιμές του πετρελαίου Brent παραμένουν κοντά στα $100, καθώς η «εκεχειρία» δεν συνοδεύεται από το άνοιγμα των Στενών, διατηρώντας το έλλειμμα προσφοράς στην παγκόσμια αγορά. Τα χρηματιστήρια σε Τόκιο και Χονγκ Κονγκ αντέδρασαν πτωτικά, ερμηνεύοντας την παράταση ως συνέχιση της αβεβαιότητας και όχι ως λύση.
Ο πόλεμος των δηλώσεων
Ο πρόεδρος Ντ. Τραμπ είχε δηλώσει νωρίτερα ότι η παράταση της εκεχειρίας δεν είναι πιθανή, για να την παρατείνει λίγο πριν την λήξη της. Παρά την αντίφαση, οι πληροφορίες από την Τεχεράνη φαίνεται να δικαιολογούν τις αναφορές του για εσωτερικές αντιθέσεις στο θεοκρατικό καθεστώς. Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται η αμφίρροπη μάχη για την εξουσία ανάμεσα στον νέο Ανώτατο Ηγέτη, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, και την ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC). Ενώ ο Χαμενεΐ φαίνεται να λειτουργεί πλέον περισσότερο ως συντονιστής παρά ως απόλυτος άρχοντας, ο στρατηγός Αχμάντ Βαχιντί, επικεφαλής των IRGC, έχει αναλάβει de facto τον έλεγχο των ευαίσθητων υποδομών, παραμερίζοντας την κυβέρνηση του Προέδρου Πεζεσκιάν.
Οι αντιθέσεις αυτές έγιναν εμφανείς κατά τον πρώτο γύρο των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ. Ο Πρόεδρος της Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ηγήθηκε μιας ομάδας «ρεαλιστών» που επιδίωξε μια μόνιμη συμφωνία για την άρση του αποκλεισμού, θεωρώντας την οικονομική κατάρρευση μεγαλύτερη απειλή από τις αμερικανικές βόμβες. Ωστόσο, κατά την επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Τεχεράνη, οι Φρουροί της Επανάστασης ακύρωσαν δημόσια τη δικαιοδοσία των διαπραγματευτών, δηλώνοντας ότι «δεν μιλούν εξ ονόματος του στρατού».
Η ρήξη βάθυνε ακόμη περισσότερο μετά την κατάληψη ιρανικού εμπορικού πλοίου από τις ΗΠΑ στην Αραβική Θάλασσα. Οι σκληροπυρηνικοί των IRGC χρησιμοποίησαν το περιστατικό για να κατηγορήσουν τον Γκαλιμπάφ και τον Υπουργό Εξωτερικών Αραγτσί για «εθνική μειοδοσία» και αδυναμία απέναντι στον Τραμπ. Αυτή η παράλυση στην κορυφή της ιεραρχίας εξηγεί γιατί η Τεχεράνη αδυνατεί να καταθέσει μια ενιαία πρόταση: κάθε βήμα προς τη διπλωματία ερμηνεύεται από τους Φρουρούς ως συνθηκολόγηση, ενώ κάθε στρατιωτική πρόκληση θεωρείται από τους πολιτικούς ως πλήγμα κατά της ιρανικής οικονομίας. Σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, η παράταση της εκεχειρίας λειτουργεί ως ένας επικίνδυνος καταλύτης που αναγκάζει τις δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες του καθεστώτος σε μια τελική αναμέτρηση για την επιβίωση.
Η στάση των συμμάχων της Τεχεράνης
Αυτές οι βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις στο ιρανικό καθεστώς δεν μένουν απαρατήρητες από τους στρατηγικούς εταίρους της Τεχεράνης, καθώς αποτυπώνονται ανάγλυφα στις ήπιες και προσεκτικές διπλωματικές αντιδράσεις της Ρωσίας και της Κίνας. Παρά τη δημόσια καταδίκη του αποκλεισμού, το Πεκίνο και η Μόσχα φαίνεται να τηρούν μια στάση αναμονής, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να τις εγκλωβίσουν σε μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Ιδιαίτερη σημασία στην εξέλιξη της κρίσης έχει η στάση της Κίνας, η οποία φαίνεται να εφαρμόζει μια στρατηγική «λευκού γαντιού» (white glove diplomacy) μέσω του Πακιστάν. Το Πεκίνο, παρόλο που αποτελεί τον κύριο οικονομικό πνεύμονα της Τεχεράνης, επιλέγει συνειδητά να παραμένει στο παρασκήνιο, χρησιμοποιώντας το Ισλαμαμπάντ ως το επίσημο πρόσωπο της διαμεσολάβησης. Αυτή η τακτική επιτρέπει στην Κίνα να ασκεί αποφασιστική πίεση στους Ιρανούς ρεαλιστές για υποχωρήσεις, χωρίς όμως να εκτίθεται άμεσα σε μια πιθανή διπλωματική αποτυχία ή να έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση Τραμπ, πριν από την κρίσιμη σύνοδο κορυφής των δύο ηγετών τον Μάιο.
Το Πεκίνο «δανείζει» στο Πακιστάν το πολιτικό του βάρος και τις εγγυήσεις του, καθιστώντας σαφές στην Τεχεράνη ότι η προστασία που της παρέχει έχει όρια, ειδικά όταν διακυβεύεται η παγκόσμια ενεργειακή σταθερότητα. Η κινεζική πλευρά φαίνεται να συντάσσεται σιωπηλά με την ανάγκη μιας «ενιαίας ιρανικής πρότασης», καθώς η εσωτερική αναρχία στο Ιράν απειλεί τα μακροπρόθεσμα επενδυτικά της σχέδια στην περιοχή. Έτσι, ενώ οι ΗΠΑ σφίγγουν τον ναυτικό κλοιό, η Κίνα σφίγγει τον διπλωματικό, χρησιμοποιώντας το «λευκό γάντι» του Πακιστάν για να ωθήσει το θεοκρατικό καθεστώς προς έναν συμβιβασμό που οι σκληροπυρηνικοί των IRGC εξακολουθούν να αρνούνται. Η στάση αυτή αφήνει την Τεχεράνη απελπιστικά μόνη, καθώς αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και το ισχυρότερο στήριγμά της προκρίνει πλέον την τάξη έναντι της ιδεολογικής εμμονής.
Αντίστοιχα, η Ρωσία, αν και παραδοσιακός σύμμαχος στο στρατιωτικό πεδίο, φαίνεται να παρακολουθεί με σκεπτικισμό την παράλυση της ιρανικής ηγεσίας. Οι επαφές του Σεργκέι Λαβρόφ με τον Αμπάς Αραγτσί εστιάζουν στην ανάγκη τήρησης των πακιστανικών προτάσεων, υποδηλώνοντας ότι η Μόσχα προτιμά μια «ενιαία και σοβαρή» ιρανική εκπροσώπηση στο Ισλαμαμπάντ παρά τις απρόβλεπτες κινήσεις των IRGC. Η στάση αυτή των δύο υπερδυνάμεων εκθέτει τη διεθνή απομόνωση των σκληροπυρηνικών της Τεχεράνης, οι οποίοι βλέπουν ακόμη και τους συμμάχους τους να προκρίνουν τη ρεαλιστική διπλωματία έναντι μιας αυτοκτονικής πολεμικής σύρραξης. Αυτή η «σιωπηλή πίεση» από Μόσχα και Πεκίνο εντείνει την εσωτερική ασφυξία, αφήνοντας το διχασμένο καθεστώς χωρίς το διπλωματικό δίχτυ ασφαλείας που παραδοσιακά απολάμβανε.
Η Ρωσία ευνοείται διπλά από την «ασφυξία» της Τεχεράνης: αφενός, η απουσία του ιρανικού αργού από τις αγορές εκτοξεύει τη ζήτηση για το ρωσικό πετρέλαιο, και αφετέρου, η γεωπολιτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αποσπά την προσοχή και τους πόρους της Δύσης. Έτσι, η ρωσική διπλωματία αρκείται στο να προσφέρει στην Τεχεράνη μια «διπλωματική ασπίδα» στον ΟΗΕ και να καταδικάζει τις αμερικανικές κινήσεις, αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση. Στην πραγματικότητα, όσο ο Τραμπ διατηρεί τον αποκλεισμό και οι Φρουροί της Επανάστασης απειλούν με ανάφλεξη, η Μόσχα παραμένει ο μοναδικός παίκτης που κερδίζει από την παράταση της αγωνίας των αγορών, μετατρέποντας τη ρητορική της υποστήριξη προς το Ιράν σε μια κερδοφόρα άσκηση γεωπολιτικής ισορροπίας.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Οικονομικός «στραγγαλισμός» προς τη Βαγδάτη: Οι ΗΠΑ μπλοκάρουν δολάρια και στρατιωτική συνεργασία, λέει η WSJ
- Ανάλυση CNN: Γιατί κατέληξε σε παράταση της εκεχειρίας ο Ντόναλντ Τραμπ – Το παρασκήνιο
- Πετρέλαιο: Κοντά στα 100 δολάρια ξανά το Brent παρά την παράταση της εκεχειρίας
- Αλλάζει το timologio – Διαθέσιμη από σήμερα νέα αναβαθμισμένη έκδοση της εφαρμογής
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.